Η πρώτη ημέρα του 83ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας είχε τελικά περισσότερη συζήτηση απ’ όση αρχικά αναμενόταν, καθώς η πολυσυζητημένη συνέντευξη Τύπου της κριτικής επιτροπής πραγματοποιήθηκε κανονικά, παρά την αρχική ανακοίνωση πως θα ακυρωνόταν εξαιτίας τεχνικού προβλήματος. Η εξέλιξη αυτή είχε προκαλέσει αρκετά σχόλια τις προηγούμενες ημέρες, ειδικά μετά την περσινή συνέντευξη Τύπου, όταν ο πρόεδρος της επιτροπής Αλεξάντερ Πέιν βρέθηκε σε δύσκολη θέση μπροστά σε ερωτήσεις για τη Γάζα, αλλά και μετά όσα είχαν συμβεί τον περασμένο Φεβρουάριο στο Φεστιβάλ Βερολίνου με πρόεδρο της κριτικής επιτροπής τον Βιμ Βέντερς. Φέτος, στο τιμόνι της επιτροπής βρίσκεται η Μάγκι Τζίλενχαλ, ενώ ανάμεσα στα μέλη συναντάμε και την Καουτέρ Μπεν Χανιά, δημιουργό της «Η Φωνή της Χιντ Ρατζάμπ», μιας ταινίας που είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις και συζητήσεις στην περσινή Μόστρα. Τελικά, όπως ενημέρωσε το ίδιο το Φεστιβάλ, «το πρόβλημα λύθηκε» και η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε, με τις ερωτήσεις να αγγίζουν αρκετά από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα της σύγχρονης κινηματογραφικής πραγματικότητας.
Η πολιτική διάσταση του σινεμά βρέθηκε σχεδόν αναπόφευκτα στο επίκεντρο, καθώς το φετινό πρόγραμμα της Βενετίας συνομιλεί έντονα με την εποχή του. Ταινίες που αναφέρονται στη Γάζα, στον πόλεμο Ρωσίας και Ουκρανίας, στις κοινωνικές ανισότητες και στο ολοένα μεγαλύτερο χάσμα ανάμεσα στους υπερπλούσιους και τους οικονομικά ασθενέστερους έδωσαν την αφορμή για μια συζήτηση γύρω από το αν ο κινηματογράφος οφείλει σήμερα να παίρνει θέση. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Αλμπέρτο Μπαρμπέρα έχει χαρακτηρίσει ο ίδιος το φετινό πρόγραμμα ως το πιο πολιτικοποιημένο των τελευταίων ετών στην ιστορία του Φεστιβάλ, επισημαίνοντας πως περιλαμβάνει ταινίες που καταπιάνονται με τον πόλεμο, την Παλαιστίνη, τη μετανάστευση, την κλιματική αλλαγή, τις ολοένα εντεινόμενες κοινωνικές εντάσεις και τον περιορισμό των ελευθεριών.
Διαβάστε ακόμα: To 83o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας ξεκινάει. Το Flix είναι εκεί!
Η Μάγκι Τζίλενχαλ ήταν ξεκάθαρη, υποστηρίζοντας πως η ίδια δεν πιστεύει ότι υπάρχει θέμα ή κινηματογραφιστής που δεν θα πρέπει να ακούγεται. «Πιστεύω ότι ο κινηματογράφος δημιουργεί ένα άνοιγμα, μια ευκαιρία να βρούμε την ενσυναίσθηση μέσα μας», ανέφερε, εξηγώντας πως ακόμη και οι ιστορίες για τους πιο διεφθαρμένους ή σκοτεινούς ανθρώπους μπορούν να μας οδηγήσουν σε μια βαθύτερη κατανόηση της ανθρώπινης φύσης. Για την Τζίλενχαλ, αν οι ταινίες αποτελούν πραγματικά μια ειλικρινή ματιά στις εμπειρίες των άλλων, τότε «είναι θεμελιωδώς και αναπόφευκτα πολιτικές», ακόμη κι όταν δεν έχουν ως άμεσο αντικείμενό τους την πολιτική.
Η συζήτηση πέρασε στη συνέχεια στη θέση των γυναικών στην κινηματογραφική βιομηχανία και στο κατά πόσο τα θέματα που επιλέγουν να αφηγηθούν αντιμετωπίζονται διαφορετικά από τους θεσμούς. Η Μάγκι Τζίλενχαλ αναγνώρισε πως εξακολουθεί να υπάρχει ένα βαθύτερο συστημικό πρόβλημα, επισημαίνοντας ότι οι γυναίκες δυσκολεύονται περισσότερο να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση για τις ταινίες τους. Εθεσε μάλιστα ένα ερώτημα που ξεπερνά την απλή εκπροσώπηση πίσω από την κάμερα: «Ποιος αποφασίζει τι είναι καλό; Ποιος αποφασίζει τι έχει αξία;». Η ίδια παραδέχτηκε πως εξακολουθεί να αναρωτιέται γιατί υπάρχουν τόσο λίγες γυναίκες σκηνοθέτριες στο βασικό διαγωνιστικό τμήμα της φετινής Βενετίας, ενώ τόνισε πως η διαφορετική ματιά των γυναικών δημιουργών δεν θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητα λιγότερο σημαντική. Επίσης ο καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ Αλμπέρτο Μπαρμπέρα τόνισε πως κατά τη διαδικασία που διαρκεί εννέα μήνες δεν υπάρχει προκατάληψη ως προς το περιεχόμενο ή τη μορφή των ταινιών, σημειώνοντας πως το ζητούμενο είναι η ποιότητα και η ικανότητα ενός σκηνοθέτη να μετατρέψει μια ιδέα σε πειστικές εικόνες και αφήγηση.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε και η προσωπική εξομολόγηση της Τζίλενχαλ για την περίοδο που πρωταγωνίστησε στη «Γραμματέα», την ταινία που σημάδεψε σε μεγάλο βαθμό την καριέρα της. Η ηθοποιός και σκηνοθέτρια εξήγησε πως, κοιτάζοντας σήμερα πίσω, πιστεύει ότι ίσως ήταν ανέκαθεν σκηνοθέτρια, απλώς δεν μπορούσε τότε να φανταστεί τον εαυτό της σε αυτόν τον ρόλο. «Δεν έβλεπα γύρω μου κάποια γυναίκα να το κάνει», είπε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι οι γυναίκες που θαύμαζε όταν ήταν νεότερη ήταν κυρίως ηθοποιοί με ισχυρή προσωπική και καλλιτεχνική άποψη. Ανάμεσα στις επιρροές που ανέφερε βρέθηκαν η Τζίνα Ρόουλαντς, η Ελεν Μπέρστιν και η Ινγκριντ Μπέργκμαν, ενώ θυμήθηκε πως στα 16 της, μεγαλώνοντας στην Καλιφόρνια, δεν γνώριζε ακόμη το έργο της Ανιές Βαρντά. Η εμπειρία της ως ηθοποιού, μάλιστα, την έκανε να αντιληφθεί πως υπήρχαν όρια στο πόσο μπορούσε να εκφραστεί μέσα από τον ρόλο της, γεγονός που τελικά την έσπρωξε ακόμη περισσότερο προς τη σκηνοθεσία.
Διαβάστε εδώ αναλυτικά τις 25 ταινίες που περιμένουμε να δούμε στη φετινή Μόστρα.
Από τη συζήτηση δεν θα μπορούσε να λείψει η σχέση του κινηματογράφου με τα social media και τη νέα μορφή κατανάλωσης εικόνας, ιδιαίτερα από τις νεότερες γενιές. Η Μάγκι Τζίλενχαλ και τα υπόλοιπα μέλη της επιτροπής υπερασπίστηκαν τη μοναδικότητα της κινηματογραφικής εμπειρίας, με την άποψη πως η μεγάλη οθόνη, η διάρκεια μιας ταινίας και κυρίως η συλλογική παρακολούθησή της μέσα σε μια αίθουσα δεν μπορούν να αντικατασταθούν από την ατομική θέαση σε έναν υπολογιστή ή ένα κινητό. Την ίδια στιγμή, η συζήτηση πήρε μια αισιόδοξη τροπή, καθώς από τη Βενετία ακούστηκε μια διαφορετική άποψη απέναντι στη διαρκή επανάληψη της φράσης ότι οι νέοι έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για το σινεμά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, το κοινό του Φεστιβάλ έχει αυξηθεί θεαματικά, από περίπου 35.000 εισιτήρια σε περισσότερα από 110.000, με ένα σημαντικό μέρος των θεατών να ανήκει πλέον στις ηλικίες από 15 έως 30 ετών.
Το μήνυμα αυτό αποτέλεσε ίσως και την πιο αισιόδοξη στιγμή της συνέντευξης, καθώς η συζήτηση γύρω από το μέλλον του κινηματογράφου δεν περιορίστηκε στις απειλές που φέρνουν οι πλατφόρμες, τα κινητά και τα σύντομα κάθετα βίντεο. Αντίθετα, υποστηρίχθηκε πως μια νέα γενιά θεατών ανακαλύπτει ξανά τη γοητεία της μεγάλης οθόνης, είτε μέσα από σύγχρονες υπερπαραγωγές είτε μέσα από κλασικές ταινίες που βρίσκουν νέο κοινό στις πλατφόρμες και στη συνέχεια επιστρέφουν στις αίθουσες. Οπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε, «πρέπει να σταματήσουμε να λέμε πως οι νέοι δεν ενδιαφέρονται πλέον για τον κινηματογράφο, γιατί αυτό δεν είναι πια αλήθεια». Η εμπειρία της αίθουσας, με το κοινό να μοιράζεται την ίδια ταινία την ίδια στιγμή, εξακολουθεί να έχει μια δύναμη που δεν μπορεί εύκολα να αναπαραχθεί στην προσωπική οθόνη ενός τηλεφώνου.
Διαβάστε ακόμα: Αντιδράσεις για την έλλειψη γυναικών στο διαγωνιστικό της Βενετίας
Κλείνοντας, ο σκηνοθέτης Ντανιέλ Βικάρι έδωσε τη δική του οπτική μέσα από την καθημερινή επαφή του με νεότερους ανθρώπους στη σχολή κινηματογράφου που έχει ιδρύσει και διευθύνει. Ο ίδιος παρατήρησε ότι η πανδημία και η έκρηξη των πλατφορμών άλλαξαν σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο οι νεότερες γενιές ανακαλύπτουν το σινεμά, ενώ η αυξημένη απήχηση των κλασικών ταινιών δείχνει πως τα όρια ανάμεσα στο παλιό και το καινούργιο έχουν αρχίσει να μετακινούνται. Ο Βικάρι κατέληξε σε μια φράση που συνοψίζει ίσως καλύτερα από οτιδήποτε άλλο το αισιόδοξο κλείσιμο της συζήτησης: «Πρέπει να έχουμε εμπιστοσύνη στο μέλλον, κάτι που μας λείπει εμάς, όχι από τους νέους».
Και κάπως έτσι, μια συνέντευξη Τύπου που ξεκίνησε υπό τη σκιά μιας υποτιθέμενης ακύρωσης και των αναπόφευκτων υποψιών που τη συνόδευσαν, κατέληξε να ανοίξει μια πολύ πιο ουσιαστική συζήτηση για το τι σημαίνει να κάνεις σινεμά σε μια εποχή γεμάτη πολιτικές εντάσεις, κοινωνικές ανατροπές και τεράστιες αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε σινεμά.
Το 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας διεξάγεται φέτος από τις 2 μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου. Το Flix βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες. Συντονιστείτε στο ειδικό stream του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.
