Το 2022, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ χαρακτήρισε το «Lullaby», το ντεμπούτο της, ως «αναμφίβολα το καλύτερο ντεμπούτο στον ισπανικό κινηματογράφο εδώ και χρόνια».
Τρία χρόνια μετά, η σκηνοθέτης Αλάουντα Ρουΐθ ντε Αθούα επιστρέφει με κάτι ακόμα πιο περίτεχνο, δύσκολο, βαθιά ανθρώπινο και δυνατό. Το «Ολες οι Κυριακές» εξετάζει την επιλογή της 17χρονης Αϊνάρα να αποχωριστεί τα εγκόσμια και να κλειστεί σε μοναστήρι - μία απόφαση που δυναμιτίζει τις ισορροπίες στην ευρύτερη οικογένειά της. Από την μία ο πατέρας της που έχει ξαναπαντρευτεί και συνεχίσει τη ζωή του δεν παρεμβαίνει, από την άλλη η θεία της, αγνωστική και πεισματάρα, που προσπαθεί να την μεταπείσει.
Συνήθως στο σινεμά εξετάζουμε ποιος ορίζει το σώμα ενός 17χρονου κοριτσιού με άλλες αφορμές. Εδώ τη διεκδικούν οι θεσμοί της Εκκλησίας και της εξίσου «ιερής» οικογένειας. Αφήνουν ακόμα και σήμερα οι κοινωνίες χώρο στην ελεύθερη ατομική βούληση μίας έφηβης;
Αυτά κι άλλα πολλά συζητάμε με την Ισπανίδα -από τη Χώρα των Βάσκων- σκηνοθέτη, που με τη δεύτερη ταινίας κατάφερε να δημιουργήσει και πάλι ένα κάλεσμα για διάλογο ηχηρό και συγκινητικό. Σαν Κυριακάτικο σήμαντρο...
Ποια ήταν η αρχική ιδέα της ταινίας; Υπήρχαν κάποια προσωπικά ερωτήματα ή μία βαθύτερη υπαρξιακή ανάγκη που ψάχνατε τρόπο να απαντήσετε με αυτή την ιστορία;
Με ενδιέφερε να καταλάβω πώς -στο σήμερα, στον σύγχρονο κόσμο- μια 17χρονη κοπέλα μπορεί να νιώθει ένα τόσο βαθύ, ακλόνητο θρησκευτικό κάλεσμα. Οπως ήθελα επίσης να διερευνήσω πόσο κάτι τέτοιο δημιουργεί ένα βαθύ ρήγμα στις οικογένειες των κοριτσιών. Για αυτό η ταινία παρουσίαζε μια ευκαιρία να κοιτάξει κανείς πιο προσεχτικά τις οικογενειακές σχέσεις. Ηθελα να εξετάσω πώς μία εξτρεμιστική τέτοια απόφαση αποτελεί καταλύτη και ξεσκεπάζει βαθύτερα προβλήματα και εντάσεις σε μια οικογένεια.
Πάντα οι θεατές κουβαλούν στην αίθουσα τις δικές τους αποσκευές, με τις δικές τους ιδεολογίες κι απόψεις - πόσο μάλιστα σε μία τέτοια ταινία. Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι με τον τρόπο που αποκαλύπτονται οι χαρακτήρες, αλλάζει κανείς τοποθέτηση. Γράψατε επίτηδες έτσι το σενάριο; Ως απόδειξη ότι σε θέματα πίστης όλα είναι υποκειμενικά και δεν μπορεί να υπάρχει μία μόνο ξεκάθαρη τοποθέτηση ή αλήθεια;
Εγραψα το σενάριο προσπαθώντας να σεβαστώ το συναισθηματικό ταξίδι όλων των χαρακτήρων. Και, πάνω από όλα, δεν ήθελα τα πάντα να καταλήγουν σε ένα κλισέ ηθικό δίδαγμα. Οι ιστορίες ήταν όλες εμπνευσμένες από πραγματικά περιστατικά που συνάντησα στην έρευνα μου - βασίστηκα σε πράγματα που άκουσα από κορίτσια που επέλεξαν τον μοναχισμό κι από αντιδράσεις των μελών της οικογένειας τους. Το πιο δύσκολο να κατανοήσω, και μετέπειτα να γράψω, ήταν η πολυσύνθετη φύση της σύγκρουσης. Κανείς δεν έχει ακριβώς δίκιο, ή ακριβώς άδικο. Ενα κορίτσι μπορεί να βρει παρηγοριά, αγάπη, εσωτερική γαλήνη σε ένα βαθύ θρησκευτικό συναίσθημα, και ταυτόχρονα, ναι, υπάρχει η πιθανότητα η Εκκλησία να εκμεταλλεύεται αυτή την ευαισθησία. Μια θεία μπορεί να αγαπάει πολύ την ανιψιά της, αλλά να καταστρέψει την επικοινωνία μαζί της, να διαλύσει τη σχέση τους, λόγω εγωισμού. Με ενδιέφεραν λοιπόν οι γκρι περιοχές. Θεωρώ ότι αν κρατήσει κανείς ισορροπίες, αν σεβαστεί τις απόψεις όλων, αν δώσει εξηγήσεις και χώρο στο να αναπτυχθούν όλα τα κίνητρα, τότε κι ο θεατής δεν νιώθει ότι κάποιος του επιτίθεται ή τον κατηχεί. Είναι ελεύθερος να επιλέξει με ποιον ταυτίζεται περισσότερο.
Με όλο το καστ της ταινίας
Στις προβολές της ταινίας πάντως συναντήσατε διαφορετικές αντιδράσεις των θεατών, ανάλογα με το βάθος της πίστης ή του σκεπτικισμού τους;
Μόνο στην Ισπανία την ταινία είδαν περισσότερο από 650.000 θεατές. Εισέπραξα πάρα πολλές και διαφορετικές ερμηνείες - κι αυτό είναι δώρο. Ακόμα κι ανάμεσα στους βαθιά θρησκευόμενους, ή μεταξύ των φανατικά αγνωστικών οι απόψεις διέφεραν. Κάποιοι θεατές συνδέθηκαν ως γονείς - αναρωτήθηκαν τι θα έκαναν στην περίπτωση που η κόρη τους τοὺς ανακοίνωνε μία τέτοια απόφαση. Αλλοι, βρήκαν την ταινία αφορμή να εξετάσουν βαθύτερα την πίστη τους. Κάποιοι έθεσαν το ζήτημα της ελευθερίας να αποφασίζει κανείς για τη ζωή του και πόσο χώρο αφήνει η οικογένεια σε αυτό. Το δικό μου ενδιαφέρον ξεκινά από τα θεμέλια. Πώς διαμορφώθηκε, πώς χτίστηκε αυτή η ανάγκη σ’ ένα κορίτσι; Τι ρόλο έπαιξε η θρησκεία, τι χώρο, ποιο κενό είχε δημιουργήσει η οικογένεια;
Αυτό είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον που προκύπτει από την ταινία: να βλέπει κανείς δύο θεσμούς -την Εκκλησία και την οικογένεια- να διεκδικούν το μέλλον μιας κοπέλας. Αναρωτιέστε πόσο ελεύθερος είναι ο άνθρωπος τελικά να αποφασίζει για τη ζωή του;
Δεν έχω απάντηση σε αυτό, αλλά τη θεωρώ σωστή ερώτηση για να την επεξεργαζόμαστε όλοι. Τι σημαίνει θρησκεία και τι σημαίνει οικογένεια; Και τα δύο αφηγήματα μάς επιβλήθηκαν από τότε που ήμασταν μικρά παιδιά. Κι ίσως να είναι καλή ιδέα να τα επανεξετάζουμε, να διερευνούμε πόσο αυθεντικές ή πόσο φορητές είναι οι δομές τους για να μας κρατούν πειθαρχημένους σ’ ένα σύστημα.
Καθοδηγώντας την πρωταγωνίστριά της, Μπλάνκα Σορόα
Η Μπλάνκα Σορόα που παίζει την Αϊνάρα δίνει μία τόσο διακριτική, ευαίσθητη αλλά παράλληλα δυναμική ερμηνεία. Που την ανακαλύψατε και τι σας εντυπωσίασε περισσότερο;
Πρέπει να είδαμε πάνω από 600 κοπέλες. Και μόνο όταν μπήκε η Μπλάνκα στο δωμάτιο ήμουν σίγουρη ότι βρήκαμε την πρωταγωνίστρια μας. Με το που έστρεψα την κάμερα πάνω της με μαγνήτισε ένα μυστήριο που άφηνε το βλέμμα της. Και, φυσικά, η συναισθηματική της νοημοσύνη. Δεν είναι απλό να ερμηνεύσει κανείς ένα 17χρονο κορίτσι με ένα κρυμμένο τραύμα, αλλά η Μπλάνκα κατάλαβε από την πρώτη στιγμή την ευθραυστότητα και την πολυπλοκότητα του ρόλου.
Αυτό το μυστήριο πάντως που απέπνεε η Μπλάνκα ήταν το κλειδί για να ισορροπήσει η ταινία. Γιατί αποδέχομαι ότι ως αγνωστική κι εγώ δε θα μπορούσα ποτέ να καταλάβω, να εξηγήσω και να αποτυπώσω την πίστη των βαθιά θρησκευόμενων ανθρώπων. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι σεβαστώ το μυστήριο που αποπνέει όλο αυτό. Άλλωστε, υπάρχει μυστήριο σε όλους μας. Εγώ αυτό πιστεύω και για αυτό αγαπώ το σινεμά. Με βοηθάει να παρατηρώ με άλλα μάτια τους ανθρώπους, την αμφισημία τους, την πολυπλοκότητα τους.
Να μιλήσουμε λίγο για τον τόνο της ταινίας; Αποτυπώνετε και τους δύο κόσμους -τόσο στο πατρικό σπίτι, όσο και στο μοναστήρι- με αυστηρούς φωτισμούς, χρώματα, υφές. Το σπίτι είναι λίγο πιο ζεστό, αλλά καθόλου φιλικό. Επίσης, σπάνια βλέπουμε τον έξω κόσμο - με μόλις μία δύο σκηνές χορού ή πάρτι να υπαινίσσονται τις εμπειρίες που κανονικά θα έπρεπε να ζει μία έφηβη κοπέλα. Πώς διαμορφώσατε την ατμόσφαιρα της ταινίας και τι αποτέλεσμα θέλατε να έχει αυτή η τονικότητα στον θεατή;
Στα μάτια μου η ιστορία αυτή είναι τραγική. Μία οικογενειακή τραγωδία που διαδραματίζεται σήμερα, στον σύγχρονο κόσμο. Δεν ήθελα να ξεχωρίσω τον θρησκευτικό περιβάλλον από το οικογενειακό, ή το σχολικό - όλα αποτελούν το ίδιο σύμπαν μέσα στο οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά, και κυριαρχεί απομόνωση, μοναξιά, θλίψη και έλλειψη επικοινωνίας.
Πράγματι και αφήνετε σημάδια για να το διερευνήσει κανείς αυτό. Όπως στη σκηνή της προσευχής, όπου η κοπέλα επαναλαμβάνει την ρήση «γιατί ΕΣΥ είσαι ο πατέρας μου» - ενώ ο πραγματικός της πατέρας στέκεται λίγα μέτρα πιο πίσω. Πιστεύετε ότι οι αποτυχίες, οι προδοσίες του κοσμικού βίου οδηγούν κάποιον να αναζητήσει καταφύγιο κι αγάπη στη θρησκεία;
Ναι, αυτό ήταν πάντα μία από τις ερωτήσεις που έθετε η ταινία. Πόσο οι προδοσίες, οι ρωγμές, οι απορρίψεις από το περιβάλλον μας επηρεάζει τις αποφάσεις της ζωής μας; Για μένα, μια πιθανή αιτία που η Αϊνάρα ξεκινά αυτό το υπαρξιακό ταξίδι είναι η αναζήτηση ασφάλειας, αποδοχής, τρυφερότητας και - σίγουρα- ενός πατρικού συμβόλου.
Όσοι αγαπάμε το σινεμά, γιατί μας προσφέρει ψυχική διαύγεια, κατανόηση, καθοδήγηση κι ανάταση, οι αίθουσες είναι οι εκκλησίες μας. Πιστεύετε ότι βρίσκονται σε κίνδυνο; Θεωρείτε ότι όταν βλέπει κανείς ταινίες μόνος σε streaming πλατφόρμες χάνει πολλά από τη συλλογική δύναμη, την «κοινωνία» που συμβαίνει σε μια κινηματογραφική αίθουσα;
Το σινεμά προσφέρει ένα ασφαλές καταφύγιο σε έναν κόσμο γεμάτο θόρυβο, επιτρέποντας στον θεατή να συνδεθεί με την ανθρώπινη ευθραυστότητα, αλλά και με τον ανθρώπινο χρόνο - δεν μπορείς να δεις μια ταινία τρέχοντας την x2 σε ένα θέατρο. Ζούμε σε εποχές όπου βομβαρδιζόμαστε από ερεθίσματα, αλλά αυτό καταλήγει να μας μουδιάζει, να μας αναισθητοποιεί. Η αίθουσα προσφέρει το αντίθετο: ένα μέρος όπου μπορείς να νιώθεις, να ακούς, να είσαι παρών, να αισθάνεσαι ζωντανός.
Kερδίζοντας το Α' Βραβείο στο Σαν Σεμπαστιάν
Επιλέξατε το «Into My Arms» του Νικ Κέιβ για μία κεντρική σκηνή της ταινίας. Είστε φαν;
Είμαι μεγάλη φαν και χάρηκα πολύ που μου έδωσε τα δικαιώματα να το χρησιμοποιήσω. Για μένα είναι ένα τραγούδι που μπορεί να ερμηνευτεί με πολλούς τρόπους - και σαν προσευχή και σαν ερωτικό κάλεσμα. Κι αυτό αποτυπώνει τέλεια και το μπέρδεμα που είχε η 17χρονη Αϊνάρα στην καρδιά της - να νιώθει το θείο κάλεσμα, αλλά και την σεξουαλική ορμή προς τον συμμαθητή της. Επίτηδες, στην ταινία χρησιμοποιούμε αυτή την χορωδιακή βερσιόν. Ηθελα να αποπνέει η σκηνή μία «εφηβική ιερότητα».
Το 2022, ο Pedro Almodóvar χαρακτήρισε το «Lullaby», το ντεμπούτο σας, ως «αναμφίβολα το καλύτερο ντεμπούτο στον ισπανικό κινηματογράφο εδώ και χρόνια». Το «Ολες οι Κυριακές» κέρδισε (μεταξύ άλλων) το πρώτο βραβείο στο Σαν Σεμπαστιάν και 13 υποψηφιότητες για τα βραβεία Γκόγια. Ολη αυτή αναγνώριση προσφέρει ικανοποίηση, βοήθεια στα μελλοντικά πρότζεκτς, ή πίεση;
Υπάρχει πίεση που πηγάζει από την αναγνώριση και τα βραβεία. Προσπαθώ να τη βλέπω ως κοπλιμέντο. Αλλά και ταυτόχρονα να μην δίνω πολύ σημασία: η πίεση δεν βοηθά στην δημιουργικότητα. Αντίθετα μπορεί να σε μουδιάσει, να σε εμποδίσει στο επόμενο βήμα.
Εσείς πώς περνάτε τις Κυριακές σας; Τι σημαίνει αυτή η μέρα για εσάς;
Οι Κυριακές είναι μια υπέροχη μέρα για να πας σινεμά.
Το «Ολες οι Κυριακές» κάνει πρεμιέρα στις ελληνικές αίθουσες την Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου από τη Weird Wave
