Συνέντευξη

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος δεν έχει αποφασίσει ακόμη τι θα γίνει όταν μεγαλώσει

στα 10

Ο συγγραφέας και σεναριογράφος (ανάμεσα σε άλλα) Νίκος Παναγιωτόπουλος μιλάει στο Flix για τη λεπτή γραμμή που χωρίζει το σινεμά από τα βιβλία και από την αληθινή ζωή.

Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος δεν έχει αποφασίσει ακόμη τι θα γίνει όταν μεγαλώσει

Δεν χρειάζεται να ξέρεις ότι γράφει σενάρια. Το καταλαβαίνεις από τον τρόπο που γράφει ακόμη και την πιο μικρή - μιας ή μισής σελιδας - ιστορία: ξεκινώντας από μια ιδέα, μεγαλώνοντάς την με εικόνες, ολοκληρώνοντας την με κάτι που μένει μαζί σου για αρκετό καιρό, σχεδόν σαν να ήταν δικό σου.

Δεν χρειάζεται να ξέρεις ότι του αρέσει το σινεμά. Αν διαβάσεις ένα από τα αφηγήματα του «Γραφικού Χαρακτήρα» ή και τις 104 σελίδες του τελευταίου του βιβλίου «Ολομόναχος» (και τα δύο από τις εκδόσεις Μεταίχμιο), θα συναντήσεις προφανείς ή και όχι τόσο προφανείς αναφορές στις κινηματογραφικές του μνήμες, κομμάτια κι αυτές μιας συνολικής αφήγησης που συνεχίζει ακόμη κι όταν τα βιβλία έχουν τελειώσει.

Θεατής πριν από σεναριογράφος, αναγνώστης πριν από συγγραφέας, φιλόδοξος «νέος» σκηνοθέτης, καθηγητής, μεταφραστής - όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τον Νίκο Παναγιωτόπουλο ακολουθούν...

Νίκος Παναγιωτόπουλος Από τα γυρίσματα της πρώτης μικρού μήκους ταινίας του ως σκηνοθέτη, τα «Ρέστα» (2016)

Νίκος Παναγιωτόπουλος, επάγγελμα… τι;

Είναι απολύτως φυσικό να αναρωτιέστε – εδώ εγώ δεν έχω αποφασίσει ακόμη τι θα γίνω όταν μεγαλώσω. Προς το παρόν, στην Εφορία δηλώνω Συγγραφέας-Σεναριογράφος, ενώ βιοπορίζομαι κυρίως ως καθηγητής Σεναρίου (στη Σχολή Σταυράκου και στο Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ), ως Script Editor ή/και Script Consultant (σε Εργαστήρια Σεναρίου ανά τον κόσμο και ιδιωτικώς), και όποτε δοθεί η ευκαιρία κάνω και καμιά μετάφραση. Οφείλω, δε, να σας μαρτυρήσω πως, εσχάτως, έχω κολλήσει το μικρόβιο της σκηνοθεσίας – ετοιμάζω τη δεύτερη μικρού μήκους ταινία μου…

Πώς αποφασίσατε (αν όχι εσείς ποιος;) να ασχοληθείτε με το γράψιμο;

Εγώ το αποφάσισα – δεν μπορώ να κατηγορήσω κανέναν άλλο! Το κακό ξεκίνησε με το διάβασμα, από πολύ νωρίς και μετά μανίας. Στη Β΄ Γυμνασίου ανακάλυψα –με δέος– πως ο διπλανός μου έγραφε ποίηση! Εννοείται πως τον μιμήθηκα. Για κάποια χρόνια επιδοθήκαμε συστηματικά στην αντιγραφή του Ελύτη αλλά και άλλων. Αρκετά αργότερα συνειδητοποίησα πως αυτό που με συγκινούσε ήταν το να αφηγούμαι ιστορίες.

Με ποια βιβλία μεγαλώσατε;

Ολα ξεκίνησαν με τον Ιούλιο Βερν. Κλισέ, αλλά αληθινό. Ακολούθησε ο Παπαδιαμάντης. Ακούγεται ηχηρό, αλλά είναι επίσης αλήθεια. Στα γυμνασιακά χρόνια παραδόθηκα άνευ όρων στην ποίηση – δεν χρειάζεται καν να αναφέρω τα ονόματα του Ελύτη, του Καβάφη, του Σεφέρη... Ακολούθησαν οι συνήθεις ύποπτοι: ο Κάφκα, ο Μάρκες, ο Μπόρχες, ο Σάλιντζερ, ο Ροθ, ο Αλεξάνδρου, ο Κοτζιάς, ο Βαλτινός... Αυτοί είναι οι γονείς μου – τα βιβλία τους με μεγάλωσαν.

Πώς γράψατε το πρώτο σας βιβλίο; Πώς γράψατε το πρώτο σας σενάριο;

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν μια συλλογή διηγημάτων: «Η Ενοχή των Υλικών». Γράφτηκε την εποχή που δούλευα ως δημοσιογράφος κι αναζητούσα τρόπο να ξεφύγω. Ξέφυγα τελικά από τη δημοσιογραφία γράφοντας το πρώτο μου τηλεοπτικό σενάριο. Δυο τρεις τηλεοπτικές σειρές αργότερα, συνάντησα τον Νίκο Γραμματικό, έγραψα το πρώτο μου κινηματογραφικό σενάριο –τους «Απόντες»– κι όλα πήραν τον δρόμο τους…

Οι ιστορίες που γράφετε πώς γεννιούνται; Ποια είναι η έμπνευση; Πώς διαλέγετε αν θα γίνουν μυθιστόρημα, διήγημα, ποίημα, σενάριο;

Είναι πολύ δύσκολο να περιγράψει κανείς από πού πηγάζουν οι ιστορίες – θα έπρεπε να σας μιλήσω για ό,τι έχω γράψει χωριστά. Πότε είναι μια τρελή σκέψη, πότε μια είδηση ή μια εικόνα που βλέπεις περπατώντας. Αλλοτε πάλι είναι μια επίμονη αίσθηση, ένα οδυνηρό βίωμα ή μια ανάμνηση τσαλακωμένη από τον χρόνο. Καθεμία από αυτές τις ιστορίες διαθέτει αυτομάτως το μέγεθός της (μυθιστόρημα ή διήγημα) και επιβάλλει τη μορφή της (πεζό ή σενάριο) – δεν τίθεται καν ζήτημα επιλογής.

Νίκος Παναγιωτόπουλος Στο Script2Film του Μεσογειακού Ινστιτούτου Κινηματογράφου στη Ρόδο το 2017

Τι ενώνει και τι χωρίζει έναν συγγραφέα από έναν σεναριογράφο;

Τους ενώνει ο τρόπος και ο κόπος που απαιτούνται για να χτιστεί μια αφήγηση. Το ζόρι που τραβάς για να συναρμολογήσεις τη ραχοκοκαλιά μιας ιστορίας, ενώ την ίδια ώρα προσπαθείς να γνωρίσεις σε βάθος τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν σ’ αυτήν. Απ’ την άλλη, όμως, ο συγγραφέας δεν δεσμεύεται από τίποτε. Δεν υπάρχουν όρια παρά μονάχα εκείνα που βάζει η ίδια η γλώσσα. Ο σεναριογράφος, αντιθέτως, γράφει αναλογιζόμενος διαρκώς τους περιορισμούς – από τη διάρκεια της ταινίας μέχρι το κόστος και τη δυνατότητα υλοποίησης. Ο συγγραφέας, τέλος, είναι ο μόνος και ο τελικός υπεύθυνος για το αποτέλεσμα, ενώ ο σεναριογράφος χτίζει απλώς τις βάσεις της δουλειάς πολλών άλλων…

Πώς ορίζεται η σχέση σκηνοθέτη-σεναριογράφου, όταν αυτός δεν είναι ο ίδιος; Ποιος είναι ο μόνιμος τσακωμός ανάμεσα σε έναν σεναριογράφο και έναν σκηνοθέτη;

Ο σεναριογράφος ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αποτελεσματικότητα και τη συνέπεια της αφήγησης. Ο σκηνοθέτης, απ’ τη μεριά του –και με το δίκιο του– για την οπτικοποίησή της. Ο ένας παίζει με τις λέξεις ο άλλος ονειρεύεται εικόνες. Μόλις όμως αυτοί οι δύο βρουν τρόπο να συνεννοηθούν, μόλις βρουν μια κοινή γλώσσα, το πράγμα απογειώνεται. Ο,τι συμβαίνει δηλαδή ανάμεσα σε όλα τα ζευγάρια…

Ποιο θεωρείτε (αν υπάρχει) το τέλειο σενάριο; Τι χαρακτηριστικά πρέπει να διαθέτει;

Το ιδανικό σενάριο οφείλει, κατά τη γνώμη μου, να διαθέτει πρωτίστως ένα ξεχωριστό concept, αμέσως μετά να διαπραγματεύεται ένα ζουμερό θέμα και, τελικά, να το διαχειρίζεται με έναν πρωτότυπο, ευρηματικό τρόπο. Να σε ξαφνιάζει τη στιγμή που σε αναγκάζει να κοιτάξεις τον εαυτό σου στον καθρέφτη.

Πώς ήταν η εμπειρία της πρώτης ταινίας ως σκηνοθέτης; Με ποιες ταινίες μεγαλώσατε;

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια πίστευα πως υπήρχε ένας σκηνοθέτης για κάθε ιδέα που μου περνούσε από το μυαλό. Χρειάστηκε πολύς καιρός για να συνειδητοποιήσω πως δεν ισχύει κάτι τέτοιο. Το 2016 γύρισα την πρώτη μικρού μήκους ταινία μου: τα «Ρέστα». Τώρα ετοιμάζω τη δεύτερη, ενώ έχω γράψει και δύο σενάρια μεγάλου μήκους που περιμένουν υπομονετικά να ωριμάσω ως σκηνοθέτης… Μεγάλωσα με τον Κόπολα και τον Σκορσέζε – το «Αποκάλυψη, τώρα!» είναι κατά τη γνώμη μου η σπουδαιότερη ταινία που γυρίστηκε ποτέ και το «Οργισμένο Είδωλο» η δεύτερη πιο αγαπημένη μου. Λίγο αργότερα, ανάμεσά τους τρύπωσε ο «Δεκάλογος» και η «Λευκή Ταινία» του Κριστόφ Κισλόφσκι, το «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Αγγελόπουλου και ο «Ψεύτης Ηλιος» του Νικίτα Μιχάλκοφ.

Νίκος Παναγιωτόπουλος

Το ελληνικό σινεμά ζει μεγάλες στιγμές – και δικαίως! Τη στιγμή, όμως, που τα παιδιά της θριαμβεύουν η πατρίδα …κοιμάται. Ξυπνάει μονάχα για να πανηγυρίσει και να φωτογραφηθεί με τους νικητές. Δυστυχώς, αυτό είναι το χαρακτηριστικό που διατρέχει όλες τις περιόδους του. Το ελληνικό σινεμά υπήρχε και υπάρχει ερήμην της ελληνικής πολιτείας.»

Με ποιον ήρωα του σινεμά που είναι συγγραφέας ταυτίζεστε περισσότερο;

Τι ωραία ερώτηση! Αν και δεν μπορώ να πω ότι ταυτίζομαι, πρέπει να σας πω ότι συμπάσχω όσο δεν παίρνει με τον ήρωα που υποδύεται ο Τζον Τορτούρο στο Μπάρτον Φινκ των αδελφών Κοέν – ιδίως τη στιγμή που η ταπετσαρία ξεκολλάει από τον τοίχο πάνω από τη βουβή γραφομηχανή του…

Πόσα χρόνια θα ακούμε ακόμη ότι στο ελληνικό σινεμά δεν υπάρχει σενάριο;

Μα, έχω την αίσθηση πως –ευτυχώς– δεν το ακούμε πια! Ο «Κυνόδοντας», η «Στρέλλα», το «Suntan» (και κάμποσες ακόμα ταινίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου) έχουν κλείσει στόματα. Αποδεικνύουν πως όταν έχεις κάτι να πεις κι έχεις και μια σταλιά ταλέντο θα τον βρεις τον τρόπο, σε πείσμα των περιστάσεων.

Πώς θα χαρακτηρίζατε το ελληνικό σινεμά; Πού το βρίσκετε σήμερα; Ποιο νομίζετε ότι είναι το χαρακτηριστικό που διατρέχει όλες του τις περιόδους;

Το ελληνικό σινεμά ζει μεγάλες στιγμές – και δικαίως! Οι διακρίσεις πέφτουν βροχή. Για το μέγεθος της χώρας μας (εδαφικό, οικονομικό κ.λπ.) τα κινηματογραφικά μας προϊόντα είναι δυσανάλογα καλά. Οι βραβευμένες μικρού μήκους ταινίες της Λέντζου, του Μασαλά, του Κεκάτου κ.ά. δείχνουν ότι το πράγμα έχει και συνέχεια. Τη στιγμή, όμως, που τα παιδιά της θριαμβεύουν η πατρίδα …κοιμάται. Ξυπνάει μονάχα για να πανηγυρίσει και να φωτογραφηθεί με τους νικητές. Δυστυχώς, αυτό είναι το χαρακτηριστικό που διατρέχει όλες τις περιόδους του. Το ελληνικό σινεμά υπήρχε και υπάρχει ερήμην της ελληνικής πολιτείας.

Νίκος Παναγιωτόπουλος Στο Eastweek Screenwriting Seminar της Τεργέστης

Οταν διδάσκετε σενάριο στα νέα παιδιά, ποιες είναι οι πέντε συμβουλές που δεν παραλείπετε ποτέ να τους δώσετε;

Μία είναι, δεν είναι πέντε. Και την έχω κλέψει από τον Ελίας Καζάν. Εκείνος υποστήριζε πως για να είναι μια ταινία καλή οφείλει να είναι «True and Interesting». Αληθινή και ενδιαφέρουσα. Να έχει ουσία και να βρει τρόπο να τη μεταδώσει. Η συμβουλή είναι τόσο καίρια και λιτή που σπανίως γίνεται αντιληπτή. Χρειάζεται να δουλέψει χρόνια κανείς, προτού συνειδητοποιήσει τι πραγματικά σημαίνει «αληθινό» και τι «ενδιαφέρον».

Πιστεύετε ότι τα εργαστήρια ανάπτυξης σεναρίου, όπως λειτουργούν πλέον σε όλη την Ευρώπη, βοηθούν στο να έχουμε καλύτερα σενάρια;

Φυσικά! Εδώ και είκοσι συναπτά έτη συμμετέχω στο Script2Film του Μεσογειακού Ινστιτούτου Κινηματογράφου, ένα από τα μακροβιότερα και αποτελεσματικότερα εργαστήρια του ευρωπαϊκού προγράμματος MEDIA. Εν γνώσει των συνεπειών του νόμου σας λέω πως τα σενάρια γίνονται καλύτερα όταν συμμετέχουν σε ένα τέτοιο εργαστήριο. Το ουσιαστικό ερώτημα όμως είναι πόσα ΚΑΛΑ σενάρια έρχονται στα εργαστήρια σαν κι αυτό. Ευτυχώς, στο δικό μας εργαστήριο δεν είναι λίγα.

Ποιο σενάριο έχετε ζηλέψει πολύ;

Εχω ζηλέψει αφάνταστα τον «Ψεύτη Ηλιο» του Νικίτα Μιχάλκοφ, τη «Λευκή Ταινία» των Κισλόφσκι-Πισίεβιτς και τον «Αστακό» των Λάνθιμου-Φιλίππου – και στις τρεις περιπτώσεις με γοητεύουν αφάνταστα η πρωτοτυπία της σύλληψης, το βάρος του θέματος και η πυκνότητα της διαπραγμάτευσης.

Οταν βλέπετε μια ταινία ή διαβάζετε ένα βιβλίο, «διορθώνετε» όσα βλέπετε ή διαβάζετε; Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας να γίνει αναγνώστης, ένας σεναριογράφος να γίνει θεατής;

Αν νιώσεις την ανάγκη να διορθώσεις, πάει να πει πως κάτι δεν πάει καλά. Τα καλά βιβλία και οι καλές ταινίες σε αποστομώνουν. Ο συγγραφέας υπήρξε πρώτα αναγνώστης και ο σεναριογράφος υπήρξε πρώτα θεατής. Οταν διαβάζω τον Ρομπέρτο Μπολάνιο, ξεχνάω πως είμαι συγγραφέας. Το ίδιο και όταν βλέπω τις ταινίες του Κριστιάν Μουνγκίου, του Ασγκαρ Φαραντί, του Αντρέι Ζβιαγκίντσεφ – παύω να είμαι σεναριογράφος και γίνομαι ξανά ένας ενθουσιώδης κινηματογραφόφιλος.

Απόντες 607 Απόντες του Νίκου Γραμματικού (1996)

Με λίγες λέξεις θα μας πείτε κάτι για μερικά από τα σενάρια ταινιών τα οποία γράψατε ή συνεργαστήκατε με τον σεναριογράφο: «Απόντες», «Δύσκολοι Αποχαιρετισμοί: Ο Μπαμπάς μου», «Αγρύπνια», «Απ’ τα Κόκαλα Βγαλμένα».

Κοιτάξτε, μου βάζετε δύσκολα. Οπότε θα επιχειρήσω να ξεφύγω λέγοντάς σας απλώς πόσο τυχερός αισθάνομαι που συμμετείχα σ’ αυτές τις περιπέτειες – που μοιράστηκα τα όνειρα και τις αγωνίες των σκηνοθετών τους και των υπόλοιπων συντελεστών… Είναι ανεκτίμητη η χαρά να συναντάς ανθρώπους που συγκινήθηκαν κάποτε βλέποντας μια απ’ αυτές τις ταινίες. Τελειώνοντας το σχολείο είχα δηλώσει –με περίσσιο θράσος– στον πατέρα μου ότι ήθελα να ζήσω γράφοντας. Σήμερα, αναλογιζόμενος τους τίτλους που αναφέρατε, σκέφτομαι πόσο τυχερός υπήρξα που τα κατάφερα. Επιτρέψτε μου μονάχα να προσθέσω τον «Βασιλιά» και τις «Ωρες Κοινής Ησυχίας», δυο σενάρια που αγαπώ ιδιαίτερα για διαφορετικούς λόγους το καθένα.

Θα μας γράψετε και μια παράγραφο για τον Νίκο Γραμματικό σαν να γράφατε ένα μικρό διήγημα αφιερωμένο σε αυτόν;

Τον πρωτογνώρισα στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης – είχε μόλις πάρει το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και έσπευσα να του κάνω μια συνέντευξη. Λίγα χρόνια αργότερα ξανασυναντηθήκαμε στο γραφείο του Πάνου Παπαχατζή. Εγώ έγραφα για την τηλεόραση κι εκείνος είχε κάνει ακόμα μια ταινία. Μου πρότεινε να γράψουμε μαζί τους «Απόντες» – χωρίς λεφτά. Δέχτηκα ασυζητητί. Πρώτα γίναμε φίλοι, μετά γράψαμε το σενάριο, η ταινία πήγε καλά, η φιλία μας πήγε ακόμα καλύτερα. Απόδειξη πως είμαστε ακόμα φίλοι και γράφουμε ένα καινούργιο σενάριο. Πίνουμε μαζί, όπως και τότε, και γκρινιάζουμε σαν τους γέρους του Μάπετ-Σόου γιατί τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα από τότε που ξεκινήσαμε να συνεργαζόμαστε. Πίνουμε λίγο ακόμα και μας πιάνουν τα γέλια, γιατί βλέπουμε ο ένας στο πρόσωπο του άλλου τα σημάδια του χρόνου που μας ενώνουν. Ο Νίκος είναι ένας σπουδαίος σκηνοθέτης, αλλά δεν κάνει να το λέω εγώ αυτό, γιατί είμαι πρώτα φίλος του και μετά συνεργάτης, οπότε δικαιούται να νομίσει κανείς πως είμαι προκατειλημμένος. Αυτό που επιτρέπεται να πω είναι πως πρόκειται για έναν «καθαρό» άνθρωπο, από αυτούς που δεν συναντάς πολύ συχνά.

Γιατί δεν γίνονται ελληνικές ταινίες βασισμένες σε βιβλία; Ποια ελληνικά βιβλία πιστεύετε ότι θα έπρεπε άμεσα να γίνουν ταινία;

Ελπίζω να μην παρεξηγηθώ, αλλά έχω την αίσθηση πως λίγοι κινηματογραφιστές διαβάζουν ελληνική λογοτεχνία – όπως και λίγοι συγγραφείς βλέπουν ελληνικές ταινίες. Σπάνια ένα βιβλίο ή μια ταινία κατορθώνουν να σπάσουν αυτά τα στεγανά. Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι ο συγγραφέας δεν δεσμεύεται από τίποτε – μπορεί να τοποθετήσει την αφήγησή του σε οποιαδήποτε εποχή, για παράδειγμα. Αυτό γεννάει αυτομάτως ένα πρόβλημα σε επίπεδο παραγωγής: πού θα βρεθούν τα χρήματα που απαιτούνται για να γυριστεί πειστικά μια ταινία βασισμένη σε ένα τέτοιο βιβλίο; Το πρόβλημα του ελληνικού κινηματογράφου είναι η παραγωγή – ας το πάρουμε, κάποτε, απόφαση. Βρείτε μου τα χρήματα και τότε θα σας δώσω μετά χαράς μια μεγάλη λίστα ελληνικών βιβλίων που θα μπορούσαν κάλλιστα να διασκευαστούν.

Νίκος Παναγιωτόπουλος Από τα γυρίσματα της πρώτης μικρού μήκους ταινίας του ως σκηνοθέτη, τα «Ρέστα» (2016)

Τα δύο τελευταία σας βιβλία («Γραφικός Χαρακτήρας», «Ολομόναχος») είναι καθαρά αυτοβιογραφικά. Πόση αυτοβιογραφία κρύβεται έτσι κι αλλιώς σε όσα γράφει ένας συγγραφέας; Και πόση φαντασία κρύβεται μέσα στην αυτοβιογραφία;

Ενας επίσης δίγαμος (πάει να πει: λογοτέχνης ΚΑΙ κινηματογραφιστής) φίλος, ο Αχιλλέας Κυριακίδης, δεν παύει να λέει πως «δεν υπάρχει μυθοπλασία που να μην έχει αυτοβιογραφική βάση». Αν τον ρωτήσετε θα σας πει και ποιος το είπε – ο άνθρωπος είναι κινητή βιβλιοθήκη τσιτάτων. Εγώ δεν θυμάμαι, αλλά όποιος και να το είπε ήξερε τι έλεγε.Τώρα, ως προς το δεύτερο σκέλος της ψαγμένης ερώτησής σας, αλίμονο σε εκείνον τον συγγραφέα που δεν θα πρόσθετε ή δεν θα αφαιρούσε ή δεν θα διαχειριζόταν κατά το λογοτεχνικό δοκούν το αυτοβιογραφικό του υλικό. Αν δεν το έκανε, θα έπρεπε να του πάρουν το δίπλωμα.

Αν σας έλεγαν να κάνουν τον Ολομόναχο ή κάποια από τις ιστορίες του Γραφικού χαρακτήρα ταινία πώς θα νιώθατε; Θα τολμούσατε να γράψετε εσείς το σενάριο;

Καταρχάς θα ένιωθα μεγάλη χαρά. Και φυσικά θα ήθελα πολύ να γράψω εγώ ο ίδιος το σενάριο. Το ζήτημα είναι αν θα χαιρόταν και ο σκηνοθέτης γι’ αυτό. Μιας και το ρωτάτε, όμως, η μικρού μήκους που ετοιμάζω είναι βασισμένη σε μία από τις ιστορίες του «Γραφικού Χαρακτήρα».

Είστε, νιώθετε, είμαστε όλοι σε αυτή τη ζωή… «ολομόναχος»;

Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε πως… «Μόνος πορεύεται κανείς στον έρωτα στη δόξα και στον θάνατο». Ο Τζον Ντον τον αντικρούει με το πολυφορεμένο «No man is an island, entire of itself». Εγώ, πάλι, αμφιταλαντεύομαι διαρκώς…

Το τελευταίο βιβλίο του Νίκου Παναγιωτόπουλου «Ολομόναχος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Δείτε εδώ την μικρού μήκους ταινία «Τα Ρέστα», σε σκηνοθεσία του Νίκου Παναγιωτόπουλου: