Από τα αρχεία | Ο Βασίλης Ραφαηλίδης (μιλάει) για την κριτική

ΑΠΟΨΗ 20 AUG  /  Flix Team

Για κάθε μια μέρα του Αυγούστου, διαβάζουμε «επίκαιρα» κείμενα από το παρελθόν του ελληνικού σινεμά.

O κριτικός κινηματογράφου πρέπει να έχει παιδεία

Ασφαλώς πρέπει να είναι προαπαιτούμενο, όπως άλλωστε και κάθε τι που έχει σχέση με μια πνευματική εργασία. Η παιδεία, η κουλτούρα. Αλλά ίσως πριν και από αυτό να υπάρχει κάτι άλλο, μια κριτική ικανότητα που την έχουν όλοι οι άνθρωποι βέβαια, όλοι οι άνθρωποι κάνουν κριιτκή όταν σχολιάζουν κάποιον, οτιδήποτε, ακόμη και όταν λέω είναι καλό αυτό το φαγητό, ένα είδος κριτικής κάνω.
Πέστε ότι η κριτική είναι μια βασική ικανότητα του ανθρώπου, αλλά αυτό, μιλάμε για μια ικανότητα αυξημένη το να κάνεις κριτική, το να μπορείς να κρίνεις πράγματα, καταστάσεις, ανθρώπους, γεγονότα, την οποία μπορείς και να μεθοδεύσεις, να την καλλιεργήσεις περισσότερο. Και φυσικά δεν μπορείς να την καλλιεργήσεις έξω από την κουλτούρα. Όταν μελετάς λογοτεχνία για παράδειγμα, κατ' ανάγκη κάνεις κριτική, από τη στιγμή που κάθεσαι και σκέφτεσαι πάνω στα γεγονότα που μόλις διάβασες, τις περιγραφές των καταστάσεων που μόλις διάβασες, τους χαρακτήρες. Προσπαθείς να καταλάβεις πως οι χαρακτήρες κινούνται μέσα στα γεγονότα, πως τα επηρεάζου νκαι πως τα γεγονότα επηρεάζουν τους χαρακτήρες. Αυτό είναι ήδη μια κριτική, πώς να το πω;
Όταν έχεις αυτή την ικανότητα κάπως ανεπτυγμένη, ότι και να κάνεις από εκεί και πέρα σαν παιδεία, ότι και να διαβάσεις, κατ' ανάγκη δουλεύεις κριτικά, είτε είναι λογοτεχνία αυτό, είτε είναι δοκίμιο. Περισσότερο στο δοκίμιο φυσικά. [..] Ας ονομάσουμε αυτή την ικανότητα ταλέντο, αν και δεν είναι ακριβώς. Και το άλλο που θα έρθει επίκτητα δεδομένα - η κουλτούρα δηλαδή - κάπου σμίγουν.

Οι κριτικοί και οι σκηνοθέτες

Είναι φυσική αυτή η διαμάχη. Πώς να το πούμε; Είναι παρά πολύ δυσάρεστο για ένα δημιουργό να μιλάς αρνητικά γι' αυτόν, ακόμη και στην περίπτωση που καταλαβαίνει ότι έχεις δίκιο. Και βέβαια, γίνεται μια σύγχιση σταθερά και μόνιμα. Ανάμεσα στη θετική κριτική και την καλή κριτική. Όταν λένε μου έκανε μια καλή κριτική, εννοούν πάντα μια θετική κριτική. Κριτική δηλαδή που μιλάει θετικά γι' αυτόν.
Μπορεί όμως αυτή η κριτική να είναι μια άφτιαχτη κριτική, ένα κακό κείμενο, ένα ανόητο κείμενο, μια βλακεία και ο άλλος να την εισπράξει σαν καλή κριτική γιατί είναι θετική. Μιλάει θετικά για το έργο του. Αυτός ο διαχωρισμός δεν γίνεται και δεν γίνεται ποτέ θα έλεγα ανάμεσα στη θετική κριτική και την καλή κριτική. Τουλάχιστον εγώ δεν συνάντησα ούτε έναν, που να μίλησε θετικά για ένα δικό μου κείμενο, όταν είχε μια αρνητική στάση απέναντι ου.

Κάθε ταινία (δεν) πρέπει να είναι πολιτική

Ασχετα από τις προτιμήσεις τις δικές σου για πολιτικές ταινίες ή κάτι άλλο, δεν έχει σημασία, είναι αυτονόητο ότι υπάρχουν πολλά κινηματογραφικά είδη. Το κάθε είδος έχει κάποια κλειδιά αισθητικά δικά του. [...] Δεν μπορείς να ψάξεις να βρεις την πολιτική σε όλα τα φιλμ και να απορρίπτεις κάποιο το οποίο δεν είναι πολιτικό ή δεν έχει ένα μήνυμα, ένα προβληματισμό τέτοιου είδους. Ας πούμε ένα σπουδαίο γουέστερν, είναι ένα σπουδαίο γουέστερν, πώς να το κάνουμε; Ενώ μια ταινία του Χίτσκοκ είναι μια ταινία του Χίτσκοκ. Αν ψάχνεις να βρεις πολιτική σε μια ταινία του Χίτσκοκ μάλλον απέτυχες εξ αρχής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα απορρίψεις τον Χίτσκοκ... Σε καμιά περίπτωση δεν θα απορρίψεις ένα γουέστερν του Τζον Φορντ, για παράδειγμα. Και σε τελική ανάλυση η σιαθητική είναι αισθητική, η τέχνη είναι τέχνη. Οταν το φιλμ δικαιώνεται από μόνο του αισθητικά, είναι ένα φιλμ αποδεκτό, καλό, είτε έχει πολιτικό μήνυμα, ίετε δεν έχει. Και βεβαίως ένα φιλμ το οποίο έχει μια πολιτική πρόταση και είναι κακό φιλμ, είναι ένα φιλμ απορριπτέο.
Δεν μας ενδιαφέρει ένα φιλμ που έχει πολιτικό μήνηυμα και είναι ένα άθλιο κατασκεύασμα. Μας ενδιαφέρει κατ' αρχήν το σινεμά. Ευχόμαστε και εμείς οι Αριστεροί ακόμη περισσότερο, να ήταν περισσότερα τα φιλμ με πολιτικό μήνυμα, τα καλά φιλμ με πολιτικό μήνυμα. Αλλά εν πάση περιπτώσει, εκτός από Αριστεροί είμαστε και άνθρωποι που ασχολούμαστε με την τέχνη, μας ενδιαφέρει η αισθητική. Προσωπικά με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο απ' ότι το κόμμα ή ό,τι άλλο. Και συνεπώς την προτεραιότητα δεν μπορούσα παρά να τη δίνω στην αισθητική. Ο,τι και να είναι. [...] Ας πούμε για παράδειγμα, κάποια στιγμή υπήρχε μια ταινία εξ ορισμού αντιδραστική. Το «Οι Αθλητές του Σταδίου» για παράδειγμα. Δεν σημαίνει τίποτα αυτό. Είναι μια ταινία πάρα πολύ μεγάλη, πάρα πολύ σοβαρή, φτιαγμένη από μια γυναίκα με εξαιρετικά μεγάλο ταλέντο που δυστυχώς γι' αυτή ή για μας, έτυχε να είναι ναζίστρια. Δύσκολη θέση του κριτικού στην περίπτωση αυτή, του αριστερού κριτικού, αλλά τελικά νομίζω ότι πρέπει να επιλέξεις και εγώ επέλεξα την τέχνη και όχι τον φασισμό. Και δεν είναι καθόλου σίγουρο πως η Ρίφενσταλ θα μπορούσε να είναι φασίστρια. Αργότερα καταλάβαμε πως δεν είναι. Απλώς ήταν μια φιλόδοξη γυναίκα και ταλαντούχα που έτυχε να ζήσει στη Γερμανία εκείνη την εποχή, δεν μπορούσε παρά να κάνει αυτά τα πράγματα. Θα μπορούσε να μην τα κάνει φυσικά, να αρνηθεί συνεργασία με το καθεστώς, αλλά αυτό είναι λίγο εύκολο να το λες για έναν φιλόδοξο άνθρωπο, νέο άνθρωπο, ο οποίος έχει όλες τις δυνατότητες, το καθεστώς του παρέχει κάθε είδος ευκολίας για να κάνει τη δουλειά.

Είναι παρά πολύ δυσάρεστο για ένα δημιουργό να μιλάς αρνητικά γι' αυτόν, ακόμη και στην περίπτωση που καταλαβαίνει ότι έχεις δίκιο. Και βέβαια, γίνεται μια σύγχιση σταθερά και μόνιμα. Ανάμεσα στη θετική κριτική και την καλή κριτική. Όταν λένε μου έκανε μια καλή κριτική, εννοούν πάντα μια θετική κριτική.»

Το νόημα και η αισθητική (δεν) πηγαίνουν μαζί

Στα πολύ σοβαρά και στα πολύ πετυχημένα φιλμ, ναι, ασφαλώς. Αλλά το μήνυμα, μπορεί να μην είναι αριστερό μήνυμα. Δηλαδή ασφαλώς μια σωστή ταινία πρέπει να ταυτίζει. Όπως και το περιεχόμενο είναι το ίδιο πράγμα. Το περιεχόμενο εκδηλώνεται, φαίνεται, είναι αντιληπτό μέσα από τη μορφή, Εντάξει. Το πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό. Είναι τι περιεχόμενο είναι αυτό. Είναι περιεχόμενο που θα μπορούσε να συμφωνήσει εύκολα πολιτικά, είτε σαν κοινωνικός άνθρωπος, είτε σαν Έλληνας, σαν δεν ξέρω τι, ή είναι κάτι που θα το απορρίψεις. Για την αισθητική δεν θα διαφωνούσε κανείς. Το περιεχόμενο αυτό το το απορρίπτεις. Αλλά βλέπεις όμως ότι το περιεχόμενο ταυτίζεται με τη φόρμα και κάνει ένα πολύ μεγάλο φιλμ. Σ' αυτή την περίπτωση τι θα κάνεις; Θα απορρίψεις το περιεχόμενο της ταινίας μόνο και μόνο επειδή είναι αντεθνικό; Στην περίπτωση της Ρίφενσταλ είναι το περιεχόμενο με το οποίο δεν συμφωνείς εσύ που ταυτίζεται με τη φόρμα. Είναι ένα άλλο πρόβλημα αυτό. Είναι άλλο πρόβλημα η σχέση μορφής και περιεχομένου και άλλο τι περιεχόμενο είναι αυτό. Διαφωνείς, συμφωνείς, το απορρίπτεις ή όχι δεν έχει καμία σημασία.
Σημασία έχει να αποδέχεσαι το περιεχόμενο που ο άλλος θέλει να βάλει στο δικό του έργο και να αποδέχεσαι τελικά το τελικό αποτέλεσμα, δηλαδή την ισορροπία μορφής και περιεχομένου, όπως αυτός καταλαβαίνει το περιεχόμενο και όχι όπως το θέλεις εσύ. Τώρα, αν εσύ έχεις τη δυνατότητα να υπαγορεύσεις στη Ρίφενσταλ το δικό σου περιεχόμενο στην ταινία της, θα ήταν μια άλλη ταινία.

Κριτική και νόηση

Η κριτική είναι μια από τις λειτουργίες της ανθρώπινης νόησης. Και σαν τέτοια, είναι άμεσα εξαρτημένη από την κατά Μπερξόν κλίμακα της γνωστικής λειτουργίας, που είναι το ένστικτο, η διαίσθηση, το συναίσθημα και η νόηση. Η νοητικότητα αποτελείται από απ' όλα αυτά μαζί. Αυτό σημαίνει πως άνθρωπος με ελλειμματικά ένστικτα, που αποτελούν την πρωταρχική γνωστική λειτουργία, αποκλείεται να σκέφτεται με επάρκεια. Το ίδιο και άνθρωπος με κολοβά συναισθήματα. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η δική μου «ορμητική φρασεολογία» είναι το αποτέλεσμα μια ορμητικής ιδιοσυγκρασίας - και τίποτα περισσότερο. Εν πάση περιπτώσει, χαίρομαι που κατάφερα να διατηρήσω, σε ηλικία 50 χρονών σήμερα, ζωντανά τα ένστικτά μου και τα συναισθήματά μου.

Αποσπάσματα από συνέντευξη του Βασίλη Ραφαηλίδη στον Γιάννη Φραγκούλη (αντί-Κινηματογράφος, τεύχος 17, 1997) και στον Αλέξη Δερμεντζόγλου (Οθόνη, τεύχος 17, 1984)

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.