Δέκα χρόνια. Τόσα πέρασαν από εκείνη τη νύχτα του Αυγούστου του 2016, όταν το «La La Land» άνοιξε το Φεστιβάλ Βενετίας και, σχεδόν από την πρώτη του προβολή, έμοιαζε να έχει βρει τον τρόπο να κάνει κάτι που το σινεμά γνωρίζει καλά αλλά σπάνια πετυχαίνει πραγματικά: να κάνει το κοινό να χαμογελά, να συγκινείται και, για λίγο, να πιστεύει ξανά στα όνειρα. Η ταινία του Ντάμιεν Σαζέλ δεν ήταν απλώς ένα μιούζικαλ που κοιτούσε με νοσταλγία το παλιό Χόλιγουντ. Ηταν μια ταινία για ανθρώπους που κυνηγούν κάτι που ίσως δεν αποκτήσουν ποτέ ακριβώς όπως το φαντάστηκαν, για έρωτες που μπορεί να είναι αληθινοί ακόμη κι όταν δεν διαρκούν για πάντα και για εκείνη τη γλυκόπικρη αίσθηση που αφήνει πίσω της μια εποχή όταν συνειδητοποιούμε πως δεν μπορούμε να την ξαναζήσουμε.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται το μυστικό της αντοχής του «La La Land». Δέκα χρόνια μετά την παγκόσμια πρεμιέρα του στη Βενετία, η ταινία εξακολουθεί να έχει μια παράξενη ικανότητα να επιστρέφει στη ζωή κάθε φορά που ακούγονται οι πρώτες νότες του «City of Stars» ή του «Another Day of Sun». Είναι από εκείνες τις κινηματογραφικές εμπειρίες που συνδέονται με αναμνήσεις, ακόμη κι όταν οι αναμνήσεις αυτές δεν ανήκουν απαραίτητα στην ίδια την ταινία. Ενα τραγούδι, ένα φόρεμα, ένα φως πάνω από το Λος Aντζελες, ένας χορός σε έναν λόφο και ξαφνικά ο χρόνος γυρίζει πίσω. Οχι επειδή η ζωή ήταν τότε καλύτερη, αλλά επειδή το σινεμά κατάφερε να της δώσει για λίγο την ψευδαίσθηση ότι όλα ήταν πιθανά.
Η ιστορία του Σεμπάστιαν και της Μία παραμένει ο πυρήνας αυτής της γοητείας. Εκείνος ονειρεύεται να ανοίξει το δικό του τζαζ κλαμπ και εκείνη προσπαθεί να γίνει ηθοποιός, παλεύοντας με τις απογοητεύσεις που συνοδεύουν κάθε ακρόαση και κάθε «όχι». Ο Ράιαν Γκόσλινγκ και η Εμα Στόουν δεν χρειάζονται υπερβολές για να κάνουν τη σχέση τους πειστική. Η χημεία τους είναι τόσο φυσική ώστε ακόμη και οι πιο ονειρικές στιγμές μοιάζουν να πατούν πάνω σε κάτι αληθινό. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο Σαζέλ δεν αντιμετωπίζει τον έρωτά τους ως τον τελικό προορισμό. Τον χρησιμοποιεί ως έναν σταθμό στην πορεία δύο ανθρώπων που προσπαθούν να ανακαλύψουν ποιοι θέλουν να γίνουν.
Αυτό κάνει και το φινάλε τόσο δυνατό. Το «La La Land» δεν επιλέγει το εύκολο happy ending, αλλά ούτε και μια καθαρόαιμη τραγωδία. Επιλέγει κάτι πολύ πιο κοντά στην πραγματική ζωή, όπου οι άνθρωποι μπορεί να αγαπηθούν βαθιά, να αλλάξουν ο ένας τον άλλον και παρ’ όλα αυτά να πάρουν διαφορετικούς δρόμους. Η τελική ακολουθία λειτουργεί σαν ένα μικρό κινηματογραφικό όνειρο μέσα στο ίδιο το όνειρο, μια φαντασίωση για όλα όσα θα μπορούσαν να είχαν συμβεί. Και όταν τελικά επιστρέφει στην πραγματικότητα, το χαμόγελο που ανταλλάσσουν οι δύο χαρακτήρες κουβαλά περισσότερο συναίσθημα από οποιαδήποτε δήλωση αιώνιας αγάπης.
Tο "La La Land" εξακολουθεί να μοιάζει τόσο παράξενα οικείο. Οχι σαν μια παλιά ταινία που κοιτάμε από απόσταση, αλλά σαν ένα τραγούδι που γνωρίζουμε ήδη πριν καν ακουστεί η πρώτη του νότα.»
Φυσικά, μεγάλο μέρος της διαχρονικότητας της ταινίας οφείλεται στη μουσική. Ο Τζάστιν Χούρβιτς δημιούργησε ένα soundtrack που δεν λειτουργεί απλώς ως συνοδεία της ιστορίας, αλλά ως δεύτερη αφηγηματική γλώσσα. Το «City of Stars», το «Audition» και το «Another Day of Sun» έχουν αποκτήσει ζωή έξω από την ταινία, ενώ η τζαζ, το πιάνο και οι χορογραφίες δίνουν στην ταινία έναν ρυθμό που θυμίζει το κλασικό αμερικανικό μιούζικαλ χωρίς να το αντιγράφει.
Κι έπειτα ήρθε εκείνη η βραδιά των Όσκαρ που θα μπορούσε να έχει γίνει το απόλυτο κεφάλαιο στην ιστορία του «La La Land», αλλά κατέληξε σε ένα από τα μεγαλύτερα φιάσκα στην ιστορία της διοργάνωσης. Η ταινία είχε φτάσει στην 89η τελετή με 14 υποψηφιότητες, ισοφαρίζοντας το ρεκόρ των «Ολα για την Εύα» και «Τιτανικού», και τελικά κέρδισε έξι βραβεία, ανάμεσά τους Σκηνοθεσίας για τον Σαζέλ, Α' Γυναικείου Ρόλου για τη Στόουν, Φωτογραφίας, Μουσικής και Τραγουδιού.
Ομως το μεγάλο βραβείο δεν ήταν δικό του. Ή τουλάχιστον δεν ήταν ποτέ πραγματικά. Ο Γουόρεν Μπίτι και η Φέι Ντάναγουεϊ ανακοίνωσαν λανθασμένα το «La La Land» ως νικητή Καλύτερης Ταινίας, επειδή τους είχε δοθεί ο φάκελος που αφορούσε τη βράβευση της Εμα Στόουν. Η ομάδα της ταινίας είχε ήδη ανέβει στη σκηνή και ξεκινούσε τις ευχαριστήριες ομιλίες όταν έγινε αντιληπτό το λάθος. Λίγα λεπτά αργότερα, ο Τζόρνταν Χόροβιτς αναγκάστηκε να διευκρινίσει μπροστά σε εκατομμύρια θεατές ότι το «Moonlight» ήταν ο πραγματικός νικητής.
Παράξενο παιχνίδι της ιστορίας: το «La La Land» έχασε το Οσκαρ που έμοιαζε να προορίζεται για εκείνο, αλλά κέρδισε κάτι που καμία τελετή απονομής δεν μπορεί να χαρίσει. Τη διάρκεια. Το «Moonlight» άξιζε απόλυτα τη νίκη του και η ιστορική γκάφα δεν αλλάζει ούτε στο ελάχιστο την αξία του. Ομως η απώλεια του «La La Land» δεν το έκανε μικρότερη ταινία. Αντίθετα, με έναν σχεδόν ειρωνικό τρόπο, την απελευθέρωσε από την ανάγκη της επίσημης επιβεβαίωσης.
Το "La La Land" δεν επιλέγει το εύκολο happy ending, αλλά ούτε και μια καθαρόαιμη τραγωδία. Επιλέγει κάτι πολύ πιο κοντά στην πραγματική ζωή, όπου οι άνθρωποι μπορεί να αγαπηθούν βαθιά, να αλλάξουν ο ένας τον άλλον και παρ’ όλα αυτά να πάρουν διαφορετικούς δρόμους.»
Σήμερα, η ταινία παραμένει για πολλούς μία από τις πιο αγαπημένες και χαρακτηριστικές ταινίες του 21ου αιώνα, αλλά η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στα βραβεία, στις αναφορές στο παλιό Χόλιγουντ ή στις εντυπωσιακές χορογραφίες. Βρίσκεται στο γεγονός ότι μιλά για μια πολύ γνώριμη ανθρώπινη απογοήτευση χωρίς να γίνεται κυνική. Υπενθυμίζει ότι τα όνειρα έχουν κόστος, ότι η επιτυχία δεν σημαίνει απαραίτητα ευτυχία και ότι ορισμένες σχέσεις δεν χρειάζεται να κρατήσουν για πάντα για να έχουν αλλάξει τη ζωή μας.
Ισως γι’ αυτό, δέκα χρόνια μετά, το «La La Land» εξακολουθεί να μοιάζει τόσο παράξενα οικείο. Οχι σαν μια παλιά ταινία που κοιτάμε από απόσταση, αλλά σαν ένα τραγούδι που γνωρίζουμε ήδη πριν καν ακουστεί η πρώτη του νότα. Η νοσταλγία του δεν αφορά μόνο το Χόλιγουντ που χάθηκε, αλλά και τον χρόνο που περνά, τα σχέδια που αλλάζουν και τις εκδοχές του εαυτού μας που αφήνουμε πίσω χωρίς να το καταλαβαίνουμε. Ανάμεσα στα φώτα του Λος Άντζελες, σε ένα πιάνο και σε δύο ανθρώπους που κάποτε πίστεψαν πως μπορούσαν να τα έχουν όλα, βρίσκεται η πραγματική μαγεία της ταινίας. Το «La La Land» δεν κέρδισε εκείνο το Οσκαρ. Δέκα χρόνια αργότερα, όμως, μοιάζει να έχει κερδίσει κάτι πολύ πιο δύσκολο: μια θέση στη συλλογική κινηματογραφική μνήμη.
Here's to the fools who dream, λοιπόν. Χρόνια πολλά «La La Land».
