Φεστιβάλ / Βραβεία

67ο ΦΚΘ | Μέρα 2η: Κάννες, Βενετία, Θεσσαλονίκη - ένα Οσκαρ δρόμος!

στα 10

Δεύτερη μέρα με λαμπερό ήλιο στην προβλήτα, αλλά γοητευτικό σκοτάδι στις αίθουσες.

Flix Team
67ο ΦΚΘ | Μέρα 2η: Κάννες, Βενετία, Θεσσαλονίκη - ένα Οσκαρ δρόμος!

Η δεύτερη μέρα του 67ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ήταν πιο φιλόξενη: σταμάτησε η βροχή που εμπόδιζε την εύκολη μετακόμιση από την Αριστοτέλους προς τις αίθουσες στο λιμάνι και πίσω - μία διαδρομή που οι φεστιβαλιστές κάνουν πολλές φορές την μέρα πάνω κάτω. Ενας λαμπερός φθινοπωρινός ήλιος διευκόλυνε την πρόσβαση στις αίθουσες κι έφτιαχνε τη διάθεση.

Οσο ο κόσμος του φεστιβάλ (επαγγελματίες, παραγωγοί, σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι, κριτικοί κινηματογράφου, θεατές από άλλες πόλεις) καταφθάνει, η πόλη γεμίζει με το γνωστό πλήθος: στο δρόμο, σε μπαρ, σε εστιατόρια οι θαμώνες φορούν τα καρτελάκια τους στο στήθος ως κατάθεση και υπογραφή ότι η Θεσσαλονίκη ζει σε κινηματογραφικούς ρυθμούς και είναι έτοιμη για το κοντινό της.

Και χθες αυτό ήταν ακόμα πιο προφανές: δυο ταινίες που έκαναν αίσθηση στα διεθνή φεστιβάλ και τα βραβεία έκαναν και την πρώτη τους προβολή στην Ελλάδα, μικρότερα αλλά σπουδαία φιλμ ξεχώρισαν και έδωσαν αφορμή για ωραίες συζητήσεις με το κοινό, ενώ ένας θρυλικός κριτικός κινηματογράφου είχε την τιμητική του.

Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πραγματοποιείται από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου 2026, To Flix βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να σας μεταφέρει όλα όσα συμβαίνουν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες στο ειδικό τμήμα «67ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης» που ανανεώνεται συνεχώς.

Tιμογιαννάκης

Tιμογιαννάκης

Green Room: Παρουσίαση του βιβλίου «Οσκαρ» του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη


Μία παράλληλη εκδήλωση συγκέντρωσε τους σινεφίλ θεατές στο θρυλικό Πράσινο Δωμάτιο στον ημιόροφο του Ολύμπιον χθες το απόγευμα. Ο κριτικός κινηματογράφου Παναγιώτης Τιμογιαννάκης παρουσίασε το βιβλίο του «Οσκαρ» - μία πλούσια καταγραφή των εμπειριών του από τις 21 (!) φορές που βρέθηκε καλεσμένος της Αμερικανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου για να καλύψει τη λαμπερή τελετή απονομής.

Στη συζήτηση, που συντόνιζε ο Αλέξανδρος Διακοσάββας, Γενικός Συντονιστής Καλλιτεχνικής Διεύθυνσης του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης διηγήθηκε ιστορίες, παρασκήνια κι εξήγησε γιατί τα Οσκαρ είναι κάτι παραπάνω από ένας θεσμός βραβείων. Αποτελούν κι έναν οδηγό της διαδρομής του κινηματογράφου μέσα στα χρόνια - των αλλαγών, των επιρροών, των ρευμάτων.

Αλλά και μίας σταθερής αξίας: «Τα Οσκαρ επιβίωσαν δύο Παγκοσμίων Πολέμων και μιας πανδημίας και δεν διακόπηκαν ποτέ. Ολοι οι άλλοι μεγάλοι θεσμοί, Ολυμπιακοί Αγώνες, φεστιβάλ, τα πάντα έχουν σταματήσει κατά καιρούς. Για να μην πω για τη Eurovision! Τα Οσκαρ δεν σταμάτησαν ποτέ. Αυτό κάτι σημαίνει».

Οχι ότι δεν υπήρχαν πάντα θέματα άξια κριτικής. Ο Παναγιώτης Τιμογιαννάκης έθιξε πώς ο θεσμός των τιμητικών Οσκαρ ξεκίνησε ως κάτι ειλικρινές και συναισθηματικό, αλλά κατέληξε αμφιλεγόμενα (πχ η χρονιά του Ελία Καζάν), κατά πόσο μέσα στα χρόνια αδικήθηκαν επαγγέλματα κομβικά για το σινεμά (οι βοηθοί σκηνοθέτες, οι χορογράφοι που καταργήθηκα από τη δεκαετία του 30) και μόνο τώρα βλέπουμε μία δικαίωση για τους casting directors.


ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ

the spiral

Η Σπείρα (The Spiral) του Πάολο Στρίπολι | Ανοιχτοί Ορίζοντες

Κάθε γονιός λέει ότι θα έκανε τα πάντα για τα παιδιά του. Το «The Spiral» του Πάολο Στρίπολι παίρνει αυτή τη φράση κυριολεκτικά και τη μετατρέπει σε μηχανή τρόμου, σάτιρας και οικογενειακού μελοδράματος, με μια ταινία που φέρνει για πρώτη φορά τον Ιταλό σκηνοθέτη στο Διαγωνιστικό της Βενετίας και επιβεβαιώνει ότι το σινεμά είδους που χτίζει εδώ και χρόνια («Piove», «Το Ιερό Αγόρι») έχει πλέον ωριμάσει σε κάτι εντελώς δικό του. Το αποτέλεσμα είναι από τις πιο διασκεδαστικές ταινίες του διαγωνιστικού και ταυτόχρονα από τις πιο υπόγεια ανατριχιαστικές: ένα φιλμ που σε κάνει να χαμογελάς και να συμπαθείς τον «διάβολο» ενώ σου εξηγεί με ψυχρή ακρίβεια γιατί οι ήρωές του αξίζουν ό,τι τους συμβαίνει.

Η Αννα (Τζάσμιν Τρίνκα) χτυπά την πόρτα της κόρης της Αλίτσε στη Ρώμη χωρίς να έχει ειδοποιήσει, με τη βροχή να πέφτει έξω και μια απόσταση ετών ανάμεσά τους. Δεν έχει έρθει για επίσκεψη. Εχει έρθει να μιλήσει, και όσα έχει να πει ξεκινούν δύο δεκαετίες πριν, σε μια μεγάλη βίλα στο Μπάρι, σε μια οικογένεια που είχε τα πάντα και φρόντιζε να το βλέπουν όλοι: τον Βάλτερ, επιχειρηματία με τη σιγουριά του ανθρώπου που δεν έχει χάσει ποτέ, και δυο τέλεια παιδιά, την Αλίτσε και τον μικρότερο Τόμπια. Ενα καλοκαιρινό πάρτι στον κήπο, κι ενώ τα παιδιά ανακαλύπτουν έναν παράξενο σχηματισμό από μυρμήγκια στο γρασίδι, ένα τρομερό ατύχημα γκρεμίζει την ιδανική εικόνα. Την ώρα που η Αννα προσεύχεται για κάτι, οτιδήποτε, μια άγνωστη γυναίκα (Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι) εμφανίζεται από το πουθενά. Γνωρίζει ονόματα, φόβους, φιλοδοξίες. Προσφέρει μια λύση. Ζητά, όμως, ένα αντάλλαγμα. Και όπως συνήθως συμβαίνει με τέτοιου είδους μεφιστοφελικές συμφωνίες, το τέλος δεν είναι ποτέ απλό ή δίχως τίμημα.

The Spiral

The Spiral Ο Γιώργος Κρασσακόπουλος, Επικεφαλής Προγράμματος του ΦΚΘ, παρουσιάζει τον Ιταλό σκηνοθέτη Πάολο Στρίπολι και τη «Σπείρα» στην sold out προβολή στο Ολύμπιον

Το φιλμ δομείται σε κεφάλαια που παίρνουν το όνομά τους από τα μέλη της οικογένειας και δεν ενδιαφέρεται τόσο για το αν η ξένη είναι αληθινή, όσο για το πόσο εύκολα η Αννα επιστρέφει σε εκείνη κάθε φορά που η ζωή ξεφεύγει από τα πλάνα της. Και εδώ η Τεντέσκι κάνει κάτι εξαιρετικό: παίζει το κακό χωρίς ίχνος απειλής, με μια νωχελική, σχεδόν βαριεστημένη ευθυμία που είναι πιο ανατριχιαστική από οποιαδήποτε απειλή. Κάθε της είσοδος είναι μια μικρή κωμική έκρηξη, κάθε της έξοδος αφήνει πίσω της ερείπια. Απέναντί της η Τρίνκα χτίζει μια γυναίκα που πείθει πρώτα τον εαυτό της ότι όλα τα κάνει από αγάπη, και η ταινία βρίσκει τον ρυθμό της ακριβώς στο πινγκ πονγκ ανάμεσα στις δυο τους, στη σχέση που χτίζουν και στο γεγονός ότι η μία δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς την άλλη.

Το φιλμ είναι αιχμηρό, αγωνιώδες, αστείο, θεόπικρο, απόλυτα διασκεδαστικό. Μια σάτιρα που κόβει σαν ξυράφι, ένα θρίλερ που δεν φοβάται να είναι παιχνιδιάρικο, υπερβολικό μα ποτέ επιφανειακό ή ανούσιο. Ο Στρίπολι ξέρει να κάνει σινεμά είδους, αλλά δείχνει να ξέρει πολύ καλά και πόσο να τραβήξει το χαλί της σοβαρότητας κάτω από τα πόδια μας δίχως το οικοδόμημά του να καταρρεύσει, πόσο να παραδοθεί στην camp απόλαυση δίχως να το παρακάνει. Και ξέρει πως ένα θρίλερ είναι τόσο καλό όσο είναι ο κακός του, κι εδώ χτίζει στο πρόσωπο και την εξαιρετική ερμηνεία της Βαλέρια Μπρούνι Τεντέσκι έναν κακό που απογειώνει την ταινία σε αληθινά απολαυστικά ύψη. Γιώργος Κρασσακόπουλος

Hot Spot

Hot Spot της Ανιέσκα Σμοζίνκα | Round Midnight

Ο χωροχρόνος είναι «nowhere in the future», η νέα ταινία της Πολωνής Ανιέσκα Σμοζίνκα ξεκινά με μια establishing κάρτα που θέτει και την ειρωνεία και το είδος και το δυστοπικό ύφος με τέσσερις λέξεις. Σε μια Γη που έχει γίνει αβίωτη από την ξηρασία, με τις κυβερνήσεις να έχουν καταρρεύσει και την επιβίωση να εξαρτάται από την υπακοή σε ένα παντοδύναμο σύστημα τεχνητής νοημοσύνης, την Κεφαλή, όποιος δεν υπακούει τους κανόνες, εκτελείται αυτοστιγμή: δεν υπάρχει αρκετό νερό και τροφή για αντιφρονούντες. Εκεί και τότε, ο Τζόνι, ένας ιδιόρρυθμος αστυνομικός, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μια τελετουργική δολοφονία σε καταυλισμό προσφύγων. Ανάμεσά τους θα συναντήσει τη Ράνα (πάντα τόσο μαγνητικό το πρόσωπο της Νούμι Ραπάς), μια μυστηριώδη Κυβερνομάγισσα (φαίνεται στο nowhere υπάρχουν αρκετές), που ενδέχεται να έχει τη δύναμη να αποσυνδέσει την ανθρωπότητα από τον ψηφιακό της δυνάστη.

Η Σμοζίνκα, η δημιουργική σκηνοθέτης που σ' εμάς συστήθηκε το 2015 με το αλλόκοτο «The Lure» και τις ανθρωποφάγους γοργόνες της, επινοεί ένα κινηματογραφικό σύμπαν με την αισθητική της πιο σεβαστικής παρακμής της δεκαετίας του ’80: cyberpunk, muscle cars, δυνατά σύνθια και το «The Final Countdown» των Europe, σε μια συνύπαρξη που, απρόσμενα, αποκτά νόημα. Η φωτογραφία, στο καφέ του χώματος και το πορφυρό του αίματος, ενισχύει την αίσθηση ενός μετα-αποκαλυπτικού ονείρου, ενώ τα gore ξεσπάσματα και τα αναπάντεχα χορευτικά προσθέτουν μια ξεκάθαρη και σκόπιμη σφραγίδα b-movie.

Hot Spot

Hot Spot Πλασιωμένη από τους συνεργάτες της (η ταινία είναι μία ελληνική συμπαραγωγή της Neda) η Ανιέσκα Σμοζίνκα παρουσιάζει το «Hot Spot» στην κατάμεστη Τώνια Μαρκετάκη

Το στιλιζάρισμα διασκεδάζει τον τρόμο με έμπνευση, οι ήρωες κάνουν πρωινές ενημερώσεις λογισμικού, τρώνε (μόνο) ζελεδάκια κι έχουν τηλεπαθητικές συνομιλίες, καθώς η Σμοζίνκα χτίζει στο ιδιόμορφο σύμπαν της και μια κανονικότητα, με τρυφερότητα και χιούμορ.

Τόσο ο Τζόνι, με την ξανθιά βαμμένη χαίτη και την ολόσωμη ασπρόμαυρη βινύλ φόρμα, όσο και η δυσοίωνη Ράνα, κερδίζουν την προσοχή από την πρώτη τους εμφάνιση, έστω κι αν η πλοκή παραμένει ισχνή, φορτωμένη με παράλληλες ιστορίες που δεν έχουν πάντα λόγο ύπαρξης . Η αισθητική, μ' έναν... hot συνδυασμό genre και αισθησιασμού, προηγείται της αφήγησης, μετατρέποντας ωστόσο την ταινία σε μια ευφάνταστη αλληγορία για την τεχνολογική υποταγή, τη διχόνοια και την απώλεια ανθρωπισμού. Ελληνική συμπαραγωγή της Neda (στοιχείο ταιριαστό ακόμα και στον «χορό» των καλυμμένων με υφάσματα απελπισμένων επιζώντων αντιρρησιών συνείδησης προσφύγων), η ταινία, με μια γοητευτική εκκεντρικότητα και τον παραλογισμό ενός ονείρου, αποδεικνύει πως, ακόμη και μεταποκαλυπτικά, το σινεμά μπορεί να διατηρεί την αναρχική του φαντασία. Λήδα Γαλανού

Το «Hot Spot» προβάλλεται σε επανάληψη την Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου, στις 23.59, στην αίθουσα Τώνια Μαρκετάκη

Ωδή στον Λόρκα και μια ultra μαξιμαλιστική ελεγεία για την ψυχή του γκέι άντρα το "La Bola Negra" των Los Javis.»

La Bola Negra

Η Μαύρη Μπάλα (La Bola Negra) των Χαβιέρ Κάλβο και Χαβιέρ Αμπρόσι | Ειδικές Προβολές

«Η καρδιά του γκέι άντρα είναι ένας ωκεανός από μυστικά,» θα πει στην ταινία ο ένας από τους ήρωες της ιστορίας κι η νέα ταινία των Los Javis θα βαλθεί να αποδείξει, με μια σπείρα (υπερβολικά πολλών, υπερβολικά σκηνοθετημένων) μεγαλειωδών πλάνων, ότι το κάθε μυστικό στερεί αυτό που είναι το πιο πολύτιμο, τη ζωή.

Οι δυο δημιουργοί της ταινίας, ο Χαβιέρ Αμπρόσι και ο Χαβιέρ Κάλβο, γνωστοί με το χαϊδευτικό Los Javis, είναι αυτή τη στιγμή ό,τι πιο hot στην Ισπανία, ενδεχομένως και στην Ευρώπη και στενά συνδεδεμένοι, φυσικά, με τον Αλμοδόβαρ: άλλωστε εκείνος είναι συμπαραγωγός στο «La Bola Negra», εκείνοι κάνουν ένα πέρασμα από τη φετινή ταινία του, τις «Πικρές Γιορτές». Οι Javis έχουν φέρει, μεταξύ άλλων, στην τηλεόραση τα τελευταία χρόνια τις σειρές «Veneno» και «La Mesías», έχουν εντυπωθεί στη σημερινή ποπ κουλτούρα της χώρας κι έχουν φέρει στην καθημερινότητα μια απελευθερωμένη, loud and proud, queer ταυτότητα. Μετά και την πρώτη τους ταινία, το «La Llamada» του 2017, για μια επανάσταση έφηβων κοριτσιών σε μια Καθολική κατασκήνωση, παρουσιάζουν, τώρα, ένα πολυπρισματικό έπος με στιγμές που κόβουν την ανάσα.

Η ταινία πιάνει τρία σημεία στο χρόνο, στην ισπανική περιφέρεια. Το 1932, στη Γρανάδα, ένας νέος άντρας, από πλούσια οικογένεια, ο Κάρλος, θέλει να γίνει μέλος σ' ένα exclusive κλαμπ-καζίνο της πόλης, αλλά η επιτροπή που καθορίζει τις συμμετοχές, αποτελούμενη από ντόπιους προύχοντες και ιερείς, θα απορρίψει το αίτημά του: υπάρχουν υποψίες ότι είναι ομοφυλόφιλος. Η ψηφοφορία θα γίνει με τον παραδοσιακό τρόπο, με λευκές και μαύρες μπάλες από μάρμαρο κι η ετυμηγορία θα είναι σχεδόν κατάμαυρη. Πραγματική ή όχι, αυτή η ιστορία είναι εμπνευσμένη από ένα ημιτελές (ή μήπως όχι;) έργο του Λόρκα, από το οποίο μόνο τέσσερις σελίδες έχουν βρεθεί, με τον τίτλο «Η Μαύρη Μπάλα».

Το 1937, ο νεαρός Σεμπαστιάν βρίσκεται, σχεδόν άθελά του, στον ισπανικό εθνικιστικό στρατό. Στο επιταγμένο κτίριο που λειτουργεί ως νοσοκομείο κρατουμένων, θα γνωρίσει έναν ασθενή εχθρό και θα τον ερωτευτεί παράφορα. Οι δυο άντρες θα συνδεθούν με το πάθος που μόνο οι οριακές καταστάσεις ζωής και θανάτου μπορούν να προκαλέσουν. Κι εκείνο που θα επιβιώσει από την ιστορία τους θα είναι ένα χειρόγραφο του Λόρκα, το υπόλοιπο από ένα ημιτελές έργο του.

Το 2017, στη Μαδρίτη, ο νεαρός Αλμπέρτο, ανοιχτά, ελεύθερα πια σήμερα γκέι, ένας ήδη αποτυχημένος θεατρικός συγγραφέας αλλά και επιμελής ιστορικός, που ζει με τον σύντροφό του, θα πάει στο χωριό καταγωγής του για ν' αναζητήσει την κληρονομιά που του άφησε ο παππούς του - μαντεύουμε ποια θα είναι αυτή.

Ο Λόρκα απλώνει το πέπλο του, την ποίηση, τη μελαγχολία, την ομοφυλοφιλία του, τη μελέτη και τα οράματά του, τα πάθη, τις επιθυμίες και τη σοφία του, το ίδιο του το χιόνι που τόσο συμβολικά χρησιμοποίησε, πάνω απ' όλη την ταινία, υπάρχει άλλωστε κι ως ήρωας σε μια μικρή, γοητευτική σκηνή προς το τελευταίο μέρος. Οι τρεις ιστορίες δεν παρατίθενται, κάθε άλλο. Περιπλέκονται, με τη μια σκηνή της μιας να συμπληρώνει, σιγά-σιγά, την αφήγηση της άλλης, σ' ένα πολύπλοκο, γεμάτο συμφύσεις όλο. Τα περάσματα από τον κόσμο και το χρόνο του ενός ήρωας στον άλλον, γίνονται ακόμα και με ένα τράβελινγκ στον ίδιο χώρο. Σταλιά-σταλιά δίνονται οι πληροφορίες, όμως κατά τη μέση της ταινίας ο θεατής έχει αρχίσει να υποψιάζεται τις συνδέσεις των προσώπων κι η σχέση τους, τόσο ως ιδέα, όσο κι ως πραγματικότητα της ταινίας, είναι γραμμένη με ακρίβεια και αγάπη.

Οι Javis χρησιμοποιούν στην ταινία τους ένα πλήθος από προσωπικότητες, υπαρκτές ή μυθοπλαστικές, του ισπανικού πολιτισμού. Επιπλέον (γιατί όλα επιπλέον είναι σ' αυτό το φιλμ), η Πενέλοπε Κρουζ κάνει ένα φαντασμαγορικό μίνι-σόου ως τραγουδίστρια εμψυχώτρια των φαντάρων, η Γκλεν Κλόουζ, αγαπημένο gay icon, εμφανίζεται ως μελετήτρια του Λόρκα με μια προσωπική ιστορία δικαίωσης, η αλμοδοβαρική Λόλα Ντουένιας είναι η κοκαϊνομανής μαμά του Αλμπέρτο, κι ακόμα πολλές φιγούρες του σινεμά, της τηλεόρασης, ακόμα και του αθλητισμού. Το μοντάζ του Αλμπέρτο Γκουτιέρες είναι δεξιοτεχνικό και τόσο κομβικό σε μια τέτοια αφήγηση, η φωτογραφία της Γκρις Τζορντάνα μια απόδειξη δύναμης και φαντασίας, η μουσική του Ραούλ Φερνάντες Μιρό συμπρωταγωνίστρια στη δράση.

Ο τρόπος με τον οποίο οι Javis επιλέγουν να αφηγηθούν την ιστορία τους είναι παραπάνω από πληθωρική. Μια λαβυρινθώδης διαδρομή προς την κάθαρση, σεκάνς-πυροτεχνήματα με απίθανες κινήσεις της κάμερας, φωτισμοί του παραμυθιού, σκηνογραφικό και ενδυματολογικό ζηλευτό, μια υπερπαραγωγή αλλά με βαθιά καλλιτεχνική φλέβα, ένα υπερθέαμα με βάση του την ποίηση και κάποιες σκηνές που αυτομάτως γράφουν Ιστορία.

Είναι, όμως, τόσο πολλή η πληροφορία, τόσο εικαστικά φλύαρη (παρότι πανέμορφη) η ταινία, που ο θεατής βρίσκεται να θαυμάζει τόσο, το ένα πυροτέχνημα μετά το άλλο, που ξεχνά να συνδεθεί με τους ήρωες, ή με αυτό το τρυφερό, μελαγχολικό κι επαναστατικό που βρίσκεται στο βάθος. Τόσο όμορφη και εντυπωσιακή είναι η ταινία, τόσο πολύ παθιασμένη, που πάρα πολύ θέλεις να παρασυρθείς από το κύμα της και να κλάψεις απελευθερωτικά, αλλά τα μάτια είναι απασχολημένα να κοιτούν και το μυαλό μπουκώνει από καλοστημένα κάδρα και φευγαλέες σκέψεις. Λυρικότητα και camp διάθεση συμβαδίζουν από την αρχή μέχρι και το τέλος, αλλά από τη μεγάλη τους επιθυμία να βροντοφωνάξουν αυτά που θέλουν και να δείξουν τι μπορούν να κάνουν, οι Javis χάνουν εκείνο που μάλλον ήθελαν από την αρχή να κερδίσουν, το συναίσθημα και την αγάπη. Λήδα Γαλανού

low expectations

**Χαμηλές Προσδοκίες (Low Expectations) του Εϊβιντ Λάντσβικ | Ανοιχτοί Ορίζοντες••

Η Μάγια είναι μια νεαρή μουσικός που έχει φτάσει σε ένα πρώτο απόγειο της καριέρας της. Μη μπορώντας να το αντέξει, καταρρέει κάτω από το βάρος ενός νευρικού κλονισμού και, χωρίς χρήματα, αλλά κυρίως χωρίς ελπίδα και όνειρα για το μέλλον επιστρέφει στο σπίτι της μητέρας της και πιάνει δουλειά ως δασκάλα σε ένα τοπικό γυμνάσιο.

Κάπου ανάμεσα στο πορτρέτο μιας καταθλιπτικής γυναίκας και σε έναν οδηγό επιβίωσης που - υπό συνθήκες - μπορεί να σε οδηγήσει από το σκοτάδι στο φως, το πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ του Νορβηγού Εϊβιντ Λάντσβικ που συμμετείχε στο Δεκαπενθήμερο των Σκηνοθετών στις Κάννες, μοιάζει με ένα ημερολόγιο στιγμών που από το τίποτα γίνονται τα κομμάτια μιας ανασυγκρότησης από την αρχή. Κάθε μέρα, κάθε δραστηριότητα, κάθε επιλογή, από την πιο ασήμαντη μέχρι την πιο καθοριστική, φέρνει τη Μάγια αντιμέτωπη με ένα εμπόδιο: έχει χάσει τη θέση της στο σύμπαν, είναι θυμωμένη με όλους και με όλα, η ζωή την παρασέρνει χωρίς να μπορεί να προβάλλει ισχυρές αναστολές και η μουσική απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη ζωή της.

Απελευθερωτική συνθήκη, τουλάχιστον σε σημεία, καθώς η Μάγια, αποκομμένη από τον εαυτό που είχε μέχρι σήμερα, ανακαλύπτει σημεία του εαυτού της που δεν γνώρισε, ή δεν ανέπτυξε ποτέ. Διασχίζοντας θεσμούς (οικογένειες, σχολεία…) διαβρώνει τα δεδομένα, αλλάζοντας ή επιχειρώντας να αλλάξει τους κανόνες. Χάνει σχεδόν πάντα, αλλά κερδίζει σε μια διαδικασία αυτογνωσίας που θα συναντήσει σαν καθρέφτη στο πρόσωπο μιας νεαρής χορεύτριας που την θαυμάζει και θέλει να μάθει από αυτήν, όσα η Μάγια πιστεύει ότι δεν έχει ιδέα. «Εχω μάθει να έχω χαμηλές προσδοκίες, ώστε όταν συμβεί κάτι καλό να χαίρομαι περισσότερο», θα πει στη Μάγια κάποια στιγμή η νεαρή χορεύτρια, αλλάζοντας τη θεώρηση της για τα «μεγάλα όνειρα» που σε συνθλίβουν.

Σαν μαθητής του Γιοακίμ Τρίερ, ο Λάντσβικ συνθέτει ένα χαμηλότονο και χωρίς μεγάλο εύρος δράμα με εκρήξεις χιούμορ (οι αναφορές στο «Heat» του Μάικλ Μαν ως «η καλύτερη ταινία όλων των εποχών», αλλά και η σκηνή στην οποία η Μάγια θα ψωνίσει ένα κάρο ρούχα που δεν θέλει απλά και μόνο για να αποφύγει έναν παλιό της εραστή), θέλοντας να φτιάξει ένα λεύκωμα για την GenZ, μια ωδή στον χρόνο που περνάει χωρίς να συμβαίνει τίποτα και μια ευκαιρία, μέσα στη δίνη του θορύβου, να ανακαλύψει κανείς τις σιωπές πάνω στις οποίες μπορείς να ξαναγράψει τη «μουσική» του.

Στο ρόλο της Μάγια, η Μαρί Ούλβεν (γνωστή με το όνομα Girl in Red και με μεγάλη επιτυχία στην Αμερική όπου είναι διάσημη η κιθαριστική της ποπ), λεσβία στη ζωή και queer icon στην Νορβηγία, δίνει όλο το quirkiness που απαιτεί ο χαρακτήρας μιας «απροσάρμοστης» νεαρής γυναίκας αλλά ταυτόχρονα και την τρυφερότητα μιας αδυναμίας που μπορεί να μην μπορεί να στηρίξει παρά μια μικρή ταινία, αλλά είναι θεραπευτικό να την βλέπεις να εκφράζεται τόσο ανοιχτά και αφοπλιστικά στην οθόνη, σαν να ήταν απλά κι αυτό ένα απλό καθημερινό ασήμαντο γεγονός. Μανώλης Κρανάκης

Οι «Χαμηλές Προσδοκίες» προβάλλονται το Σάββατο 7 Νοεμβρίου στις 20.00 στην αίθουσα Φρίντα Λιάππα.

Το σχόλιο για το gentrification της Βιέννης, αλλά και την μοναξιά που φέρνει η νέα εποχή μιας άλλης ταχύτητας που ο ήρωάς τους δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει, είναι επιτακτικό...»

Loneliest Man in Town

The Loneliest Man in Town των Τίτσα Κόβι και Ράινερ Φρίμελ | Ειδικές Προβολές

Eνας άντρας γύρω στα 80, με στιλ που προδίδει ότι υπήρξε αμετανόητος ροκαμπιλάς σε όλη του τη ζωή μεταφέρει ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο στους έρημους δρόμους της Βιέννης. Μπαίνει σε ένα από τα επιβλητικά κτίρια διαμερισμάτων που μοιάζει έρημο και κρύο. Κάνει μια στάση αφήνοντας το δέντρο στην αρχή της μεγάλης σκάλας. Θα κατέβει για λίγο σε μια αποθήκη που του ανήκει στο υπόγειο. Μέσα ένας ολόκληρος κόσμος από memorabilia: βινύλια, παλιά έπιπλα, φωτογραφίες, περιοδικά και βιβλία. Θα βάλει ένα δίσκο να παίξει ένα τραγούδι και στο τέλος του θα κλειδώσει και θα ανεβάσει το χριστουγεννιάτικο δέντρο στο διαμέρισμα του. Θα βάλει ένα δίσκο να παίξει και θα αρχίσει να στολίζει το δέντρο όταν το ρεύμα θα κοπεί και η υπηρεσία ηλεκτρισμού δεν είναι πρόθυμη να ενδιαφερθεί για να διορθώσει τη βλάβη για το μοναδικό διαμέρισμα που κατοικείται σε ολόκληρο το κτίριο. Ο ένοικος του πρέπει να το εγκαταλείψει, αφού ακόμη κι αν επιμείνει και μείνει οι νέοι ιδιοκτήτες που θέλουν το εκμεταλλευτούν φέρνοντάς το στη νέα εποχή της πόλης, θα βρουν χίλιους τρόπους για να τον διώξουν.

Ο Αλ Κουκ μπορεί να μοιάζει με ήρωα που ξεπήδησε από το σύμπαν του Ακι Καουρισμάκι, αλλά είναι υπαρκτό πρόσωπο. Το πραγματικό του όνομα είναι Αλόις Κοχ. To Αλ Κουκ είναι το καλλιτεχνικό του, αυτό με το οποίο δισκογράφησε και έπαιξε ζωντανά τα δικά του blues για περισσότερες από έξι δεκαετίες, χωρίς ποτέ να ταξιδέψει στα μέρη όπου τραγούδησε. Ισως αυτή η με τη βία έξωση να είναι η μοναδική του ευκαιρία να δει από κοντά τον Μισισσιπή. Πριν όμως πρέπει να τακτοποιήσει το αναλογικό του σύμπαν και να αποφασίσει τι θα κρατήσει από το παρελθόν του. Οι γείτονες θα τον βοηθήσουν με τα έπιπλα, ο ίδιος θα ξεδιαλέξει ποιους δίσκους θα κρατήσει μέσα στη θήκη της κιθάρας του και μέχρι να φύγει από το διαμέρισμα θα επιχειρήσει μια επιστροφή στις «συλλεκτικές» στιγμές που υπήρξαν όλα όσα ήταν η ζωή του. Βιντεοκασέτες κρύβουν μέσα τους τον νεαρό εαυτό του, οι φωτογραφίες της Σίλβια θα τη θυμίζουν πάντα ως τον σημαντικότερο άνθρωπο που βρέθηκε δίπλα του, ένα φλερτ που δεν ευοδώθηκε ποτέ επιστρέφει ακριβώς τη στιγμή που χρειάζεται και το τέλος εποχής γράφεται με χαμηλότονα ριφ στην κιθάρα, σιωπές και μια νοσταλγία για ό,τι χάνεται.

Loneliest Man in Town

Loneliest Man in Town Η Τίσα Κόβι ήταν παρούσα χθες για να παρουσιάσει την ταινία στην αίθουσα Σταύρος Τορνές

Αφήνοντας ανοιχτές τις πόρτες της μυθοπλασίας και της τεκμηρίωσης, το Αυστριακό δίδυμο των Τίτσα Κόβε και Ράινερ Φρίμελ παρακολουθούν τον Κουκ σαν να είναι ο τελευταίος άνθρωπος μιας ολόκληρης εποχής. Το σχόλιο τους για το gentrification της Βιέννης, αλλά και την μοναξιά που φέρνει η νέα εποχή μιας άλλης ταχύτητας που ο ήρωάς τους δεν θα μπορούσε να ακολουθήσει, είναι επιτακτικό. Οχι όμως περισσότερο από την υπαρξιακή υφή που αποκτά ο τελετουργικός τρόπος με τον οποίο ο Κουκ αποχαιρετά τον παλιό κόσμο, με αναπάντεχη ελπίδα και προσμονή για το μέλλον. Με μικρές σκηνές που αναπτύσσονται σε δικό τους χρόνο, με μια ευγένεια και διακριτικότητα στην παρατήρηση - ο Καουρισμάκι παραμένει πανταχού παρών και σαν αισθητική και ως βλέμμα, με πηγαία μελαγχολία που επιτείνουν τα μπλουζ που σχολιάζουν ευρηματικά κάθε ψυχική κατάσταση του Κουκ, το φιλμ των Κόβι και Φρίμελ δεν έχει σημασία αν είναι fiction ή ντοκιμαντέρ. Αυτό που τεκμηριώνει είναι πιο αφοπλιστικό και από την πιο περίτεχνη μυθοπλασία. Τα υγρά μάτια του Κουκ που προδίδουν τις χαμένες ευκαιρίες του παρελθόντος, είναι τα ίδια που με μεγαλοσύνη αποδέχονται μια γεμάτη ζωή που κρύβει ακόμη κάποια τραγούδια που δεν έχουν γραφτεί ακόμη. Τα πράγματα δεν θα γίνουν ποτέ σημαντικότερα από τις αναμνήσεις. Και οι αποχαιρετισμοί είναι πάντα λιγότερο μελαγχολικοί όταν στο βάθος παίζει ο αγαπημένος σου δίσκος… Μανώλης Κρανάκης


Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης πραγματοποιείται από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου 2026, To Flix βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να σας μεταφέρει όλα όσα συμβαίνουν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες στο ειδικό τμήμα «67ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης» που ανανεώνεται συνεχώς.