Δημιουργός με βαθιά παιδεία - κι όχι μόνο κινηματογραφική. Αυτό καταλαβαίνει κανείς από τα πρώτα λεπτά μίας συζήτησης μαζί του - το μυαλό του κινείται από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό στην αρχαία τραγωδία κι από τα φιλμ νουάρ στους φιλοσόφους του υπερβατολογικού ιδεαλισμού με συνδέσεις που για τον ίδιο είναι απλές κι αυτονόητες. Γιατί έχουν μία κοινή βάση: την αναζήτηση νοήματος, σκοπού, αλήθειας.
Αυτή η επιμονή του να παρατηρεί τη ζωή και να σκάβει κάτω από την επιφάνεια των πραγμάτων τον οδήγησε στο σινεμά. Από την «Κλειστή Στροφή» και την «Εποχή των Δολοφόνων» έως τα «Νυχτολούλουδα», κι από και τον «Βασιλιά», την «Αγρύπνια» και τη «Μήδεια» πίσω στους εμβληματικούς «Απόντες» (που φέτος κλείνουν 30 χρόνια από την πρεμιέρα τους, κάτι που ενέπνευσε το νέο βιβλίο του Θεοδόση Μίχου - μία ανάλυση του πώς η ταινία σημάδεψε και ξεπέρασε την εποχή της), η φιλμογραφία του Νίκου Γραμματικού αποκαλύπτει ένα βλέμμα που πέφτει πάνω στον άνθρωπο με κατανόηση - τη στιγμή που δοκιμάζονται οι αντοχές του, τη στιγμή που κρίνεται το πεπρωμένο του.
Οι ήρωές του κατοικούν κόσμους όπου η ηθική, τα διλήμματα, η μνήμη, η μοναξιά, η απώλεια κινούνται ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Κι εκείνος τους καθοδηγεί βιωματικά, αποκαλύποντας και το δικό του τραύμα σε όποιον θέλει να κοιτάξει και να συνδεθεί.
Με την αφορμή του μεγάλου αφιερώματος και την τιμητική του βράβευση στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το Flix συνάντησε τον Νίκο Γραμματικό και ακολούθησε τον μίτο της αναλυτικής του σκέψης και των πληθωρικών του αφηγήσεων που ξεκινούν από τη γενέτειρα Σαλαμίνα τους φίλους και τις επιρροές του, ακουμπούν σε σταθμούς, συνεργάτες, προσωπικούς ήρωες που τον ενέπευσαν και τον στήριξαν, και καταλήγουν στον τρόπο που ο ίδιος κοιτά ασυμβίβαστα το σινεμά. Αυτό που δημιουργεί, αλλά κι αυτό που απολαμβάνει (;)
Μου είχε πει κάποτε ο Νίκος Παναγιώτοπουλος: «Μικρέ, είσαι καλός - “βλέπεις”. Βλέπω σημαίνει αντιλαμβάνομαι δράση. Κι εσύ βλέπεις. Μπορείς να πάρεις ένα πρόσωπο, να το βάλεις σ’ ένα τοίχο και να κάνεις σινεμά. Προχώρα.»
Φωτό: Χρήστος Χουλιάρας
Χάρηκα πολύ με την πρόταση του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Η Θεσσαλονίκη είναι η κινηματογραφική μου πατρίδα - εκεί παίχτηκε η πρώτη μου μικρού μήκους, εκεί έκαναν πρεμιέρα οι περισσότερες μεγάλου, εκεί πήρα τα πρώτα βραβεία. Ο Ορέστης Ανδρεαδάκης είναι ένας άνθρωπος που αγαπά πολύ το σινεμά και με έχει τιμήσει μέσα στα χρόνια - από την εποχή του περιοδικού Σινεμά ακόμα. Οπότε και τώρα ήταν χαρά και τιμή η πρόταση για το αφιέρωμα και το τιμητικό βραβείο. Μου έχουν γίνει κι άλλες προτάσεις κατά καιρούς κι έχω αρνηθεί. Oμως ένιωσα ότι θέλω να συναντηθώ ξανά με το κοινό της Θεσσαλονίκης. Το χρωστάω στο κοινό του φεστιβάλ. Μου θύμισε ο Γιάννης Σακαρίδης, ο οποίος ήταν ο μοντέρ μου στον «Βασιλιά», ένα περιστατικό. Τελείωσε η προβολή στο Ολύμπιον και με φώναξε να μπω μέσα. «Ελα να δεις τι γίνεται». Μπαίνω στην αίθουσα και επικρατούσε πλήρης σιωπή. Δεν κουνιόταν φύλλο. Μετά στο φουαγιέ ήρθαν κάποιοι θεατές βουρκωμένοι και μου έδιναν συγχαρητήρια. Από εκείνη την προβολή ξεκίνησε ένας ψίθυρος για τις ταινίες μου. Κι από στόμα σε στόμα παίζονται ακόμα. Αυτός ο ψίθυρος ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη.
Δεν κοιτάω πίσω με νοσταλγία Ναι, το να έρχεται μία τέτοια πρόταση που κάποιος με τιμά για «40 χρόνια καριέρας» ακούγεται βαρύ, αλλά δεν με πιάνει κάποια ανάγκη για ανασκόπηση. Εκανα αυτό που αγαπούσα: έκανα σινεμά σε εποχές που ήταν πολύ δύσκολο να κάνεις σινεμά. Κάθε ταινία μου ήταν έντονη εμπειρία, αλλά, αν θέλετε το πιστεύετε, δεν τις έχω ξαναδεί. Ποτέ. Από τη στιγμή που τις τελειώνω, φεύγουν από μένα. Σε προβολές, θα δω 5 λεπτά, να βεβαιωθώ ότι όλα είναι σωστά, και μετά φεύγω στο φουαγιέ για ποτό. Ούτε αν τις πετύχω στην τηλεόραση τις βλέπω, όχι. Αλλάζω κανάλι.
Μεγάλωσα μέσα στο σινεμά - 40 ημερών με πρωτοπήγε η μητέρα μου με το καρότσι. Τότε υπήρχαν 7 κινηματογράφοι στη Σαλαμίνα. Τώρα έχει μείνει μόνο ένας θερινός το «Σινέ Σελήνη», δίπλα στο καφενείο που γυρίσαμε τους «Απόντες». Η πρώτη ταινία που θυμάμαι, η πρώτη εικόνα που μου έμεινε ήταν το «Umberto D.» tου Βιτόριο ντε Σίκα - πρέπει να ήμουν 4 ή 5 χρονών.
Το σινεμά όμως ήταν πολύ επιδραστικό στη ζωή μου, ήταν πάντα βιωματική εμπειρία. Θυμάμαι 14 χρονών να βλέπω τον «Εξορκιστή» (μαζί με τον φίλο μου που λέω στους «Απόντες» ότι την έκανε για το Αγιο Όρος). Μπήκαμε στην αίθουσα και ήταν ακόμα δυο άνθρωποι. Παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχει πιο άγρια μοναξιά από μία άδεια κινηματογραφική αίθουσα. Θυμάμαι και δεύτερο περιστατικό: μεγαλύτερος μπήκα στο «Studio» να δω μία ταινία του Γκοντάρ και ήταν εντελώς άδεια. Ξαφνικά, εκεί που παιζόταν η ταινία, σηκώθηκε ένας άστεγος από την πρώτη σειρά. Είχε μπει να κοιμηθεί. Δεν υπάρχει τίποτα πιο άδειο στον κόσμο, τίποτα πιο κενό, κοσμικό κενό, πιο κενό κι από το κενό του διαστήματος, από μία άδεια κινηματογραφική αίθουσα. Στον «Εξορκιστή» λοιπόν βλέπουμε την ταινία κι έχουμε τρομοκρατηθεί. Επιστρέφοντας στα σπίτια μας περνούσαμε από τον Άγιο Δημήτριο και τρεμοσβήναν τα καντήλια - καταχείμωνο, σκοτάδι, ερημιά. Ούτε καληνύχτα δεν είπαμε, τρέξαμε πανικόβλητοι να χωθούμε στα σπίτια μας. Θυμάμαι να ξυπνάω την αδελφή μου γιατί δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Δεν έχω ξαναδεί ποτέ τον «Εξορκιστή». Και γιατί ήταν η ταινία που με τρόμαξε περισσότερο από όλες και γιατί δε θέλω να τη δω σήμερα κι ίσως να καταστρέψω τον μυθικό τρόμο που έχω στο κεφάλι μου.
Την πρώτη φορά που μπήκα στο στούντιο της Σταυράκου για να βοηθήσω, παρατρεχάμενος, κουβαλώντας καλώδια, ένιωσα ότι βρήκα το σπίτι μου. Το ξέρεις αυτό το συναίσθημα; Να σε καλωσορίζει ένας χώρος σαν να σε περίμενε;»
Δεν ξέρω ακριβώς πότε γεννήθηκε η ανάγκη να κάνω σινεμά, ξέρω ότι πάντα μου άρεσε να κοιτάω, να παρατηρώ Από μικρό παιδί κοιτούσα με περιέργεια τον κόσμο. Πηγαίναμε εκκλησία με τη γιαγιά μου κι εγώ κατέγραφα εικόνες. Μου το είχε πει κάποτε κι ο Νίκος Παναγιώτοπουλος, ο σκηνοθέτης. «Μικρέ, είσαι καλός - “βλέπεις”. Και “βλέπεις” σημαίνει ότι αντιλαμβάνεσαι δράση. Κι εσύ βλέπεις. Μπορείς να πάρεις ένα πρόσωπο να το βάλεις σ’ ένα τοίχο και να κάνεις σινεμά. Προχώρα. Κι εγώ όσο μπορώ θα σε βοηθήσω». Είχε δίκιο. Με ενδιαφέρει ο άνθρωπος, παρατηρώ. Ειδικά ο άνθρωπος σε κρίση. Θυμάμαι τις επισκέψεις μου στο νοσοκομείο όταν πέθανε ο πατέρας μου, ή στο ψυχιατρείο που ήταν ο ξάδελφος μου. Σε αυτά τα σκληρά μέρη υπάρχει ένα κομμάτι αλήθειας. Η δραματουργία δεν είναι κάτι άλλο από την ανθρώπινη συμπεριφορά σε κρίση.
Πηγαίνοντας πίσω όμως, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν ξεκίνησε η περιπέτεια με το σινεμά συνειδητά. Είχα παρατήσει το Μαθηματικό, ενώ ήμουν καλός (μάλιστα ένας συγγενής της μητέρας μου ήταν στην Αμερική και δίδασκε Ιστορία Αριθμών, ένας ξάδελφός μου ήταν ερευνητής στη NASA - όλα ήταν στρωμένα για να φύγω). Αγαπούσα τα μαθηματικά σοβαρά, ήθελα να κάνω θεωρητική φυσική, αλλά μπαίνοντας στη Σχολή κατάλαβα ότι δεν ήταν για μένα. Για να μπορέσω να σπουδάσω Μαθηματικά με τον τρόπο που θα ήθελα απαιτούσε μία αφοσίωση όπως οι μπαλαρίνες στα Μπολσόι. Εγώ όμως ήθελα να πηγαίνω σινεμά, να ακούω τις μουσικές μου, να διαβάζω τα βιβλία μου. Δεν θυμάμαι μέρα της ζωής μου που να μη διαβάζω. Αυτό με καθόρισε - ούτε το σινεμά, ούτε η μουσική. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που κυριαρχούσε η βιβλιοθήκη που είχε φτιάξει ο πατέρας μου. Μεγάλωσα με ένα βιβλίο στο χέρι κι αυτό δεν το έχω κόψει. Παράτησα το Μαθηματικό λοιπόν γιατί ήθελα να τριγυρίζω σε βιβλιοπωλεία, σε δισκοπωλεία, σε μπαρ. Να κάθομαι σπίτι και να διαβάζω και να πηγαίνω κάθε μέρα σινεμά.
Δεν θυμάμαι μέρα της ζωής μου που να μη διαβάζω. Αυτό με καθόρισε - ούτε το σινεμά, ούτε η μουσική. Μεγάλωσα σε ένα σπίτι που κυριαρχούσε η βιβλιοθήκη που είχε φτιάξει ο πατέρας μου. Μεγάλωσα με ένα βιβλίο στο χέρι κι αυτό δεν το έχω κόψει.»
Δεν ξέρω όμως πώς μου ήρθε, όταν είδα την ταμπέλα «Σχολή Σταυράκου» στην Ιουλιανού, να μπω μέσα και να πάρω ένα φυλλάδιο. Τότε δούλευα στη «Βαβέλ» και στο «Παρά Πέντε» - είχα οργανώσει το δισκοπωλείο μέσα στο «Παρά Πέντε». Με έψησαν τα φυλλάδια και πήγα και γράφτηκα. Δεν γράφηκα με σκοπό να γίνω σκηνοθέτης. Απλώς, με το που μπήκα στο πρώτο στούντιο για να βοηθήσω (είχε βάλει ο Πάνος Καρκανεβάτος, τριτοετής φοιτητής τότε μία αγγελία ότι έψαχνε βοηθούς) παρατρεχάμενος που κουβαλούσε καλώδια και έψηνε καφέδες, ένιωσα ότι είμαι σπίτι.
Το ξέρεις αυτό το συναίσθημα; Κάποιοι τόποι να σε καλωσορίζουν, με τον ίδιο τρόπο που κάποιοι άλλοι σε απωθούν; Οταν κατάλαβα ότι εγώ στο στούντιο θέλω να ζήσω, πήγαινα σε ό,τι γυριζόταν και κουβαλούσα. Μια μέρα έχουμε πάει σ’ ένα πάρτι ενός συμφοιτητή κάπου στο Χαλάνδρι. Μπαίνω στην κουζίνα και είναι ανοιχτή μία τηλεόραση στην εκπομπή «Παρασκήνιο», όπου μιλάει ο Νίκος Παναγιώτοπουλος. «Είχα γυρίσει από τη Γαλλία, δεν ήξερα τι ήθελα να κάνω, δεν ήξερα αν ήθελα να γίνω σκηνοθέτης. Και ξαφνικά ένα πρωί βλέπω έναν τύπο να περνάει οδηγώντας ένα τζιπ κι ο αέρας να παίρνει τα λευκά μαλλιά του. Ρωτάω ποιος είναι αυτός και μου λένε ο Νίκος Κούνδουρος, ο σκηνοθέτης. Και τότε λέω “κι εγώ σκηνοθέτης θα γίνω”…»
Την πρώτη κλωτσιά μου την έδωσε ο Σταύρος Τσιώλης. Είχα γράψει ένα δεκασέλιδο σενάριο εμπνευσμένο από ένα διήγημα του Γιώργου Λαζόπουλου από την εποχή που ήταν στη Γερμανία. Είχε γράψει κάτι Καφκικά διηγήματα, πήρα ένα και το προσάρμοσα σε σενάριο - από 8 σελίδες το έκανα 10. Το διάβασε ο Τσιώλης και μου είπε «Κοιτά, θα σου αφήσω 7 κουτιά φιλμ στο βενζινάδικο που είναι απέναντι από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, πάρε και το τηλέφωνο του Βασίλη Καψούρου, του φωτογράφου μου, θα βρει αυτός κάμερες και φώτα, και πήγαινε να γυρίσεις την ταινία σου. Δύο εξωτερικά και δύο δωμάτια είναι, μπορείς. Τα εργαστήρια μετά τα αναλαμβάνω εγώ…» Κι έτσι έκανα την πρώτη μου ταινία.
«Αγαπώ πολύ το φιλμ νουάρ, για αυτό ξεκίνησα με νουάρ Από τις πιο αγαπημένες μου αναμνήσεις παιδί στη Σαλαμίνα είναι να πηγαίνουμε με τον πατέρα μου στον «Κρίνο», το σουβλατζίδικο που αναφέρεται και στους «Απόντες» («Τα χάλασε τα σουβλάκια του ο Κρίνος!»), να τρώμε σουβλάκι στο χέρι και να καταλήγουμε στο «Ακταίον» το θερινό σινεμά για να δούμε ένα γαλλικό ή αμερικανικό νουάρ. Ή ένα καουμπόικο. Ακόμα θυμάμαι τα σπαγγέτι γουέστερν που βλέπαμε εκεί - όχι μόνο Λεόνε, αλλά και πιο «b», Σέρτζιο Κορμπούτσι, Ενζο Καστελάρι. Ακόμα θυμάμαι το «Κεόμα».
Ομως το νουάρ το λάτρευα για πιο βαθείς λόγους. Ξεκινούσε από την αγάπη μου για τον γερμανικό εξπρεσιονισμό - το κίνημα που, όπως καταγράφει και η Λότε Αϊσνερ στο βιβλίο της «Η Δαιμονική Οθόνη» έχει επηρεάσει τους πιο σπουδαίους σκηνοθέτες: Γκέοργκ Βίλχελμ Παμπστ, Φριτς Λανγκ, Μπίλι Γουάιλντερ, Εριχ φον Στρόχαϊμ, Νικόλας Ρέι, Τζον Χιούστον. Το παιχνίδι με το φως και το σκοτάδι, τόσο ηθικά όσο και οπτικά, το συναντάμε πρώτα στον γερμανικό εξπρεσιονισμό - «Νοσφεράτου», «Το Κουτί της Πανδώρας», «Μετρόπολις».
Λατρεύω το νουάρ γιατί συνδέει τον γερμανικό εξπρεσιονισμό με την αρχαία ελληνική τραγωδία: υπάρχει φως, σκοτάδι, πεπρωμένο. Μοιραία γυναίκα, αντιήρωας, προδοσία. Ο «Οιδίποδας» είναι το σκοτεινότερο νουάρ...»
Με ενδιέφερε πολύ αυτό το παιχνίδι με το σκοτάδι και το φως - συνειδητοποιούσα ότι όταν ανάβεις ένα φως στο σινεμά, δημιουργείς μια σκιά. Από μικρός, από βοηθός σκηνοθέτη το 1987, παρακολουθούσα με δέος τους διευθυντές φωτογραφίας (τον Αντρέα Μπέλλη, τον Ντίνο Κατσουρίδη - δυστυχώς δεν έχω συνεργαστεί ποτέ με τον Κώστα Αρβανίτη ή τον Αρη Σταύρου κι άλλους σπουδαίους που θαυμάζω), τι φακούς διαλέγουν, γιατί βάζουν το φως εκεί. Κατάλαβα ότι αυτές οι επιλογές επηρεάζουν άμεσα τη συναισθηματική σύνδεση με το θεατή. Για να μπορεί να νιώσει την καρδιά της ιστορίας κι όλα όσα κρύβονται από κάτω.
Γιατί το νουάρ είναι πολυεπίπεδο, έχει κάτι που συγγενεύει πολύ με την αρχαία τραγωδία. Το έχει πει ιδανικά ο Καρλ Γιάσπερς: «το εσωτερικό συμβόλαιο και το εξωτερικό συμβόλαιο που έχει υπογράψει ένας άνθρωπος με τον κόσμο γίνεται χαρτοπόλεμος. Πρέπει να δει το πεπρωμένο του κατάματα και να υπογράψει καινούργιο.» Κινηματογραφικά λοιπόν, αυτό συμβαίνει στο νουάρ: υπάρχει πεπρωμένο. Η μοιραία γυναίκα, η προδοσία, διπρόσωποι άνθρωποι, το παρελθόν που επιστρέφει να τιμωρήσει, τραγικές ειρωνίες, καταλύτες, το φως και το σκοτάδι. Σαν αρχαία τραγωδία. Ο «Οιδίποδας» είναι το σκοτεινότερο νουάρ.
Οι ήρωες των νουάρ γιατί έχουν μία δική τους ηθική: ακόμα και παραβατικοί, έχουν μπέσα Οταν ήμουν μικρός παίζαμε τάβλι με τον πατέρα μου και σηκώθηκε να κάνει καφέ. Και μετακίνησα ένα πούλι. Επέστρεψε και φυσικά το κατάλαβε. Εφαγα μία ανάστροφη με το δαχτυλίδι του γάμου: έτσι σε ανατρέφω εγώ; Αυτό θα γίνεις όταν μεγαλώσεις; Τέλος. Δεν το ξανάκανα ποτέ. Και την κουβαλάω αυτή την ηθική. Ακόμα και χαμένος, ποτέ όμως με τα λαμόγια.
Η «Κλειστή Στροφή» είναι μία ταινία για το πένθος Δεν μπορώ να το εξηγήσω αλλά κουβαλά την απώλεια, το θάνατο του πατέρα μου. Μέσα από μία νουάρ πλοκή εγώ ήθελα να μιλήσω για το πένθος, τη θλίψη, τη μοναξιά. Ο Κυριάκος Σφέτσας είχε γράψει τη μουσική και, καθώς ήταν διευθυντής στο Γ’ Πρόγραμμα, έδωσε την ταινία να τη δει ο Μάνος Χατζιδάκης. Τότε ο Μάνος με φώναξε στο γραφείο του και μου είπε «Από πλοκή δεν κατάλαβα τίποτα και δεν με ενδιέφερε. Αλλά κατάλαβα τη μοναξιά, την απουσία. Με έπιασε από το λαιμό η ταινία.»
«Η Εποχή των Δολοφόνων είναι μία ταινία αχταρμάς - Τρύπες, Ρεμπώ, Πίτερ Χάμιλ, Νίτσε, η σκοποβολή, ο πατέρας μου. Δεν γίνεται να τα στριμώχνεις όλα. Είχα καβαλήσει το καλάμι, νόμιζα ότι μπορούσα να σκηνοθετήσω και τον τηλεφωνικό κατάλογο. Εχω όλη την ευθύνη αυτής της αποτυχίας....»
«Η Εποχή των Δολοφόνων» ήταν λάθος. Μια ταινία τραγελαφική, αχταρμάς - ήθελα να τα χώσω όλα μέσα - τις Τρύπες, τον Ρεμπώ, τον Πίτερ Χάμιλ, τον Νίτσε, τη σκοποβολή, τον πατέρα μου. Δεν γίνεται να προσπαθείς να στριμώξεις τόσα ετερόκλητα στοιχεία, δεν γίνεται να προσπαθείς να τα πεις όλα σε μία ταινία. Είχα τότε καβαλήσει το καλάμι, νόμιζα ότι μπορώ να σκηνοθετήσω και τον τηλεφωνικό κατάλογο. Εχω όλη την ευθύνη αυτής της αποτυχίας.
Πήγα να καταστρέψω και τον Παναγιώτη Παπαχατζή, τον παραγωγό μου, που μαζί του έκανα την πρώτη μου ταινία, την «Κλειστή Στροφή», η οποία πήγε υπέροχα, έκανε πρεμιέρα στο Βερολίνο, πήγε σε πολλά φεστιβάλ, βραβεύτηκε. Στη δεύτερη ταινία φαίνεται ότι υπήρξα αλαζόνας. Εχασα τη βαθύτερη ουσία, έχασα τις ισορροπίες. Και είναι κρίμα γιατί όλοι οι άλλη είναι εξαιρετικοί - οι συνεργάτες μου, ο φωτογράφος μου, οι ηθοποιοί μου. Μετά την «Εποχή των Δολοφόνων» δεν ήθελα να κάνω πια σινεφίλ ταινίες, δε θέλω. Και δεν ξαναέκανα.
Αν δεν είχα γνωρίσει τον συγγραφέα Νίκο Παναγιωτόπουλο δεν θα υπήρχαν οι «Απόντες». Θεωρώ ότι ο Νίκος είναι ένας από τους σπουδαιότερους συγγραφείς της γενιάς του. Περιμένω με ανυπομονησία να διαβάσω το νέο του βιβλίο. Ο Παναγιώτης Παπαχατζής μού γνώρισε τον Νίκο, έκαναν τότε κάτι στην τηλεόραση μαζί, και του είπα ότι είχα σκαρώσει μεμονωμένες ιστορίες - εμπνευσμένος από τον Τζάρμους και το «Καφές και Τσιγάρα». Εγώ τις είχα ονομάσει «Ούζο με Χταπόδι». Κι εκείνος πρότεινε να τα ενώσουμε, να φτιάξουμε μία δομή. Αν δεν ήταν ο Νίκος, αυτό δεν θα γινόταν ποτέ ταινία - συγκρότησε ένα χάος. Γράφαμε μαζί - σε δισκέτες. Ηταν 1994. Δισκέτες!
Οι πραγματικοί "Απόντες" είναι οι άνθρωποι που χάσαμε. Ο Μηνάς Χατζησάββας. Ο Κωνσταντίνος Σταρίδας. Ο Αρτο Απαρτιάν. Η Γιούλα Ζωιοπούλου. Ο Νίκος Καρφής. Ο φίλος μου ο Φώτης, ο "Σάκης" της ταινίας. Είναι πολύ μεγάλες αυτές οι απώλειες. Αυτό το απουσιολόγιο πονάει πολύ. Ημουν απουσιολόγος στο σχολείο, αλλά αυτές οι απουσίες δεν σβήνονται. Και οι σελίδες τελειώνουν...»
Απόντες
Οι ήρωες στους «Απόντες» είναι ένα μείγμα μύθου και πραγματικότητας Οπως είναι κι όλο το σινεμά, η λογοτεχνία, η αρχαία τραγωδία: ένα aller-retour από το μύθο στην πραγματικότητα. Υπάρχουν στοιχεία των φίλων μου, υπήρχε ο Σάκης (που στην πραγματικότητα λέγεται Φώτης) που ήταν μαρκόνης στα καράβια, αλλά λόγω ρευματισμών γύρισε στη Σαλαμίνα κι άνοιξε ουζερί. Κάπου υπάρχω κι εγώ - ή τι θα γινόμουν εγώ αν είχα φύγει για την Αμερική.
Την διεκδικεί η γενιά των 90ς, αλλά δεν αγαπήθηκαν οι «Απόντες» μόνο από μία γενιά Η ταινία έκλεισε την «Ιριδα». Μία αίθουσα γεμάτη πιτσιρίκια. Μαθητές με σταματάνε στο δρόμο, 18 χρονών! Ηταν μία ταινία που έγινε με ειλικρίνεια και από την καρδιά, όπως έχει πει κι ο Νίκος Παναγιωτόπουλος. Οι «Απόντες» έχουν κάτι αρχετυπικό: την αντρική φιλία. Ο δεσμός της αντρικής φιλίας έχει πάντα κάτι βαθιά συγκινητικό. Το «Ονειρεύομαι τους Φίλους μου» του Παναγιωτόπουλου, βασισμένος στα διηγήματα του Δημήτρη Νόλα, για παράδειγμα. Το τελευταίο κομμάτι με τον Χατζησάββα…. ένα αριστούργημα. Θεωρώ ότι υπάρχει κάτι στην αντρική φιλία. Ακόμα και η σκηνή που περνούν οι Αιγύπτιοι, πλήρωμα σε ψαράδικα, αγκαλιασμένοι και τραγουδούν ένα τραγούδι στη γλώσσα τους για τη φιλία. Επικοινωνεί με αυτό ο θεατής. Πιάνει φλέβα.
Ομως νομίζω ότι ο καθένας βρίσκει κι αναγνωρίζει κάτι στις ταινίες που είναι δικό του. Κάποιοι την άκουσαν περισσότερο με την «Αγρύπνια», άλλοι με το «Βασιλιά». Η μητέρα μου που ήταν σινεφίλ, και δεν μου χάριζε κάστανα, θεωρεί την καλύτερη ταινία μου τα «Νυχτολούλουδα» ενώ λέει «πέτα τους “Απόντες” στη θάλασσα».
Απόντες
«Ωραίες φωτογραφίες, αλλά λείπουν οι άνθρωποι. Δεν λείπουν. Μόλις έφυγαν». Το 1989 μπήκε ο πατέρας μου στο Μεταξά με καρκίνο στον πνεύμονα. Για έξι μήνες έμεινα δίπλα του και στα διαλείμματα έφευγα με μία κάμερα της πλάκας που είχε μέσα ένα περιοδικό και φιλμ από το περίπτερο, κατέβαινα στο λιμάνι και φωτογράφιζα. Μάλιστα, μέσα από αυτές τις βόλτες και μέσα από αυτές τις φωτογραφίες, βρήκα κι όλα τα locations για την «Κλειστή Στροφή».
Είχα τραβήξει πάνω από 1000 φωτογραφίες. Αλλά καμία δεν είχε ανθρώπους. Σκουριασμένα σίδερα, ένα πεταμένο σακάκι, μία αφημένη μπίρα σε ένα πεζούλι - τέτοια πράγματα. Οι φωτογραφίες αυτές καθρέφτιζαν τη θλίψη μου. Και η απουσία ζωής τον επικείμενο θάνατο του πατέρα μου. Πέρασαν τα χρόνια και τις φωτογραφίες αυτές τις χρησιμοποίησα στην σκηνή της έκθεσης του Μανώλη στους «Απόντες». Τις μεγεθύναμε, τις κάναμε ασπρόμαυρες και τις χρησιμοποιήσαμε. «Ωραίες φωτογραφίες, αλλά λείπουν οι άνθρωποι» λέει ο Μουρίκης στον Ευγενικό. «Δεν λείπουν. Μόλις έφυγαν.» Την μηχανή αυτή τη χρησιμοποίησα για ρεπεράζ και στο «Βασιλιά».
Δεν υπάρχει πιο άγρια μοναξιά, τίποτα πιο κενό στον κόσμο, πιο παγερό κι από το κενό του διαστήματος, από μία άδεια κινηματογραφική αίθουσα...»
Δεν μου αρέσουν οι αλλαγές. Δεν τις αντέχω. Οι πραγματικοί Απόντες είναι οι άνθρωποι που χάσαμε Η πιο επώδυνη αλλαγή είναι ο θάνατος των αγαπημένων μας ανθρώπων. Ο θάνατος του πατέρα μου το 1990 με σημάδεψε. Ο θάνατος του Μηνά Χατζησάββα. Ο θάνατος της σπουδαίας ενδυματολόγου Γιούλας Ζωϊοπούλου, της μόνιμης συνεργάτιδας μου που υπήρξε σύντροφος μου για πάρα πολλά χρόνια. Ο θάνατος του Κωνσταντίνου Σταρίδα, του «Νικολή». Ο θάνατος του Φώτη (του «Σάκη» στους Απόντες). Ο θάνατος του Νίκου Καρφή, του διευθυντή παραγωγής (μέσα στα credits του και οι «Απέναντι» του Πανουσόπουλου). Χωρίς τον Καρφή δε θα είχαν γίνει οι «Απόντες». Είναι πολύ μεγάλες αυτές οι απώλειες. Αυτό το απουσιολόγιο πονάει πολύ. Ημουν απουσιολόγος στο σχολείο, αλλά αυτές οι απουσίες δεν σβήνονται. Και οι σελίδες τελειώνουν.
Οπως με συνέθλιψε κι ο θάνατος του Νίκου Παναγιωτόπουλου, ήταν πολύ σημαντικός για μένα. Μάλιστα μου το ανακοίνωσε ο Γκίκας ο φωτογράφος μου που μόλις είχε τελειώσει γύρισμα με τον Νίκο. Με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι ο Νίκος έφυγε από το γύρισμα και... πέθανε. Επαθα σοκ. Δεν θε το ξεχάσω ποτέ. Ομως, δεν το έσβηνε αυτό το Marlboro. Μέχρι που έπαθε το πρώτο καρδιακό επεισόδιο κι ο γιατρός του είπε «ένα ακόμα τσιγάρο και θα είσαι ξανά εδώ - δύο και θα βρεθείς απέναντι, και το έδειξε το νεκροταφείο». Τον Νίκο τον γνώρισα το 1984 στις εκπομπές που κάναμε με τον Αντώνη Κόκκινο και τον Γιάννη Καρυπίδη στο Γ’ Πρόγραμμα. Από την πρώτη μου μικρού μήκους μέχρι σχεδόν την τελευταία ερχόταν στη μουβιόλα - να δει, να συμβουλεύσει. Με βοήθησε πολύ. Εκατοντάδες συζητήσεις στο σπίτι του Κυριακές για φαγητό, με την υπέροχη γυναίκα του τη Μαριάνα που αγαπούσα πάρα πολύ κι επίσης χάσαμε.
Η Σαλαμίνα έχει βαθιά ιστορία - στο σπίτι μου μοιρολογήσαν τον Καραϊσκάκη Μου ζητούν το κρεβάτι της γιαγιάς μου από το λαογραφικό μουσείο αλλά δεν το δίνω - εκεί μοιρολογήσαν τον Καραϊσκάκη. Οταν σκοτώθηκε στο Φάληρο τον έφεραν σπίτι μας. Είχαν γίνει ιστορικές συναντήσεις με Μαυροκορδάτο και Καποδίστρια. Το σπίτι μου είναι το πιο ιστορικό σπίτι στη Σαλαμίνα - ένα δίπατο ψαράδικο σπίτι που χτίστηκε το 1760. Το Γραμματικός δε θα ήταν το επίθετο μας - η οικογένεια λεγόταν Μπιρμπίλη και ήταν μέλη της Φιλικής Εταιρίας. Αλλά επειδή τότε ήταν όλοι αναλφάβητοι έλεγαν «πήγαινε στον γραμματικό» όταν ερχόταν ένα γράμμα. Κι έτσι μας έμεινε. Ιστορικό σπίτι. Ομως μετά το θάνατο της μάνας μου δε θέλω να ξαναπάω. Δε θέλω. Δεν αντέχω. Είναι κρίμα που δεν θέλει να το αξιοποιήσει ο Δήμος. Θα μου πεις, εδώ δεν έχουν καθαρίσει το σπήλαιο του Ευριπίδη. Για το γύρισμα πήγαμε εμείς και το καθαρίσαμε.
Με το τέλος του 20ου αιώνα, φαινόταν ότι αυτή η Ελλάδα έβγαζε πύον. Δεν είχε κανένα κοινωνικό ιστό και δεν είχε απομείνει στον Ελληνα κανένα πολιτισμικό κύτταρο. Αυτή η κρίση προηγήθηκε της οικονομικής...»
Ο Βασιλιάς
Ο «Βασιλιάς» ήταν προφητικός: τότε έκαιγαν δάση και έκαναν βίλες, σήμερα ο ΟΠΕΚΕΠΕ. H ταινία είναι βασισμένη σε αληθινή ιστορία. Είχα απλώσει αποκόμματα εφημερίδων στο πάτωμα και ένα κόλλησε στο παπούτσι μου. Το σήκωσα και διάβασα τίτλο «Τον Επνιξαν στο Χωριό». Το είπα στον Νίκο Παναγιωτόπουλο, έφυγε διακοπές ετοίμασε ένα πρώτο draft κι εγώ έκανα ρεπεράζ. Πήγα στη Λευκάδα, γνώρισα τον δικηγόρο του, γνώρισα τον αστυνομικό, διάβασα την απολογία του ήρωα και πήρα αυτούσια την έκφραση «τα κάγκελα της φυλακής είναι ίδια για όλους, τα όρια του καθενός είναι διαφορετικά». Με ενδιέφερε η αποδιαπόμπευση του ανθρώπου. Ενός άλλου «Ιησού» που καταφτάνει ανάμεσα στους Φαρισαίους και τον σταυρώνουν. Το έβλεπα αυτό στον σύγχρονο Eλληνα.
Με το τέλος του 20ου αιώνα, φαινόταν ότι αυτή η Ελλάδα έβγαζε πύον. Δεν είχε κανένα κοινωνικό ιστό και δεν είχε απομείνει στον Έλληνα κανένα πολιτισμικό κύτταρο - και δεν μιλάω για πτυχία και μόρφωση, αλλά για βαθύτερο ήθος. Υπήρχαν άνθρωποι παλιότερα, βοσκοί στον Ταϋγετο, αλλά είχαν μία σοφία - μιλούσαν με τα δέντρα, με τα κατσίκια. Αυτή η Ελλάδα δεν υπήρχε πια - κάποιες ελάχιστες μόνο νησίδες, κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις. Η χώρα θα χρεοκοπούσε, το βλέπαμε με τον Μουρίκη κάνοντας ρεπεράζ, αλλά είχε ήδη χρεοκοπήσει. Στο «Βασιλιά» τα λαμόγια προύχοντες καίνε τα δάση και τα κάνουν οικόπεδα. Αυτό δεν ζούμε σήμερα, κάθε καλοκαίρι; Από τα 80ς η Λάρισα είχε γεμίσει Porsche Cayenne.
Αγρύπνια
Η «Αγρύπνια» είναι μία ταινία για την ύβρι Η οικογένεια ως πεδίο σύγκρουσης. Οταν ο ξένος, ο «άλλος» είναι, κυριολεκτικά, ο εξ αίματος αδελφός. Είναι κι αυτή αληθινή ιστορία. Μου τη διηγήθηκε ένας φίλος μου, ευτυχώς η δική του γυναίκα επέζησε.
Γύρισα σπίτι κι έγραψα το πρώτο σενάριο γιατί πάτησε σε κάτι πολύ δικό μου. Η αγρύπνια δεν αφορά μόνο τη γυναίκα που βρίσκεται μεταξύ ζωής και θανάτου. Είναι και μια νύχτα εσωτερικής αναμέτρησης. Γι’ αυτό άλλωστε και ο συμβολικός τίτλος, σαν να ξαγρυπνάμε έναν νεκρό, αλλά στην ουσία κοιτάμε βαθιά μέσα μας.
Στην «Αγρύπνια» μεγάλο ρόλο έπαιξε ο μοντέρ μου, Γιάννης Κατσάμπουλας. Ηταν από τους πρώτους φίλους μου από τη Σταυράκου. Είχε μοντάρει και τα «Νυχτολούλουδα». Είναι πολύ σημαντική η σχέση σκηνοθέτη-μοντέρ. Πολύ σημαντικός και ο Μαυροψαρίδης, που κάναμε «Κλειστή Στροφή», «Την Εποχή των Δολοφόνων» και τους «Απόντες». Με έμαθε πάρα πολλά πράγματα - όπως ότι κόβουμε πάνω στο συναίσθημα των ηρώων.
Ξέρεις τι είναι να σου πιάνει ένα τυφλό παιδί την μπλούζα και να σου λέει "τι ωραίες ρίγες! Υπάρχουν, αλλά δεν τις βλέπω…"»
Τα «Νυχτολούλουδα» είναι η αγαπημένη μου ταινία. Ηταν μία συγκλονιστική εμπειρία. Με βοήθησε πολύ ο Μενέλαος Τσαούσης, ο εκπαιδευτής τους που μου άνοιξε τις πόρτες. Μπήκα σαν τον τρελό με μία VHS κάμερα (από τέτοιο υλικό έκανα blow up σε 35άρι) σε αυτή την κοινότητα των τυφλών παιδιών, συνδέθηκα μαζί τους, με λάτρευαν και τα λάτρευα. Έμαθα πάρα πολλά πράγματα. Αυτά τα παιδιά έχουν μία τρισδιάστατη «όραση». Ξέρεις τι είναι να σου πιάνει ένα τυφλό παιδί την μπλούζα και να σου λέει «τι ωραίες ρίγες! Υπάρχουν, αλλά δεν τις βλέπω…» Ξέρουν που είναι η πόρτα και που ο τοίχος «γιατί αλλάζουν τα ρεύματα του αέρα». Αυτή η περιπέτεια κράτησε τρία χρόνια - από το 1996. Η πρόκληση όμως ήταν ότι κατέληξα με 70 ώρες υλικό - για πέντε ντοκιμαντέρ. Ο Βαγγέλης Μουρίκης που ήταν στην παραγωγή με βοήθησε. Ο ρόλος του στην ταινία ήταν κομβικός. Μαζί στήσαμε την αφηγηματική δομή της ταινίας - αποφασίσαμε ότι θα έχουμε έναν κεντρικό ήρωα.
Δεν γίνεται πολιτισμός να θεωρείται μόνο ο Παρθενώνας και το Μουσείο της Ακρόπολης. Θα ήθελα να ξαναγυρίζαμε στο παρελθόν να εξετάζαμε πώς χειρίζονταν από θεσμικές θέσεις τον ελληνικό κινηματογράφο ο Παύλος Ζάννας, ο Κώστας Βρεττάκος, ο Μάνος Ζαχαρίας. Χρειάζεται όραμα. Και παραγωγοί με παιδεία που εκείνοι θα ψάχνουν και θα στηρίζουν τον δημιουργό. Οχι να χτυπάει ο σκηνοθέτης πόρτες μπας και βρει χρηματοδότηση. Είναι πάρα πολύ φθοροποιό όλο αυτό...»
Η «Μήδεια» είναι η πιο προσωπική μου. Ολες οι ταινίες ξεκινούν από κάτι βαθύ κι άγνωστο. Και δεν απαντιούνται. Αντιθέτως, δημιουργούν περισσότερα ερωτήματα. Η «Μήδεια» προέκυψε από μια βαθιά ανάγκη να ξεπεράσω έναν χωρισμό. Ημουν πολύ ερωτευμένος με μία γυναίκα, αλλά εκείνη ήθελε παιδί. Εγώ όχι. Εγινα εγώ Μήδεια κατά κάποιο τρόπο.
Μου πήρε 7 χρόνια αυτή η ταινία. Και πάλι η συμβολή του Μουρίκη ήταν κομβική. Ο Βαγγέλης τελείωνε γύρισμα κι ερχόταν να οργανώσουμε 170 ώρες υλικό! Και μετά έφευγε 5 το πρωί για να ξαναπάει σε γύρισμα.
Οι συναντήσεις μου επίσης με τον Νίκο Χουρμουζιάδη, τον οποίο θεωρώ μέντορά μου, ήταν συγκλονιστικές. Η σκηνή στο σπήλαιο είναι από τις πιο συγκινητικές στιγμές της ζωής μου. Μελέτησα πάρα πολύ. Μία καθηγήτρια από την Γερμανία μου είπε ότι είναι film essay πάνω στο αρχαίο κείμενο. Τα έβαλα με τους Ιάσονες αυτού του κόσμου, που τους βλέπουμε και σήμερα να κυβερνάνε τον κόσμο. Τεράστιος άθλος, με κατάπιε. Θα το ξανάκανα όμως. Με την προϋπόθεση να υπάρχει κάτι βαθιά μέσα μου που μου τρώει τα συκώτια.
Έχω πρόβλημα με τους σύγχρονους «auteurs». Δεν μου αρέσει το σινεμά που βλέπω σήμερα. Με φωτεινές εξαιρέσεις πάντα. Αλλά στην πλειοψηφία τους οι ταινίες μου θυμίζουν «Θέατρο της Δευτέρας»: φυσικοί χώροι, καλοί ηθοποιοί, στέρεη αφηγηματική δομή, αλλά δεν υπάρχει υπογραφή. Είτε σκηνοθετεί ο Νόλαν, είτε ο Βιλνέβ, είτε ο Ινιαρίτου δεν καταλαβαίνω διαφορά. Κάποτε πηγαίναμε να δούμε πώς κοιτάζει τον κόσμο ο Μπέργκμαν. Πώς ο Αντονιόνι. Πώς ο Κασαβέτης. Πώς ο Κουροσάβα. Πώς ο Ρενουάρ. Ο καθένας είχε το δικό του τρόπο. Σήμερα το σινεμά είναι ομοιόμορφο. Δεν βρίσκω ξεχωριστό βλέμμα. Οι ταινίες μοιάζουν. Οι τελευταίες ταινίες που με συγκίνησαν ήταν η «Επιστροφή» του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ και το «Lucky» του Τζον Κάρολ Λιντς με τον Χάρι Ντιν Στάντον.
Κάποτε πηγαίναμε να δούμε πώς κοιτάζει τον κόσμο ο Μπέργκμαν. Πώς ο Αντονιόνι. Πώς ο Κασαβέτης. Πώς ο Κουροσάβα. Πώς ο Ρενουάρ. Ο καθένας είχε το δικό του τρόπο. Σήμερα το σινεμά είναι ομοιόμορφο. Δεν βρίσκω ξεχωριστό βλέμμα. Ολες οι ταινίες μοιάζουν.»
Παρακολουθώ ελληνικό σινεμά. Οργίζομαι που η Πολιτεία δεν το στηρίζει. Δεν γίνεται πολιτισμός να θεωρείται μόνο ο Παρθενώνας και του Μουσείο της Ακρόπολης. Φυσικά απόλυτα σημαντικά κι αυτά, αλλά δεν γίνεται να μην στηρίζουμε το νέο πολιτισμό. Να μη στηρίζουμε αφηγήσεις που κοιτούν την νέα Ελλάδα. Θα ήθελα να ξαναγυρίζαμε στο παρελθόν για να παραδειγματιστούμε από το πώς χειριζόταν τον ελληνικό κινηματογράφο ο Παύλος Ζάννας, ο Κώστας Βρεττάκος, ο Μάνος Ζαχαρίας. Γιατί υπάρχουν ταλέντα στην Ελλάδα, δημιουργοί με παιδεία, αλλά αν δεν βάλεις πλάτες αυτό το χάνεις. Χρειάζεται όραμα. Το θέμα δεν είναι «τι θέλει το κοινό». Το κοινό μπορεί να θέλει σκουπίδια. Υπάρχουν ταινίες που έχουν κάνει 700.000 εισιτήρια και είναι χυδαίες. Τηλεόραση της κακιάς ώρας.
Από το 2003 κάνω μαθήματα. Γιατί πρέπει... «εἴ τις οὐ θέλει ἐργάζεσθαι, μηδὲ ἐσθιέτω» «Εάν κανείς δεν θέλει να εργάζεται, δεν πρέπει ούτε και να τρώει.» - έχω κάνει μότο αυτό που είπε ο Απόστολος Παύλο. Επρεπε να δουλέψω για να επιβιώσω. Τόσο απλά. Δεν ζούμε σε μια χώρα που οι παραγωγοί αναζητούν τον σκηνοθέτη, τον ανακουφίζουν από τα έξοδα για να κάτσει ανεπηρέαστος να δουλέψει. Δεν ήρθε κάποιος να μου πει: «πόσα βγάζεις από τα μαθήματα, θα στα δώσω εγώ να κάτσεις να δουλέψεις πάνω στην ταινία σου, γιατί είσαι σκηνοθέτης, έχεις μία πορεία, έχεις ένα έργο.». Δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι. Κι είναι κάπως αντιφατικό, αν το σκεφτείς. Οτι πρέπει να γίνει το αντίθετο. Να βγει ο σκηνοθέτης και να χτυπάει πόρτες. Δεν είναι εύκολο να μπει κανείς σε τέτοια διαδικασία. Είναι εξαιρετικά φθοροποιό. Θα το κάνω μόνο αν υπάρχει μία ιδέα μέσα μου που επιμένει. Οταν έρχεται μία ιδέα και τη διώχνω, αλλά εκείνη επιμένει, τότε πρέπει να κάνω κάτι για αυτό. Γίνεται νεοπλασία. Και πρέπει να αναμετρηθώ μαζί της. Να τη βγάλω από μέσα μου. Διαφορετικά δεν υπάρχει κανένας λόγος να κάνω ταινία. Ούτε βιάζομαι, ούτε ματαιοδοξίες έχω.
Η απονομή τιμητικού Χρυσού Αλέξανδρου στον Νίκο Γραμματικό θα πραγματοποιηθεί τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου στις 20.00 στο Ολύμπιον και θα ακολουθήσει η προβολή της ταινίας «Απόντες»
