Το «Darling» του Φρέντερικ Ράφαελ διαβάζεται ως ένα μανιφέστο (γυναικείας) χειραφέτησης

BUZZ 08 DEC  /  Μανώλης Κρανάκης

Βασισμένο στο βραβευμένο με Οσκαρ Πρωτότυπο Σενάριο του ίδιου για την πολυβραβευμένη ταινία του Τζον Σλέσιντζερ με την Τζούλι Κρίστι, το «Darling» του Φρέντερικ Ράφαελ κυκλοφορεί ως ένα διαχρονικό πορτρέτο μιας γυναίκας που ήθελε να ζήσει τη ζωή της.

Η Νταϊάνα Σκοτ είναι μια πανέμορφη Αγγλίδα που εργάζεται ως μοντέλο κι είναι αποφασισμένη να πετύχει και να φτάσει στην κορυφή χρησιμοποιώντας θεμιτά κι αθέμιτα μέσα.
Γνωρίζει έναν δημοσιογράφο τον Ρόμπερτ Γκολντ, με τη βοήθεια του οποίου της ανοίγεται ένας νέος κύκλος γνωριμιών. Οι δυο τους ερωτεύονται κι ο Ρόμπερτ αφήνει την οικογένειά του για εκείνη, αλλά η Νταϊάνα είναι τόσο αποφασισμένη να πετύχει τους στόχους της, ώστε δεν διστάζει να τον απατήσει με άλλους.
Η γνωριμία της με τον πλέιμποϊ Μάιλς Μπραντ την κάνει να πιάσει «πάτο»… Ποια είναι, εντέλει, η πραγματική ευτυχία για την Νταϊάνα, η οποία ζει τους ξέφρενους ρυθμούς και την τρέλα της δεκαετίας του ’60;

Με τη δική του σελίδα στην κινηματογραφική ιστορία, το «Darling» του Τζον Σλέσιντζερ αποθέωσε τα λονδρέζικα swinging 60s ως το μέρος όπου όλα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα, χάρισε στη Τζούλι Κρίστι ένα από τα πιο δίκαια Οσκαρ Α' Γυναικείου Ρόλου και φυσικά στον Φρέντερικ Ράφαελ ένα Οσκαρ Πρωτότυπου Σεναρίου για την ιστορία της Νταιάνα Σκοτ, μιας γυναίκας που ήθελε να ξεφεύγει από τις συμβάσεις, να ζήσει με τον δικό της τρόπο, να απολαύσει και να καεί, πιο μυθικής κι από την ίδια της την άνοδο και την πτώση, διαχρονικό - παρά το μισό αιώνα που έχει μεσολαβήσει - σύμβολο χειραφέτησης.

Darling 607 Η Τζούλι Κρίστι σε σκηνή από την ταινία

Γεννημένος το 1931 στο Σικάγο, ο Φρέντερικ Ράφαελ μετακόμισε στην Αγγλία σε παιδική ηλικία. Εργάστηκε ως καθηγητής φιλοσοφίας και έχει γράψει περισσότερα από είκοσι μυθιστορήματα, ιστορικά βιβλία. Δοκίμια, άρθρα και κριτικές του δημοσιεύονται σε περιοδικά όπως The Literary Review, TLS, The Wall Street Journal, ενώ έχει γράψει τις βιογραφίες του Λόρδου Μπάιρον (1982) και του Σόμερσετ Μομ (1976). Ταυτόχρονα, ο Ράφαελ διέπρεψε και στον κόσμο του σινεμά και της τηλεόρασης. Εκτός από το «Darling» για το οποίο κέρδισε το Οσκαρ και το BAFTA Καλύτερου Πρωτότυπου Σεναρίου, ήταν υποψήφιος για το Σενάριο του «Two for the Road» του Στάνλεϊ Ντόνεν, έκανε τη σεναριακή διασκευή για το «Μακριά από το Αγριεμένο Πλήθος» του Τζον Σλέσιντζερ το 1967 και συνεργάστηκε και με τονΣτάνλεϊ Κιούμπρικ για το σενάριο της ταινίας «Μάτια Ερμητικά Κλειστά» το 1999.

Το «Darling», μυθιστορηματική διασκευή του πρωτότυπου σεναρίου του Φρέντερικ Ράφαελ από τον ίδιο κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τις Εκδόσεις Βακχικόν.

Διαβάστε παρακάτω το κεφάλαιο ΧΧΙΧ για μια πρώτη γνωριμία με τον κόσμο του «Darling».

Darling 607 Η Τζούλι Κρίστι με τον Ντερκ Μπόγκαρντ σε σκηνή από την ταινία


ΧXΙΧ

Ο Ρόμπερτ είπε: «Με τον θάνατο του Γουόλτερ Σάουθγκεϊτ πεθαίνει κάθε ίχνος παράδοσης της αγγλικής λογοτεχνίας. Σ’ αυτήν την εποχή που το Λονδίνο καταβροχθίζει τα ταλέντα της. Το Λονδίνο, αυτό το καταραμένο εργοστάσιο, το οποίο ξεζουμίζει την αθωότητα απ’ τους συγγραφείς έτσι όπως μου το είχε περιγράψει ο ίδιος ο Σάουθγκεϊτ κάποτε. Η ωμή ειλικρίνεια και η τιμιότητα έχουν για πάντα χαθεί και είμαστε κατιτίς φτωχότεροι. Καληνύχτα σας». Συνέχισε να κοιτάει την κάμερα για λίγα δευτερόλεπτα κι ύστερα στράφηκε να συζητήσει με τον καθηγητή της αγγλικής λογοτεχνίας.

Τα φώτα του στούντιο είχαν χαμηλώσει. Οι τίτλοι είχαν πέσει. Το πρόγραμμα είχε τελειώσει. O Ρόμπερτ κι ο καθηγητής παρέμειναν αρκετά αγχωμένοι, αλλά τους παρηγόρησε ο παραγωγός με τα κολακευτικά του σχόλια, κι έτσι συνέχισαν να κουβεντιάζουν πιο ανάλαφρα προς το μέρος με τα ποτά. Τo γεγονός ότι το πρόγραμμα είχε πάει καλά ανακούφισε τον Ρόμπερτ από την πλημμύρα των συναισθημάτων που ένιωθε με τον χαμό του Σάουθγκεϊτ, και μόνο όταν έμεινε μόνος ένιωσε πάλι την απόγνωση να τον κατακλύζει. Γέμιζε από μια γενικότερη αίσθηση απώλειας. Αν τότε που είχαν πάει με την Νταϊάνα να δούνε τον Σάουθγκεϊτ, η ζωή του ήταν μπερδεμένη, τώρα που έκανε μια αναδρομή τού έμοιαζε περισσότερο μπερδεμένη, αλλά με ένα ίχνος ελπίδας. Ήταν εξαντλημένος, δεν μπορούσε να ξεκινήσει μια καινούργια σχέση και ήταν πολύ απογοητευμένος ώστε να επιδιορθώσει ήδη υπάρχουσες. Σκεφτόταν τον Σάουθγκεϊτ και τη ζωγραφιά που είχε δώσει σ’ εκείνον και την Νταϊάνα. Σιχαινόταν την αδυναμία του και την υποταγή που έδειχνε στα πράγματα. Οδήγησε με αποφασιστικότητα προς το διαμέρισμα στο Λάντμπροουκ. Να έμενε ακόμα εκεί; Δεν ήταν η πρώτη φορά που θα πέρναγε από κει, αλλά ήταν η πρώτη φορά που ανέβαινε τις σκάλες μέχρι πάνω να χτυπήσει το κουδούνι. Να ήταν μόνη της; Μπορούσαν να ξεκινήσουν πάλι απ’ την αρχή; Αν κι οι δυο προσπαθούσαν για το καλύτερο, ίσως γινόταν μια αξιόλογη προσπάθεια, ίσως να παρέβλεπαν τη ματαιότητα και να ξανασμίγανε. Άκουσε βήματα στο χολ. Το πρόσωπό της φάνηκε αμυδρά πίσω από το θολωμένο τζάμι. Άκουσε τον σύρτη με την αλυσίδα και η πόρτα άνοιξε. Κοιταζόντουσαν από το μικρό άνοιγμα της πόρτας. Είχε ξεχάσει πόσο όμορφη ήταν. Το πρόσωπό της ήταν άβαφο και τα μαλλιά της ανακατωμένα. Εκείνος είπε: «Ο Γουόλτερ Σάουθγκεϊτ πέθανε. Νόμιζα ότι έπρεπε να, δεν ξέρω».

Τo πρόσωπό της έκανε ορισμένες συσπάσεις και τα χείλη της άνοιξαν απότομα αλλά δεν είπε λέξη.

Οι διακοπές είχαν τελειώσει. Είχε επιστρέψει στο Λονδίνο και ασχολιόταν αποκλειστικά με το συμβόλαιό της ως «το κορίτσι της ευτυχίας». O Κερτ Βάσερμαν είχε επιστρέψει ώστε να επιβλέπει τη δουλειά μαζί με τον Μάιλς. Έκαναν φωτογραφήσεις και απογευματινά πάρτι. Βρίσκονταν πολύ συχνά με τον Μάιλς αλλά σπανίως έμεναν μόνοι τους. Της είχε κάνει έρωτα μια φορά μέσα στο καινούργιο του αμάξι, το οποίο είχε ανακλινόμενα καθίσματα. Πήγαιναν για χορό με τον Κερτ και τον Άλεξ Γκραντ και όποιον άλλον ήθελε να διασκεδάσει μαζί τους. Είχε ολοκαίνουργια ρούχα, τα οποία της χάριζαν μετά από κάθε φωτογράφιση, δωρεά από τον όμιλο Γκλας.

Το βράδυ που εμφανίστηκε ο Ρόμπερτ, είχαν πάει σ’ ένα μαγαζί, μαζί με τον Κερτ, τον Μάιλς, τον Άλεξ, δυο γυναίκες και την Γκίλιαν Ρόουζ, μια χλωμή λονδρέζα ντεμπιτάντ που μόλις είχε χωρίσει γιατί είχε κάνει κάτι με τον αδερφό του άντρα της. Μετά πήγαν πίσω στο διαμέρισμα της Νταϊάνα, γιατί ο Άλεξ ήθελε να ακούσει έναν δίσκο που είχε. Χόρεψαν και μέθυσαν. Η Νταϊάνα είχε σκοπό να παραδοθεί για άλλη μια φορά στον Μάιλς, αλλά εκείνος ήταν χαλαρός. Όταν εκείνη πήγε να φέρει πάγο, γύρισε και διαπίστωσε ότι ο Μάιλς είχε πάει στην κρεβατοκάμαρα με μια από τις γυναίκες. Ο Άλεξ και η Γκίλιαν ήταν στο μπάνιο. Είχε μείνει μόνη με τον Κερτ, ο οποίος πάντα ήταν ένας κύριος. Ήταν όμορφος και λίγο ανασφαλής. Εκείνη είπε: «Να ’μαστε λοιπόν».

Έβαλε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και έγειρε προς το μέρος του.

Η μουσική ακόμα έπαιζε. Σήκωσε το πρόσωπό της και τον φίλησε. Εκείνος φίλησε τον λαιμό της και κατέβηκε στα στήθη της, όσο η Νταϊάνα χάιδευε τον σβέρκο του σαν να ετοιμαζόταν να επιτεθεί στο θύμα που έπεσε στα χέρια της. Έπεσαν στο πάτωμα κι εκείνη προσπάθησε να τον συγκρατήσει να μη σκίσει το φόρεμα –όχι από βίαιο πάθος αλλά από αγαρμποσύνη. Έμεινε ξαπλωμένη και χάζευε το ταβάνι και τις ρωγμές που είχε κάνει με τον καιρό ο σοβάς. Το σώμα της άρχισε να αντιδρά και σιγά-σιγά να το απολαμβάνει. Δεν είχε σημασία ποιος ήταν. Στην αρχή αντιστάθηκε, αλλά μετά τα πόδια της απελευθερώθηκαν. Το τέλος την τρόμαζε, στο τέλος θα έπρεπε για τυπικούς λόγους να τον παραδεχτεί ως άντρα. Είχε συνηθίσει και είχε αποδεχτεί τη μοίρα της, να κάνει έρωτα με έναν σωρό άντρες και να μη χρειάζεται να τους μιλάει μετά. Δεν μπορούσε να του αντισταθεί, αλλά ούτε και να τον κοιτάξει. Τον ενθάρρυνε. Κι όσο τον ενθάρρυνε, τόσο εκείνος τολμούσε περισσότερες κινήσεις τις οποίες η Νταϊάνα ανταπέδιδε στο έπακρον για χάρη της δικής της ευχαρίστησης. Το κουδούνι πρέπει να χτύπησε δύο ή τρεις φορές μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι ήταν η οικοδέσποινα κι έπρεπε να σηκωθεί ν’ ανοίξει. Αν ήταν άλλη στη θέση της, μπορεί και να μην έμπαινε στον κόπο. Πρόλαβε να βάλει το φόρεμά της και με γρήγορα βήματα έβαλε και τα παπούτσια της. Έβαλε πρώτα τον σύρτη ασφαλείας πριν ανοίξει. Δεν ήθελε να ρισκάρει.

Εκείνος είπε: «Θα μπορούσα να περάσω και να…»
Ακούστηκε μια φωνή: «Τι συμβαίνει;» Ο Ρόμπερτ είδε τον Μάιλς να βγαίνει από την κρεβατοκάμαρα. Φορούσε τη ρόμπα της Νταϊάνα.
Ο Ρόμπερτ είπε: «Συγγνώμη, δεν… χαζομάρα μου, συγγνώμη».
Γύρισε την πλάτη και κατέβηκε γρήγορα τις σκάλες.
Ο Μάιλς είπε: «Τι ήταν αυτό τώρα;»
«Τίποτα, έκαναν λάθος, συγγνώμη για τη διακοπή» απ’ την κρεβατοκάμαρα μπορούσε να διακρίνει την άλλη γυναίκα να ψεκάζεται με ένα άρωμα.
Η Νταϊάνα είπε: «Καλύτερα να φύγεις».
«Μόλις ήρθαμε» είπε ο Μάιλς.

«Σε παρακαλώ, φύγε». Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα κι άρπαξε το μπουκάλι με το άρωμα απ’ τα χέρια της άλλης γυναίκας. Η εικόνα της άλλης γυναίκας στο κρεβάτι τής έφερνε αηδία. Ήθελε να ντυθεί και να φύγει. «Φύγετε από δω» φώναξε. Καθώς η άλλη γυναίκα ντυνόταν, η Νταϊάνα την έσπρωξε και έτρεξε στο σαλόνι. Ο Κερτ καθόταν στο πάτωμα και ξεφύλλιζε ένα βιβλίο του Ρόμπερτ. Έβαλε το βιβλίο στην άκρη κάπως ενοχικά και ετοιμάστηκε να την αγκαλιάσει. «Φύγετε, όλοι σας» φώναξε πάλι.

Πήγε στην κουζίνα, όπου ο Άλεξ και η Γκίλιαν ετοιμάζονταν να φύγουν, και έτρεξε στον νεροχύτη να πλύνει τα ποτήρια που είχαν μαζευτεί από προηγούμενα πάρτι. «Φύγετε επιτέλους, φύγετε» φώναζε συνέχεια. Είχε μείνει να κοιτάει το ράφι με τα μπαχαρικά και έπλενε ξανά και ξανά τα ποτήρια.

Η πόρτα έκλεισε με δύναμη. Πήγε στο σαλόνι κι άρχισε να καθαρίζει. Έτρεμε κι όσο προσπαθούσε να το ελέγξει, τόσο περισσότερο έτρεμε. Ήπιε λίγο μπράντι και ηρέμησε.
«Είσαι καλά;» ρώτησε ο Μάιλς που καθόταν στην πόρτα του σαλονιού.
«Νόμιζα ότι είχες φύγει».
«Έκανες λάθος».
«Είσαι μεγάλο κάθαρμα, έτσι;» είπε εκείνη χωρίς κανένα ίχνος συναισθηματισμού.
«Θες να σου φτιάξω ένα τσάι;»
«Τσάι;»
«Για να ηρεμήσεις. Σ’ έπιασε υστερία».
«Σου ζήτησα να φύγεις. Γιατί δεν έφυγες;»
«Επειδή έμεινα» είπε ο Μάιλς και σήκωσε το βιβλίο από το πάτωμα και προσπάθησε να βρει χώρο να το βάλει στο ράφι. Δεν είχε σκοπό να φύγει.
Εκείνη είπε: «Τι συμβαίνει;»
«Τι; Τίποτα».
«Φοβάσαι κάτι;»
«Τι να φοβάμαι;»
«Φαίνεσαι διαφορετικός. Νιώθω σαν να φοβάσαι κάτι, τι έχεις;»
«Σου είπα, τίποτα».
Πήγε κοντά του και τον κοίταξε στα μάτια. «Πάντα δίνεις την εντύπωση ότι κρατάς μυστικά».
«Δεν έχω μυστικά», της είπε εκείνος, «αν μου πεις ότι είσαι καλά, θα φύγω».
Εκείνη είπε: «Είμαι θαυμάσια, αγάπη μου».
Ο Μάιλς είπε: «Δεν σου ζήτησα ποτέ ν’ αφήσεις τον Ρόμπερτ».
«Αγάπη μου, ποτέ σου δεν μου ζήτησες τίποτα. Εγώ έκανα όλες τις ερωτήσεις».
«Αφού το κατάλαβες…»
«Εσύ καταλαβαίνεις ότι σε μισώ; Καταλαβαίνεις ότι ο Ρόμπερτ ήταν ο μόνος άνθρωπος που αγάπησα; Καταλαβαίνεις;»
Ο Μάιλς κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Τα δέχτηκε όλα τα χτυπήματα, σαν επαγγελματίας μποξέρ που σχεδόν το απολαμβάνει και δεν μπαίνει στον κόπο να αμυνθεί. «Τελείωσες;» της είπε. «Μου αρκεί που καταλαβαίνεις εσύ, δεν χρειάζεται να με πείσεις για τίποτα».
«Τι φοβόσουν; Ότι θα αυτοκτονήσω; Αυτό φοβόσουν;» γέλασε κοροϊδευτικά η Νταϊάνα. «Για ποιον λόγο να αυτοκτονήσει κάποιος για χάρη σου; Για να σου αποδείξει τι;»
Ο Μάιλς είπε: «Όντως, τι;» Η Νταϊάνα πήγε πάλι κοντά του με μια παιχνιδιάρικη έκφραση. «Ποια ήταν, Μάιλς;» τον ρώτησε απαλά. «Ποια ήταν;»
Της χαμογέλασε. «Νταϊάνα, αγάπη μου, άσε τις ψυχαναλύσεις, σε παρακαλώ».
«Δεν μπορείς να νιώσεις τίποτα έτσι;» τον ρώτησε.
«Μην αρχίζεις, είναι αργά».
Τον ακολούθησε στο χολ. «Ο καημένος ο Μάιλς» τον κορόιδεψε.
«Θα το ξεπεράσω».
«Φυσικά, αφού είσαι ανίκανος να αισθανθείς».
«Η δική μου ανικανότητα, αγάπη μου, ταιριάζει με τη δική σου αγνότητα».
«Μόνο στο κρεβάτι είσαι ικανός».
«Είσαι πολύ ξύπνια για μένα, μικρό μου ζωάκι. Μη με υποτιμάς όμως, τα καταφέρνω εξίσου καλά κι απ’ το τηλέφωνο».

Την κοίταξε μετανιωμένος για την πίστη που της είχε δείξει. Άνοιξε την πόρτα κι έφυγε. Πίστευε στον εαυτό του κι αυτό του ήταν αρκετό. Η Νταϊάνα έκλεισε την πόρτα και έβαλε τον σύρτη.


To «Darling» του Φρέντερικ Ράφαελ κυκλοφορεί σε μετάφραση της Πηνελόπης Ζαλώνη από τις εκδόσεις Βακχικόν.

Darling Cover

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.