Buzz

Η Γκρέτα Γκέργουιγκ φέρνει το ροκ στη Νάρνια

στα 10

Η νέα κινηματογραφική μεταφορά του «The Magician’s Nephew» αλλάζει εποχή, αισθητική και μουσική κατεύθυνση, με τη σκηνοθέτιδα να υπόσχεται μια διαφορετική Νάρνια.

Η Γκρέτα Γκέργουιγκ φέρνει το ροκ στη Νάρνια

Η Νάρνια επιστρέφει στη μεγάλη οθόνη, αυτή τη φορά μέσα από το βλέμμα της Γκρέτα Γκέργουιγκ, και όλα δείχνουν πως η σκηνοθέτις δεν έχει καμία διάθεση να ακολουθήσει την ασφαλή διαδρομή των προηγούμενων κινηματογραφικών μεταφορών. Το «Narnia: The Magician’s Nephew» αποτελεί για εκείνη μια ευκαιρία να ξανασυστήσει το σύμπαν του Κ.Σ. Λιούις σε ένα νέο κοινό, ξεκινώντας από την ιστορία της γέννησης της Νάρνια.

Μιλώντας στο περιοδικό Empire, η Γκέργουιγκ αποκάλυψε πως δεν ήθελε απλώς να επαναλάβει όσα είχαν προηγηθεί, αλλά να δημιουργήσει μια «ροκ όπερα». Η περιγραφή μπορεί αρχικά να προκαλεί απορίες, όμως η ίδια ξεκαθαρίζει πως η ταινία δεν είναι μιούζικαλ. Το βρετανικό ροκ των δεκαετιών του ’60 και του ’70, από το glam μέχρι το progressive, αποτελεί τον βασικό αισθητικό άξονα της νέας ταινίας, με ονόματα όπως ο Ντέιβιντ Μπόουι, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ, ο Ντέιβιντ Γκίλμουρ, ο Πιτ Τάουνσεντ, ο Τζίμι Πέιτζ και ο Ρόμπερτ Πλαντ να λειτουργούν ως σημαντικές μουσικές αναφορές.

Η επιλογή αυτή συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που η Γκέργουιγκ προσεγγίζει τη μυθολογία του Λιούις, καθώς η μουσική βρίσκεται ήδη στον πυρήνα της δημιουργίας της Νάρνια. Ο Ασλαν, του οποίου τη φωνή θα κάνει η Μέριλ Στριπ, δεν εμφανίζεται απλώς ως μια μυθική φιγούρα που παρακολουθεί τη γέννηση του κόσμου, αλλά τραγουδά τη Νάρνια στη ζωή, γεγονός που δίνει στη σκηνοθέτιδα ένα ενδιαφέρον σημείο εκκίνησης για να συνδέσει τη φαντασία με την ιστορία της βρετανικής μουσικής.

Διαβάστε ακόμα: Καθυστερεί η «Narnia» της Γκρέτα Γκέργουιγκ – Νέα ημερομηνία και μεγάλη κινηματογραφική πρεμιέρα

Ακόμη πιο τολμηρή είναι η αλλαγή της εποχής. Η ιστορία μεταφέρεται από τις αρχές του 20ού αιώνα στο μεταπολεμικό Λονδίνο της δεκαετίας του 1950, με τον Ντίγκορι και την Πόλι, τους οποίους υποδύονται ο Ντέιβιντ ΜακΚένα και η Μπεατρίς Κάμπελ, να ανήκουν πλέον σε μια γενιά που βρίσκεται λίγο πριν από τη μεγάλη πολιτιστική έκρηξη του βρετανικού ροκ. Η Γκέργουιγκ φτάνει μάλιστα να αναρωτιέται πώς ο Ντέιβιντ Τζόουνς έγινε Ντέιβιντ Μπόουι «εκτός κι αν πήγε στη Νάρνια», επιχειρώντας να δημιουργήσει μια παιχνιδιάρικη γέφυρα ανάμεσα στη μυθολογία του Λιούις και την πραγματική πολιτιστική ιστορία της Βρετανίας.

Η μουσική επιλογή φαίνεται πως θα αποτελέσει ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της ταινίας, καθώς η Γκέργουιγκ χρησιμοποιεί τραγούδια που ανήκουν σε μεταγενέστερες δεκαετίες, παρότι η δράση εκτυλίσσεται στη δεκαετία του ’50. Η προσέγγιση θυμίζει την επιλογή της Σοφία Κόπολα στο «Marie Antoinette», όπου η σύγχρονη μουσική λειτουργούσε ως ένας τρόπος να έρθει το κοινό πιο κοντά στους χαρακτήρες και στα συναισθήματα μιας ιστορίας εποχής. Το «The Magician’s Nephew» έχει ήδη περάσει από δοκιμαστική προβολή στο Νιου Τζέρσεϊ, με μια περίπου δίωρη εκδοχή της ταινίας που δεν περιλάμβανε ακόμη ολοκληρωμένα οπτικά εφέ. Σύμφωνα με δημοσίευμα του The InSneider που ακολούθησε μερικές εβδομάδες αργότερα, η αντίδραση στις συγκεκριμένες προβολές δεν ήταν ιδιαίτερα θετική και το Netflix φέρεται να προχώρησε στον προγραμματισμό επαναληπτικών γυρισμάτων. Πρόκειται, πάντως, για μια διαδικασία που δεν είναι ασυνήθιστη σε μια τόσο μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή, ειδικά σε ένα φιλμ όπου τα οπτικά εφέ και η τελική μορφή του κόσμου της Νάρνια μπορούν να αλλάξουν σημαντικά την εικόνα μιας ημιτελούς προβολής.

Η νέα Νάρνια, λοιπόν, φαίνεται πως θα επιχειρήσει να αφήσει πίσω της τη γνώριμη αισθητική των προηγούμενων ταινιών και να αναζητήσει έναν πιο σύγχρονο κινηματογραφικό παλμό, χωρίς να απομακρύνεται από τον πυρήνα της μυθολογίας του Λιούις. Η επιλογή της δεκαετίας του ’50, η αναχρονιστική χρήση του ροκ και η προσωπική ματιά της Γκέργουιγκ δημιουργούν μια εκδοχή του «The Magician’s Nephew» που μοιάζει σχεδιασμένη περισσότερο ως επανεκκίνηση του κινηματογραφικού κόσμου της Νάρνια παρά ως απλή συνέχεια μιας παλαιότερης κινηματογραφικής παράδοσης.

Η ταινία θα κάνει την πρώτη της εμφάνιση στις αίθουσες στις 12 Φεβρουαρίου 2027, όπου θα παραμείνει για 45 ημέρες, πριν φτάσει στο Netflix στις 2 Απριλίου του ίδιου έτους.