Συνέντευξη

Ο Χρήστος Μασσαλάς πιστεύει ότι το ελληνικό σινεμά είναι το καλύτερο σινεμά στον κόσμο

στα 10

Λίγο πριν το «Broadway», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Ρότερνταμ, ο Χρήστος Μασσαλάς μιλάει στο Flix για τους... Θεούς και Δαίμονες που τον οδήγησαν εδώ.

Ο Χρήστος Μασσαλάς πιστεύει ότι το ελληνικό σινεμά είναι το καλύτερο σινεμά στον κόσμο

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα μετά από μια δεκαετία στο Λονδίνο, ο Χρήστος Μασσαλάς άρχισε πάλι να ταξιδεύει εντός και εκτός συνόρων με τις μικρού μήκους ταινίες του, τοπθετώντας ψηλά στη λίστα των προορισμών του την επίσημη συμμετοχή του «Copa-Loca» το 2017 στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών του Φεστιβάλ Καννών.

Η ιδέα για την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του είχε ξεκίνησε πολύ νωρίτερα - λίγο πριν την εφηβεία και άρχισε να μπαίνει στο χαρτί το 2014. Από τότε και μέχρι σήμερα που το «Broadway» ετοιμάζεται να κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα του στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ, άλλαξαν πολλά, στην Ελλάδα, την Αθήνα, το ελληνικό σινεμά, το σενάριο της ταινίας και στον ίδιο το δημιουργό της.

Στο Flix, ο Χρήστος Μασσαλάς πιάνει ιστορία από την αρχή και μας οδηγεί με ασφάλεια στις αθέατες πλευρές μιας πόλης, ενός ολόκληρου άγνωστου κόσμου, μιας ταινίας φτιαγμένης με ταλέντο, κόπο και την δυναμική του νέου ελληνικού σινεμά.

brodway behind the scenes

Τι είναι το «Broadway»;

To «Broadway» είναι μια περιπέτεια, είναι φτερά και πούπουλα, είναι ένα θρίλερ, είναι σε στιγμές κωμικό, ρομαντικό και, θέλω να πιστεύω, διασκεδαστικό. Η ταινία δεν χωράει σε ένα μόνο κινηματογραφικό είδος - είναι τόσο genre bender όσο και gender bender. Είναι μια ταινία που δουλεύω τα τελευταία 7-8 χρόνια, σχεδόν τη μισή ενήλικη ζωή μου. Οπότε είμαι χαρούμενος και ανακουφισμένος που έχει ολοκληρωθεί και που τώρα θα πάρει τον δρόμο της.

Πώς ξεκίνησε η ιδέα της ταινίας και πώς διαμορφώθηκε μέχρι και τα γυρίσματά της;

Μάλλον ξεκίνησε πολύ παλιά. Οταν ήμουν 12 χρόνων πήγα ταξίδι με τους γονείς μου στη Νέα Υόρκη και ήθελα όσο τίποτα να δούμε μια παράσταση στο Broadway, αλλά δεν τα καταφέραμε. Και τότε η θεία μου, που ζει εκεί, μου πήρε δώρο παρηγοριάς το «Broadway Album» της Μπάρμπρα Στρέιζαντ, που δεν την είχα υπόψη μου πάρα μόνο σαν όνομα. Οπότε μάλλον το Broadway ήταν κάποιου είδους απωθημένο. Και ένας εκ των χαρακτήρων της ταινίας λέγεται «Μπάρμπαρα» -  οπότε όλα συνδέονται με έναν τρόπο. Αρχισα να δουλεύω το σενάριο το 2014. H πρώτη ιδέα που είχα ήταν για αυτή τη φανταστική συμμορία πορτοφολάδων και χορευτών, που συνδυάζουν την τέχνη του χορού με την τέχνη της κλοπής. Οι χαρακτήρες, η πλοκή, όλα αυτά αλλάξανε πολλές φορές μέσα στα χρόνια, καθώς άλλαζε ο κόσμος και εγώ μαζί.

To "Broadway" είναι μια περιπέτεια, είναι φτερά και πούπουλα, είναι ένα θρίλερ, είναι σε στιγμές κωμικό, ρομαντικό και, θέλω να πιστεύω, διασκεδαστικό. Η ταινία δεν χωράει σε ένα μόνο κινηματογραφικό είδος - είναι τόσο genre bender όσο και gender bender.»

Broadway behind the scenes

Οι ήρωές σου είναι άνθρωποι που γνωρίζουμε, έχουν τη βάση τους σε πραγματικές ιστορίες, είναι ήρωες της φαντασίας σου, ήρωες κινηματογραφικοί; Από που έρχονται και που πάνε;

Είναι φανταστικοί ήρωες, που υποθέτω ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο έχουν πάρει στοιχεία από πραγματικούς ανθρώπους που ξέρω ή έχω παρατηρήσει ή και από εμένα τον ίδιο. Αλλά όχι στοχευμένα ή συνειδητά. Δεν τους έχω βασίσει κάπου δηλαδή. Ως προς το «από που έρχονται και που πάνε» θα έλεγα ότι σίγουρα έρχονται τρέχοντας. Ολοι τους προσπαθούν να ξεφύγουν – ο καθένας και από κάτι άλλο – και το Broadway γίνεται το καταφύγιό τους. Εκεί, επιχειρούν να επανεφεύρουν τους εαυτούς τους και να προβάρουν μια καινούργια ζωή.

Η Αθήνα είναι ένας από τους πρωταγωνιστές της ταινίας; Ποια πλευρά της αναδεικνύεται στην ταινία;

Η Αθήνα είναι ένα φανταστικό μπέρδεμα τόσων πολλών πραγμάτων και τάσεων. Οπότε είναι αναπόφευκτο ότι ο καθένας την βλέπει και την ερμηνεύει διαφορετικά. Ετσι και στην ταινία, η πόλη είναι άλλοτε σκοτεινή, άλλοτε χρωματιστή, είναι θηριώδης, κάποιες φορές ερείπιο, και κάποιες φορές υπό αναστήλωση. Oλα αυτά που είναι η Αθήνα δηλαδή. Αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι, όταν έκανα ρεπεράζ για να βρω τους χώρους της ταινίας, συνειδητοποίησα την πραγματική κλίμακα της πόλης.
Στο μυαλό μου η Αθήνα ήταν μια πραγματική μεγαλούπολη, πιο απρόβλεπτη και μυστηριώδης από το Λονδίνο για παράδειγμα, στο οποίο ζούσα για δέκα χρόνια και μου φαινότανε πιο βατό και συγκεκριμένο. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω αυτό αλλά έτσι ένιωθα. Οταν επέστρεψα στην Ελλάδα και πάτησα το πόδι μου στην Αθήνα όλα μου φαινόντουσαν ατελείωτα. Ενδεχομένως αυτό που γιγάντωνε την πόλη στο μυαλό μου ήταν η απουσία συνοχής, ότι ποτέ δεν ξέρεις τι εικόνα θα συναντήσεις στο επόμενο στενό, και άρα δεν ξέρεις τι μπορεί να σου συμβεί. Κάνοντας ρεπεράζ συνειδητοποίησα πόσο μικρότερα είναι όλα. Και αυτή ήταν τελικά η δημιουργική πρόκληση: πώς θα μπορούσα να αποτυπώσω την αίσθηση της μεγαλούπολης του μυαλού μου στην ταινία, ενώ η πραγματικότητα είναι πολύ πιο χειροπιαστή.

broadway behind

Πιστεύεις ότι το αθηναϊκό κέντρο είναι ένα σημείο με κινηματογραφικό ενδιαφέρον; Και γιατί;

Απίστευτο ενδιαφέρον. Oπως έλεγα και πριν, το κέντρο της Αθήνας έχει τόσες πολλές αποχρώσεις, τόσα διαφορετικά «πρόσωπα» που σου δίνει πλούσιο υλικό για να πλάσεις τη δική σου πόλη στο σινεμά, όπως σου ταιριάζει. Κάτι που ίσως είναι πιο δύσκολο σε άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες που έχουν πιο ορισμένη, κωδικοποιημένη αισθητική. Από την άλλη βέβαια αυτή η έλλειψη συνοχής είναι ένα μείον στην περίπτωση που θέλεις να κάνεις μια ταινία συγκεκριμένης εποχής-περιόδου, οπότε εκεί σίγουρα θα δυσκολευτείς. Στην Αθήνα βλέπεις την Ιστορία και τις ανατροπές της Ιστορίας και τις παθογένειες της αποτυπωμένες δίπλα-δίπλα στο αστικό σκηνικό. Ολο αυτό για μένα έχει μια φοβερή γοητεία. Μπορεί κάποιος άλλος να το βλέπει σαν ασχήμια, εγώ όχι.

Η αλήθεια είναι ότι από πολύ νωρίς με ενδιέφερε η φθορά του αστικού σκηνικού, ήδη από τα πρώτα ταινιάκια που γύριζα έφηβος με μια βιντεοκάμερα, πολύ πριν την οικονομική κρίση. Δεν έβρισκα κάτι ομορφότερο από ένα ζωντανό πρόσωπο μπροστά σε έναν κατεστραμμένο τοίχο. Δηλαδή πάντα με ενδιέφερε αυτή η αντίστιξη. Ενδεχομένως αυτό ήταν κάτι προσωπικό, ενδεχομένως όμως ήταν και κάτι που προμήνυε την κρίση που θα ερχόταν.»

Broadway Behind the Scenes

Το Broadway ήταν από την αρχή στο σενάριο; Τι σε γοήτευσε στο χώρο; Υπάρχουν μνήμες από παλιότερα χρόνια; Πόσο εύκολο ήταν να το εξασφαλίσετε για γυρίσματα; 

Δεν έχω μεγαλώσει στην Αθήνα οπότε δεν είχα μνήμες από τις παλιές, ένδοξες μέρες της Στοάς Broadway. Στην πορεία συνειδητοποίησα ότι είχα δει εικόνες από τη στοά στο «Πονηρό Θηλυκό, Κατεργάρα Γυναίκα» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη, κάποιες σκηνές του οποίου είχανε γυριστεί εκεί, αλλά δεν το ήξερα.
Ενα από τα πρώτα πράγματα που άρχισα να αναζητώ όταν ξεκίνησα να δουλεύω το σενάριο, πριν καν δομήσω ουσιαστικά τους χαρακτήρες, ήταν που και ποιο θα είναι το κρησφύγετο αυτής της συμμορίας. Και άρχισα να περιφέρομαι στο κέντρο, ψάχνοντας για εγκαταλειμένους χώρους και αποθήκες. Ωσπου κάποια στιγμή μίλησα με τη Σοφία Ντώνα, που είναι αρχιτέκτονας και εικαστικός, και μου πρότεινε να δω τη Στοά Broadway καθώς είχε κάνει ένα εικαστικό πρότζεκτ εκεί. Και πήγαμε, το είδα και έπαθα πλάκα.
Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι υπήρχε ένας τέτοιος θησαυρός, κρυμμένος στο κέντρο της Αθήνας. Και ήταν φοβερό – και λίγο μεταφυσικό – που ο χώρος λεγότανε Broadway και εγώ έγραφα μια ιστορία για μια ομάδα χορευτών. Οπότε αποφάσισα να βασίσω την ιστορία εκεί και να κάνω τον χώρο αυτό συμπρωταγωνιστή στην ιστορία. Μετά, δουλεύοντας το σενάριο, άρχισα να ξαναπλάθω τον χώρο στο μυαλό μου, σε βαθμό που όταν ξαναπήγα στη στοά μερικά χρόνια αργότερα για ρεπεράζ, συνειδητοποίησα πόσα πολλά πράγματα που φανταζόμουν για το χώρο δεν υπήρχαν. Οπότε χρειάστηκε να χτίσουμε το Broadway της ταινίας από την αρχή (με την φανταστική σκηνογράφο μου Αννα Γεωργιάδου) πάνω στην βάση του πραγματικού Broadway. Γίνανε πολλές και μεγάλες παρεμβάσεις στο χώρο, που δυστυχώς δεν υπάρχουν πια. Μοιραία το Broadway, όπως θα το δείτε στην ταινία, θα παραμείνει στη σφαίρα της μυθοπλασίας.

Σε ενδιαφέρει αυτή η αίσθηση της εγκαταλελειμμένης πόλης μέσα στην πόλη; Εχει να κάνει με τις συνέπειες μιας «κρίσης» γενικότερης των προηγούμενων χρόνων που έχει αφήσει το αποτύπωμά της;

Η αλήθεια είναι ότι από πολύ νωρίς με ενδιέφερε η φθορά του αστικού σκηνικού, ήδη από τα πρώτα ταινιάκια που γύριζα έφηβος με μια βιντεοκάμερα, πολύ πριν την οικονομική κρίση. Δεν έβρισκα κάτι ομορφότερο από ένα ζωντανό πρόσωπο μπροστά σε έναν κατεστραμμένο τοίχο. Δηλαδή πάντα με ενδιέφερε αυτή η αντίστιξη. Ενδεχομένως αυτό ήταν κάτι προσωπικό, ενδεχομένως όμως ήταν και κάτι που προμήνυε την κρίση που θα ερχόταν – ότι δηλαδή ένα παιδί στις αρχές του 2000 όπου όλα είναι καλογυαλισμένα και φανταχτερά πάει και εντοπίζει την ομορφιά στην φθορά, ίσως οφείλεται σε έναν γενικότερο κορεσμό που υποβόσκει. Οπότε τώρα που η αποδόμηση έχει ήδη συντελεστεί, με ενδιαφέρει η πορεία μιας ανασύνθεσης με τα θραύσματα παλαιότερων εποχών – θραύσματα που, καθώς τα κολλάς, μπορεί να τα βάλεις στη «λάθος» σειρά. Και ίσως έτσι βρεις το δικό σου νόημα.

Σε προγενέστερο στάδιο, που το κύριο μέλημα ήταν να κατακτήσουμε την αποδοχή της διαφορετικότητας του Αλλου – αλλά ως Αλλο – έβλεπες ότι οι άνθρωποι που νιώθανε "διαφορετικοί" ένιωθαν αναπόφευκτα ο Αλλος/το Αλλο, ακόμη και μέσα από την αποδοχή. Φαντάζομαι ότι σιγά-σιγά η έννοια της διαφορετικότητας θα αποτελέσει ένα καινούργιο φίλτρο στη σκέψη του καθενός. Φαντάζομαι.»

broadway behind the scenes

Σε ενδιαφέρει η πολιτική των ταυτοτήτων, τα θέματα φύλου, οι έννοιες της αυτοδιάθεσης, της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας στις ταινίες σου. Στο «Broadway» πως αποτυπώνεται αυτό;

Το «Broadway» εξερευνά όλα αυτά που αναφέρεις. Μάλλον αυτά είναι και τα κυρίαρχα θέματα που με απασχολούν. Αρα όποια ιστορία, όποιο σενάριο και να γράψω, πάντα βρίσκουν έναν τρόπο να τρυπώσουν μέσα και, εν τέλει, να το καθορίσουν. Αλλά σχεδόν ποτέ δεν ξεκινάω ένα σενάριο σκεπτόμενος ποιους θεματικούς άξονες θα ακολουθήσω. Ξεκινάω με τις εικόνες, τις αισθήσεις, τα πρόσωπα και καθώς αρχίζω να αναπτύσσω τους χαρακτήρες εμφανίζονται αυτές οι θεματικές τελείως οργανικά. Οπότε θα ήθελα, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον, να μην θεωρητικοποιήσω πάνω σε όλα αυτά και να αφήσω την δραματουργία να κάνει τη δουλειά της, επί της οθόνης. Αλλά σίγουρα η ταινία μιλάει – ή εγώ μιλάω μέσα από την ταινία – για αυτά τα θέματα.

Πώς βλέπεις να διαμορφώνεται η έννοια της «διαφορετικότητας» στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία; Γίνονται βήματα μπροστά αλλά και βήματα πίσω. Πόσο αισιόδοξος είσαι για το μέλλον;

Είμαι φύσει αισιόδοξος για τα μεγάλα πράγματα και φύσει απαισιόδοξος για τα μικρά. Πιστεύω ότι μπαίνουμε σε μια εποχή όπου η συζήτηση για τη «διαφορετικότητα» ανοίγει και πλέον θα αρχίσει να γίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Δηλαδή δεν θα είναι ζητούμενο μόνο η αποδοχή της διαφορετικότητας του Αλλου, αλλά η εξερεύνηση της «δικής μου/μας» διαφορετικότητας σαν αξία και όχι σαν κάτι που αφορά μόνο στους ανθρώπους που δεν «χωράνε» σε ετεροκανονικά μοντέλα ή κληρονομημένα φυλετικά «πρότυπα». Σε προγενέστερο στάδιο, που το κύριο μέλημα ήταν να κατακτήσουμε την αποδοχή της διαφορετικότητας του Αλλου – αλλά ως Αλλο – έβλεπες ότι οι άνθρωποι που νιώθανε «διαφορετικοί» ένιωθαν αναπόφευκτα ο Αλλος/το Αλλο, ακόμη και μέσα από την αποδοχή. Φαντάζομαι ότι σιγά-σιγά η έννοια της διαφορετικότητας θα αποτελέσει ένα καινούργιο φίλτρο στη σκέψη του καθενός. Φαντάζομαι.

Τι αναφορές θα συναντήσουμε στην ταινία; Τι ήταν η έμπνευσή σου; Ποιοι σκηνοθέτες και ταινίες ήταν «μαζί» σου στη δημιουργία της;

Αυτή είναι πάντα η πιο δύσκολη ερωτήση, γιατί ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι το καλύτερο μπλέντερ και όλα μπλέκονται με τρόπο απροσδιόριστο –εμπειρίες, αναφορές, όνειρα, στίχοι, βιβλία, έργα τέχνης και διαφημίσεις, όλα γίνονται ένα. Γενικώς δεν μπαίνω στη δημιουργική διαδικασία μιας ταινίας με άξονα συγκεκριμένες ταινίες-αναφορές. Προσπαθώ να είμαι όσο γίνεται πιο ελεύθερος, ξέροντας βέβαια ότι ό,τι κάνω είναι αποτέλεσμα πολλών και διαφορετικών επιρροών. Οπότε αν πρέπει τώρα να αναφέρω κάποια έργα ή δημιουργούς που ίσως με οδήγησαν στο «Broadway», με κάποιον τρόπο, θα μπορούσα να σου πω την «Όπερα της Πεντάρας», τον Χίτσκοκ, το «Fame÷ (αυτό σίγουρα δεν μπορώ να το αρνηθώ και θα καταλάβετε γιατί όταν δείτε την ταινία) και το «Flashdance», τον Μπίλι Γουάιλντερ, τη «Νύχτα των Σαλτιμπάγκων» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν και σίγουρα τα φιλμ νουάρ και τη μετάλλαξη τους: τα ερωτικά θρίλερ των 80s και 90s.

Broadway

Πώς θα περιέγραφες τη διαδρομή από το «Copa-Loca» στο «Broadway»; Ποιες ήταν οι σημαντικότερες στάσεις μέχρι εδώ; Τι χρειάστηκε να αντιμετωπίσεις;

Θεούς και δαίμονες, που λέμε. Το δικό μου άλμα από τις μικρού μήκους στο «Broadway» ήτανε σάλτο μορτάλε. Δηλαδή από εκεί που έκανα ταινίες χωρίς καθόλου χρήματα, χωρίς παραγωγούς και με 2-3 άτομα συνεργείο, ξαφνικά βρέθηκα να κάνω μια μεγάλη συμπαραγωγή με πολλές, ειδικές απαιτήσεις. Γιατί το «Broadway» δεν ήταν μια καθόλου απλή ταινία. Ολα είχανε έναν αυξημένο βαθμό δυσκολίας – τα σκηνικά, τα κοστούμια, η μουσική, τα χορευτικά, τα εξωτερικά γυρίσματα – όλα. Και βέβαια μπόρεσα να κάνω αυτή τη μετάβαση εξαιτίας της επιτυχίας του «Copa-Loca» που έπεισε κάποιους ανθρώπους να πιστέψουν σε μένα και στο πρότζεκτ. Στην πορεία έπαιξε ρόλο και το Sundance Lab στην Αμερική (εκεί παραδόξως γνώρισα την Αμάντα Λιβανού, που είναι η βασική παραγωγός της ταινίας, παρότι τότε έμενε μόλις δυο λεπτά μακριά από εμένα στα Εξάρχεια) και η συμμετοχή στο Atelier του Φεστιβάλ Καννών, που έφερε τη Le Pacte (sales agent και διανομέας στη Γαλλία). Πραγματικά δεν έχω πάραπονο. Οσες δυσκολίες και αν εμφανίστηκαν στην διαδρομή, αισθάνομαι στ’αλήθεια τυχερός γιατί το τελικό αποτέλεσμα δεν απέχει πολύ από αυτό που είχα στη φαντασία μου – οπότε οποιαδήποτε σφάλματα είναι της φαντασίας μου και όχι της υλοποίησης. Και αυτό το οφείλω στο ταλέντο όλων αυτών των ανθρώπων που εργάστηκαν για αυτό το αποτέλεμα με πάθος και αφοσίωση και επιμονή.

Τι είναι το πιο δύσκολο όταν κάνεις την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία;

Φυσικά η μεγαλύτερη δυσκολία ήταν η χρηματοδότηση, που πήρε χρόνια. Οι βασικές δυσκολίες της ταινίας αφορούσαν σε πρακτικά και οικονομικά ζητήματα. Δεν νομίζω ότι αντιμετώπισα κάποια ιδιαίτερη δυσκολία στο καθαρά δημιουργικό κομμάτι. Εκεί μπορώ να σου πω ότι ίσα-ίσα αισθάνθηκα μια απελευθέρωση δουλεύοντας τη μεγάλη φόρμα και σε μεγαλύτερη κλίμακα. Λάθη γίνονται, ειδικά σε κάθε πρώτη φορά, αλλά πολλά πράγματα βγήκανε φυσικά. Μια από τις ωραιότερες και πιο δημιουργικές φάσεις ήταν το casting και οι μετέπειτα πρόβες με τους ηθοποιούς που κρατήσανε πάνω από ένα χρόνο. Και σε αυτό το διάστημα δεθήκαμε πολύ. Σίγουρα αυτή η τόσο μακροπρόθεσμη δέσμευση ήτανε και μια πρόκληση για εκείνους, καθώς αφοσιώθηκαν σε αυτό το ένα πρότζεκτ και ενδεχομένως αφήσανε στην άκρη άλλες ευκαιρίες. Τους είμαι ευγνώμων για αυτή την αφοσίωση. Και βέβαια είχανε πολλή προετοιμασία να κάνουν: η Ελσα Λεκάκου χωρίς καμία προηγούμενη εμπειρία στο χορό έπρεπε να μάθει να χορεύει σαν επαγγελματίας, ο Φοίβος Παπαδόπουλος είχε να υποστηρίξει σωματικά μια συνολική μεταμόρφωση που απαιτούσε ειδική διατροφή και χίλιες-δυο στερήσεις, ο Στάθης Αποστόλου έπρεπε να κάνει μια άλλου τύπου μεταμόρφωση, όχι τόσο σωματική, που όμως απαιτούσε ψάξιμο, ο Ραφαέλ Παπάντ έπαιζε σαν ηθοποιός για πρώτη φορά στη ζωή του... Οπότε όλοι είχανε προκλήσεις να αντιμετωπίσουν. Αλλά πέραν της δουλειάς με το καστ, μια ταινία σαν το «Broadway» που έχει τόσες κατασκευαστικές ανάγκες σε σκηνογραφικό και ενδυματολογικό επίπεδο, έχει πολλή δουλειά στην προπαραγωγή της, αρκετό καιρό πριν το γύρισμα. Οπότε ο συντονισμός όλων αυτών των παραγόντων ήτανε σίγουρα μια πρόκληση για την παραγωγή. Και σαν κερασάκι στην τούρτα, ήρθε ο Covid.

Ελπίζω ότι τα πράγματα θα καλυτερεύσουν και ότι ο φόβος θα αρχίσει να υποχωρεί. Το ελπίζω. Σε κάθε περίπτωση, είναι σίγουρο οτι το σινεμά δεν έχει την ίδια μαζικότητα που είχε τον περασμένο αιώνα και αυτό ναι, οφείλεται στα καινούργια μέσα. Αλλά και εγώ ας πούμε που μεγάλωσα με τα video clubs, πριν την εποχή του streaming, είδα πολλές ταινίες για πρώτη φορά σε VHS ή DVD, δεν είναι κάτι καινούργιο. Σίγουρα το streaming, ως το σημερινό video club, έχει τα καλά του γιατί δίνει την ευκαιρία σε περισσότερο κόσμο να παρακολουθήσει ταινίες στις οποίες μπορεί να μην είχε πρόσβαση υπό άλλες συνθήκες.»

broadway behind

Εκανες γυρίσματα μέσα στην πανδημία; Πώς αντιμετωπίσατε ως παραγωγή αλλά και εσύ ως δημιουργός αυτήν την απρόσμενη συνθήκη; Τι ήταν το πιο δύσκολο πράγμα σε σχέση με την πανδημία.

Εκεί που ήμασταν έτοιμοι να ξεκινήσουμε γύρισμα, τον Μάρτιο του 2020, ήρθε η πρώτη καραντίνα και αναβάλαμε τα πάντα, μέχρι νεοτέρας. Οπότε κλείστηκα και εγώ στο σπίτι μου για δύο μήνες, όπως όλοι, και έπαθα μια μικρή κατάθλιψη, όπως όλοι. Αλλά ίσως τελικά αυτό το διάλειμμα έκανε καλό γιατί είχαμε ένα περιθώριο να ξαναγεμίσουμε τις μπαταρίες μετά από μια έντονη περίοδο προπαραγωγής. Τελικά ξεκινήσαμε τα γυρίσματα τον Ιούλιο του 2020 και ολοκληρώσαμε τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου, με μια παύση δυο μηνών στο ενδιάμεσο. Περάσαμε και εμείς από τα διάφορα στάδια της πανδημίας, με τα διάφορα πρωτόκολλα, με αλλεπάλληλα τεστ και διάφορες πρωτόγνωρες καταστάσεις. Σκέψου ότι είχαμε να γυρίσουμε σκηνές πλήθους στην Ερμού με εκατοντάδες κομπάρσους. Οπότε από τη μια έπρεπε να δημιουργήσουμε ένα κομφούζιο πλήθους ώστε οι σκηνές να δείχνουν πειστικές και από την άλλη έπρεπε να είμαστε προσεκτικοί ώστε να τηρούνται τα μέτρα και το εκάστοτε πρωτόκολλο. Ολα αυτά και άλλα πολλά, που η παραγωγή τα διαχειρίστηκε με υπευθυνότητα και καλή οργάνωση.

Τι έφερε η πανδημία στην ταινία; Τι πήρε η πανδημία από την ταινία;

Θέλω να πιστεύω ότι η πανδημία δεν πήρε κάτι από την ταινία. Σίγουρα όμως η πανδημία άλλαξε τη σημειολογία γενικά, οπότε υπάρχουν πράγματα που δεν μπορώ να αξιολογήσω σε αυτή τη φάση. Δηλαδή την ίδια ταινία, αν έβγαινε προ πανδημίας, μπορεί να την έβλεπες ή να τη «διάβαζες» διαφορετικά από ότι τώρα. Θεωρώ ότι το «Broadway» είναι μια ταινία «εξωστρεφής» ως προς την ενέργεια της, οπότε δεν έχω ιδέα πως θα την εισπράξει ένας θεατής που έχει αναγκαστεί τα τελευταία δύο χρόνια να ζει περιορισμένος. Η σημειολογία αλλάζει διαρκώς, έτσι και αλλιώς, οπότε σε πέντε, δέκα χρόνια ποιος ξέρει τι θα σημαίνει το «Broadway»;
Σε πρακτικό επίπεδο, ένα καλό που έφερε η πανδημία, τελικά, ήταν το ότι γυρίσαμε την ταινία σε δύο μέρη, κάτι που στην αρχή μου είχε φανεί σαν μεγάλο πρόβλημα. Αλλά σε αυτό το διάλειμμα που μεσολάβησε είχα την ευκαιρία να κλειστώ στο μοντάζ με τον Γιώργο (Λαμπρινό) να δουλέψουμε το υλικό που είχαμε μέχρι εκείνη τη στιγμή, να δω τι λειτουργεί και τι όχι. Οπότε όταν πήγα στη δεύτερη φάση των γυρισμάτων, ήξερα ακριβώς τι χρειαζόμουν για να ολοκληρώσω την ταινία. Και είχα περιθώριο για κάποια reshoots.

broadway behind the scenes

Η ταινία κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα της πάλι εν μέσω πανδημίας και μάλιστα online. Πόσο θα σου λείψει μια φυσική πρώτη προβολή της ταινίας;

Σίγουρα θα μου λείψει. Θέλαμε πολύ να πάμε όλη η ομάδα στο Ρότερνταμ και να το γιορτάσουμε. Αλλά ευτυχώς αμέσως μετά την online πρεμιέρα στο Ρότερνταμ έχουμε τη γαλλική πρεμιέρα στην Ανζερ που, εκτός απροόπτου, θα γίνει με φυσική παρουσία. Οπότε θα δούμε εκεί την ταινία με κοινό για πρώτη φορά.

Σε ποια πλευρά ανήκεις ανάμεσα σε όσους θεωρούν ότι το online είναι το τέλος του σινεμά και σε όσους θεωρούν ότι η νέα αυτή εποχή γεννά ευκαιρίες για μικρότερες ταινίες που μπορεί μέσω online προβολών να δουν περισσότεροι άνθρωποι;

Δεν θεωρώ ότι το σινεμά έχει τελειώσει. Και δεν θεωρώ ότι το οnline θα μπορούσε να το τελειώσει. Οπως και δεν τελείωσε με τον ερχομό της τηλεόρασης ή της βιντεοκασέτας. Κανένα καινούργιο μέσο δεν μπορεί να ακυρώσει τη συλλογική εμπειρία της κινηματογραφικής αίθουσας, όπως και τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει την εμπειρία της συναυλίας, της παράστασης ή της διαδήλωσης. Θεωρώ ότι θα συνεχίσει να υπάρχει το ζητούμενο της κινηματογραφικής αίθουσας, και εφόσον υπάρχει ζητούμενο διαμορφώνονται και οι συνθήκες. Το μόνο που μπορεί να καταστείλει την ανάγκη για φυσική, συλλογική εμπειρία είναι ο φόβος– είτε λόγω μιας πανδημίας, είτε λόγω οποιουδήποτε άλλου φαινομένου αντίστοιχης βαρύτητας.
Ελπίζω ότι τα πράγματα θα καλυτερεύσουν και ότι ο φόβος θα αρχίσει να υποχωρεί. Το ελπίζω. Σε κάθε περίπτωση, είναι σίγουρο οτι το σινεμά δεν έχει την ίδια μαζικότητα που είχε τον περασμένο αιώνα και αυτό ναι, οφείλεται στα καινούργια μέσα. Αλλά και εγώ ας πούμε που μεγάλωσα με τα video clubs, πριν την εποχή του streaming, είδα πολλές ταινίες για πρώτη φορά σε VHS ή DVD, δεν είναι κάτι καινούργιο. Σίγουρα το streaming, ως το σημερινό video club, έχει τα καλά του γιατί δίνει την ευκαιρία σε περισσότερο κόσμο να παρακολουθήσει ταινίες στις οποίες μπορεί να μην είχε πρόσβαση υπό άλλες συνθήκες. Αλλά να σου πω και κάτι που άκουσα πρόσφατα:
Η ανιψιά μου η Δέσποινα είναι 6 χρονών και έχει γεννηθεί με ένα τάμπλετ αγκαλιά, είναι σαν προέκταση του χεριού της. Πριν λίγο καιρό είχε πάει στο σινεμά να δει μια ταινία κινουμένων σχεδίων. Και τη ρώτησα τα Χριστούγεννα που την είδα: «Που προτιμάς να βλέπεις καρτούν; Στο τάμπλετ, στην τηλεόραση ή στο σινεμά;» και χωρίς δεύτερη σκέψη αναφώνησε «Στο σινεμά!». Οπότε όλα καλά.

Τι θα ήθελες να νιώσει ένας θεατής μετά την ταινία σου; Τι έχεις προσπαθήσει να μεταδώσεις;

Αλλη μια πολύ δύσκολη ερώτηση. Θα μπορούσα να σου πω πολλά, αλλά θα περιοριστώ στο εξής συμβολικό: Θεωρώ ότι το «Broadway» δεν είναι μόνο ένα «film» αλλά είναι και «movie», έτσι το βλέπω εγώ τουλάχιστον. Στα ελληνικά όλα τα λέμε «ταινίες», στα αγγλικά μπορείς να παίξεις με τους όρους αυτούς. Νιώθω λοιπόν ότι »Broadway» είναι και «movie» οπότε αν το νιώσει και ο θεατής αυτό, θα είμαι ικανοποιημένος.

Το ελληνικό σινεμά είναι το καλύτερο σινεμά στον κόσμο! Αν μιλάμε για το ανθρώπινο, καλλιτεχνικό δυναμικό των ταινιών. Εντάξει, δεν ξέρω αν υπάρχει το «καλύτερο» σινεμά γενικώς, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει τόση συσσώρευση ταλέντου σε αυτό εδώ το μικρό μέρος που ζούμε, που μπορούν να γίνουν θαύματα με τις σωστές υποδομές. Με ενοχλεί λοιπόν που η κρατική υποστήριξη είναι ακόμη σε τόσο χαμηλά επίπεδα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην αμείβονται όπως πρέπει όλοι αυτοί οι ταλαντούχοι, πολυμήχανοι άνθρωποι του Ελληνικού σινεμά. Γιατί η ευρηματικότητα θα έπρεπε να αμοίβεται και όχι απλώς να σώζει καταστάσεις.»

Χρήστος Μασσαλάς

Ποιους σκηνοθέτες και ταινίες θεωρείς «συγγενείς» από την ιστορία του ελληνικού σινεμά;

Πρέπει να πω ότι έχω ακόμη σημαντικές ελλείψεις στην ιστορία του ελληνικού σινεμά. Ίσως επειδή στα 18 μου έφυγα για Λονδίνο, όπου σπούδασα και έζησα για αρκετά χρόνια. Οπότε η κινηματογραφική μου καλλιέργεια διαμορφώθηκε μακριά από την Ελλάδα και δεν είχα, για παράδειγμα, την ευκαιρία να πηγαίνω στη Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κάθε χρόνο, να παρακολουθώ όλα αυτά τα ωραία αφιέρωματα, όπως ακούω ότι συνέβαινε με άλλους σκηνοθέτες. Παρακολούθησα κάποιες ταινίες στα αφιερώματα που έγιναν στη «Χαμένη Λεωφόρο του Ελληνικού Σινεμά» και κάλυψα κάποια κενά, αλλά έχω δρόμο ακόμη. Οπότε οι αναφορές μου στο ελληνικό σινεμά είναι αρκετά κλασσικές. Σίγουρα οι πρώτες 3-4 ταινίες του Κακογιάννη παραμένουν από τις αγαπημένες μου στο ελληνικό σινεμά. Και υπάρχουν και ταινίες της εποχής του Φίνου που μου αρέσουν πολύ, ειδικά τα ερωτικά νουάρ του Γιάννη Δαλιανίδη με τη Ζωή Λάσκαρη - «Στεφανία», «Ιλιγγος», «Δάκρυα για την Ηλέκτρα». Και για αυτό η Λάσκαρη, με έναν μαγικό τρόπο, εμφανίζεται και στο «Broadway».

Που θα τοποθετούσες το «Broadway» μέσα στο σύγχρονο τοπίο του ελληνικού σινεμά;

Δεν ξέρω να σου πω την αλήθεια. Προσπαθώ στο σινεμά να κάνω αυτό που μου βγαίνει «αυθεντικά» – και όταν λέω «αυθεντικά» δεν εννοώ αυτόματα. Αυτή η «αυθεντικότητα» είναι αποτέλεσμα σκέψης, αλλά όχι σκέψης προς την κατεύθυνση της «ένταξης» σε ένα πλαίσιο ή της διαφοροποίησης από αυτό. Μπορεί να κάθομαι όλη μέρα και να σκέφτομαι ποια θα είναι η επόμενη ατάκα στο σενάριο, ή τι απόχρωση πρέπει να έχει το ρούχο του χαρακτήρα, ή αν μια μετατροπία στη μουσική ταιριάζει ή όχι σε μια δεδομένη στιγμή της σκηνής. Αυτά είναι που με απασχολούν, με τρόπο ίσως λίγο εμμονικό. Αλλά τα υπόλοιπα προσπαθώ να μην τα πολυσκέφτομαι, γιατί ό,τι και να πιστεύω εγώ δεν έχει σημασία. Η ταινία θα πάρει τη θέση που της αναλογεί, όποια και αν είναι αυτή, μέσα στο τοπίο του ελληνικού σινεμά.

broadway behind

Εχεις έτοιμη την πρώτη σου ταινία καθώς το ελληνικό σινεμά συνεχίζει να γίνεται δύσκολα, αλλά βρίσκει πλέον τις διεξόδους του στο εξωτερικό και στο εσωτερικό, ενώ η Ελλάδα έχει γίνει και κέντρο προσέλκυσης ξένων παραγωγών. Πώς αντιλαμβάνεσαι εσύ αυτήν την εποχή; Τι διαφορετικό βρίσκεις να συμβαίνει από παλιότερα;

Αποφάσισα ότι θέλω να ασχοληθώ με το σινεμά σε πολύ μικρή ηλικία, σε μια περίοδο που το ελληνικό σινεμά για το εξωτερικό ήταν ταυτόσημο με τις ταινίες του Αγγελόπουλου, σχεδόν αποκλειστικά. Και παρότι δεν υπήρχαν ελληνικές ταινίες που να ήξερα και που ήταν κοντά στο σινεμά που ονειρευόμουν να κάνω, δεν πτοήθηκα. Αποφάσισα ότι αυτό θέλω να κάνω και όπου με βγάλει.
Οταν ξεκίνησα να κάνω τις πρώτες μου σπουδαστικές μικρού μήκους είχε μόλις γίνει το άνοιγμα του εληνικού σινεμά – σκέψου ότι είδα και τον «Κυνόδοντα» και τη «Στρέλλα» στο Λονδίνο, φοιτητής. Οπότε ίσως ήταν ευνοικό timing το ότι ξεκίνησα να κάνω ταινίες τη στιγμή που το ελληνικό σινεμά είχε αρχίσει να συγκεντρώνει πάνω του τα βλέμματα, κάτι που δεν θα μπορούσα να έχω προβλέψει.
Τώρα, δώδεκα χρόνια μετά, υπάρχει μια νέα φουρνιά από σκηνοθέτες που παρουσιάζουν τις πρώτες τους μεγάλου μήκους απόπειρες, μέσα σε αυτούς και εγώ, σε ένα κλίμα ίσως πιο ευνοϊκό, εξαιτίας των κατακτήσεων όλων εκείνων που προηγήθηκαν. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχει τεράστιο περιθώριο βελτίωσης στον τρόπο που γίνονται και διανέμονται οι ταινίες στην Ελλάδα.

Οι πλατφόρμες που σε συναντούν ως θεατή και ως δημιουργό; Είναι ένα κομμάτι από το πιθανό μέλλον ενός δημιουργού;

Γιατί όχι. Αν το δίλημμα ήταν «μια ταινία για την αίθουσα» ή «μια ταινία για τον υπολογιστή» θα σου έλεγα προφανώς «μια ταινία για την αίθουσα». Αλλά ζούμε στην εποχή που ζούμε, οπότε θέλω να είμαι ανοιχτός. Το σημαντικό είναι να υπάρχει δίαυλος επικοινωνίας με το κοινό, να υπάρχει κοινό και όχι απλώς να παίζεται μια ταινία σε μερικά φεστιβάλ και τέλος. Αυτό είναι το το πιο σημαντικό. Και φυσικά να έχουμε την ελευθερία να κάνουμε τις ταινίες που πιστεύουμε, όπως τις πιστεύουμε και όσο πιο αυθεντικά γίνεται.

Ελπίζω η περσινή χρονιά που πήγε τόσο καλά στα θερινά για τις ελληνικές ταινίες, τηρουμένων των αναλογιών, να μην ήταν μια εξαίρεση λόγω της εξόδου από το lockdown αλλά η αρχή μιας νέας «σχέσης» μεταξύ κοινού και Ελλήνων δημιουργών (και διανομέων).»

Χρήστος Μασσαλάς

Τι σε ενοχλεί σήμερα στο ελληνικό σινεμά και στον τρόπο που γίνεται το ελληνικό σινεμά;

Το ελληνικό σινεμά είναι το καλύτερο σινεμά στον κόσμο! Αν μιλάμε για το ανθρώπινο, καλλιτεχνικό δυναμικό των ταινιών. Εντάξει, δεν ξέρω αν υπάρχει το «καλύτερο» σινεμά γενικώς, αλλά πιστεύω ότι υπάρχει τόση συσσώρευση ταλέντου σε αυτό εδώ το μικρό μέρος που ζούμε, που μπορούν να γίνουν θαύματα με τις σωστές υποδομές. Και όταν μιλάω για ταλαντούχους ανθρώπους δεν αναφέρομαι μόνο σε σκηνοθέτες και ηθοποιούς, αλλά και σε καλλιτεχνικούς συντελεστές, σε τεχνικούς, συνολικά. Ενδεικτικά να σου πω ότι όταν ήρθανε οι Γάλλοι συμπαραγωγοί μας στην Ελλάδα για μερικές μέρες στα γυρίσματα είχανε πάθει πλάκα με τον τρόπο που δουλεύουμε στην Ελλάδα και με το πώς καταφέρνουμε να δημιουργήσουμε production value με λίγα μέσα και πολύ λιγότερα χρήματα από ότι σε αντίστοιχες παραγωγές του εξωτερικού. Με ενοχλεί λοιπόν που η κρατική υποστήριξη είναι ακόμη σε τόσο χαμηλά επίπεδα και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην αμοίβονται όπως πρέπει όλοι αυτοί οι ταλαντούχοι, πολυμήχανοι άνθρωποι του Ελληνικού σινεμά. Γιατί η ευρηματικότητα θα έπρεπε να αμοίβεται και όχι απλώς να σώζει καταστάσεις.

Οι Ελληνες θεατές δεν θέλουν να βλέπουν ελληνικό σινεμά. Φέτος με μια σειρά ταινιών και καλλιτεχνικών και εμπορικών έδειξαν να γοητεύονται ξανά. Πόσο αισιόδοξος είσαι ότι θα υπάρξει ξανά κοινό για την ελληνική ταινία;

Ονειρεύομαι τη μέρα, ειλικρινά, που οι Ελληνες σκηνοθέτες θα σκέφτονται πρώτα «πότε θα βγούμε στις αίθουσες» και μετά «πότε θα πάμε στο χ φεστιβάλ». Εύχομαι να μπορούν να γίνονται και τα δυο. Αλλά προς το παρόν το «ποτε θα βγούμε στις αίθουσες» είναι μια υποσημείωση πολυτελείας, σαν ένα μικρό μπόνους και όχι ο αληθινός προορισμός των ταινιών. Ελπίζω η περσινή χρονιά που πήγε τόσο καλά στα θερινά για τις ελληνικές ταινίες, τηρουμένων των αναλογιών, να μην ήταν μια εξαίρεση λόγω της εξόδου από το lockdown αλλά η αρχή μιας νέας «σχέσης» μεταξύ κοινού και Ελλήνων δημιουργών (και διανομέων).

Πώς νιώθεις ως σκηνοθέτης, μέρος μιας μεγαλύτερης καλλιτεχνικής κοινότητας στην Ελλάδα του σήμερα;

Νιώθω σαν ετεροθαλής αδερφός. Ισως επειδή είμαι μοναχοπαιδί από δεύτερο γάμο, νιώθω σε όλα λίγο σαν ετεροθαλής αδερφός. Είμαι μέρος της ευρύτερης οικογένειας αλλά κάποια πράγματα έχω μάθει να τα κάνω με το δικό μου τρόπο.

Broadway

Broadway | Σκηνοθεσία - Σενάριο: Χρήστος Μασσαλάς | Παραγωγός: Αμάντα Λιβανού (Ελλάδα), Μπερτράν Γκορ (Γαλλία), Κριστιάν Νικολέσκου (Ρουμανία) | Διεύθυνση Φωτογραφίας: Κωνσταντίνος Κουκουλιός | Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Σεφερλή, Γιώργος Στεργίου | Casting: Athens Casting (Αλεξ Κέλι, Χριστίνα Αξιώτη) | Location Scouting: Παναγιώτης Λαζαράκος | Σκηνικά: Αννα Γεωργιάδου | Κοστούμια: Μάρλι Αλειφέρη | Χορογραφία: Τσάλι Τζένινγκς | Μοντάζ: Γιώργος Λαμπρινός | Ηχος Δημήτρης Κανελλόπουλος | Πρωταγωνιστούν: Ελσα Λεκάκου, Φοίβος Παπαδόπουλος, Στάθης Αποστόλου, Ραφαέλ Παπάντ, Σαλίμ Τάλμπι και ο Χρήστος Πολίτης | Μια συμπαραγωγή των Neda Film, Blue Monday Productions (Γαλλία) και Digital Cube (Ro) | Σε συμπαραγωγή με Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, ΕΡΤ, CNC, Eurimages, EKOME | Με τη στήριξη του City of Athens Film Office | Ανάπτυξη σεναρίου με τη στήριξη του Sundance Institute | Διεθνείς Πωλήσεις: Le Pacte

Αναζητήστε περισσότερες πληροφορίες για το «Broadway» στην επίσημη σελίδα του στο Facebook.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.