Εκπαιδευμένα ζώα παρέα με μηχανικά, ελέφαντες που ποδοπατάνε λιοντάρια, κροκόδειλοι σε ακατάσχετη αιμορραγία, πίθηκοι που μόνο αμάξια δεν οδηγούν, ζωγραφισμένα σκηνικά σε φόντο πραγματικού δάσους, διπλοτυπίες, ολόκληρες σεκάνς με υποβρύχιες λήψεις, μινιατούρες που διογκώνονται σε μέγεθος φυσικό με την κατάλληλη προοπτική, ένας Τζόνι Βαϊσμίλερ που καβαλάει αληθινό ρινόκερο, μια ημίγυμνη Μορίν Ο’Χάρα που δεν ντρέπεται να τής σχίζονται τα κουρέλια ξανά και ξανά.
Προ 40ετίας και βάλε, πιτσιρικάδες, όταν βλέπαμε τη σειρά περιπετειών Ταρζάν με τον Βαϊσμίλερ στην ΕΡΤ, κάθε Κυριακή μεσημέρι, στην ίδια ζώνη που το κρατικό κανάλι πρόβαλλε τότε και κινηματογραφικά σίριαλ τύπου Φλας Γκόρντον, απλώς το διασκεδάζαμε. (Ο υποφαινόμενος σε μια ασπρόμαυρη 14άρα τηλεόραση Saba -ίσως να φταίει κι αυτό- σε μόνιμο συσχετισμό με τα προχωρημένα τότε τρικ του Ιντιάνα Τζόουνς, τις κολάσεις του Φούλτσι και τους διαμελισμούς του Αρζέντο που έβλεπε στο σινεμά). Σήμερα, σχεδόν έναν αιώνα μετά, οι ταινίες αυτές, με τα κλασικά και μαγικά εφέ τους και την συντονιστική τους ακρίβεια σε κάθε επίπεδο, αισθητική και αφηγηματική, μοιάζουν με μάθημα μεταπτυχιακού.
Aναζητήστε περισσότερες πληροφορίες για το Evia Film Project μέσα από την επίσημη ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καθώς και στα προφίλ του σε Facebook και Instagram.
Και δη η δεύτερη ταινία της σειράς, «Ο Ταρζάν και η Σύντροφός του» του 1934, που το 5ο Evia Film Project ενέταξε ευφυώς στον κεντρικό θεματικό του άξονα, το Δάσος. Η καλύτερη από τις 12 ταινίες που γύρισαν η MGM και η RKO από το 1932 έως το 1948, και η πιο τολμηρή, όπως βεβαίωσε και ο κριτικός κινηματογράφου Χρήστος Μήτσης στον λεπτομερή και διαφωτιστικό πρόλογό του, καθότι γυρισμένη τις παραμονές της εφαρμογής του συντηρητικού κώδικα Χέιζ. Aρα και εντελώς ελεύθερη να προσομοιώνει μια ολόγυμνη Μορίν Ο’Χάρα -φόρα ο ποπός- σε υποβρύχιο μπαλέτο με τον Βαϊσμίλερ, μέσω body double αθλήτριας συγχρονισμένης κολύμβησης.
Πολύ πράσινο, λοιπόν, στις οθόνες των θερινών κινηματογράφων Απόλλων στην Αιδηψό και Ελύμνιον στη Λίμνη (συν εκείνη της πλατείας στις Ροβιές, που επιστρατεύτηκε για την ειδική προβολή του «Τζουράσικ Παρκ» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, η οποία παίχτηκε επίσης ως ταινία λήξης στον Απόλλωνα το περασμένο Σάββατο). Μια υπενθύμιση ίσως για το πώς ήταν η Βόρεια Εύβοια πριν τις φωτιές του 2021, έστω κι αν σε αρκετές περιοχές έχει ξεκινήσει να φαίνεται η φυσική ανάπλαση, πάντως βλάστησης χαμηλής.
Το δάσος είναι φυσικός σύμμαχος του βετεράνου του Βιετνάμ Σταλόνε στο «Ράμπο: Το Πρώτο Αίμα» του Τεντ Κότσεφ, αντίπαλος του υπερόπτη αστού Γιον Βόιτ και της ανδροπαρέας του στο «Όταν Ξέσπασε η Βία» του Τζον Μπούρμαν, καταφύγιο και παγίδα εναλλάξ για τους νεαρούς παραθεριστές της κατασκήνωσης του «Παρασκευή και 13» του Σον Κάνιγχαμ, προστατευόμενο κάστρο του Βαγγέλη Μουρίκη στο «Digger» του Τζώρτζη Γρηγοράκη, ένας κόσμος αφύπνισης (σεξουαλικής και όχι μόνο) στο «Μέσα στο Δάσος» του Αγγελου Φραντζή. Ταινίες, μεταξύ άλλων, που προβλήθηκαν στο φεστιβάλ και έδωσαν την αφορμή, μαζί με την «Αγέλη Προβάτων» του Δημήτρη Κανελλόπουλου, για μια ενδιαφέρουσα ανοιχτή συζήτηση με τίτλο «Αρρενωπότητα, βία και η εκδίκηση της φύσης».
Παρότι και τα τρία χαρακτηρίζουν τα φιλμ των Μπούρμαν, Γρηγοράκη και Κανελλόπουλου, ο σεναριογράφος Νίκος Παναγιωτόπουλος, εισηγητής για το «Oταν Ξέσπασε η Βία», υπογράμμισε το θέμα της πολιτισμικής σύγκρουσης ως κυρίαρχο (και ανέλυσε εξόχως την έννοια της «σεναριακής προοικονομίας» μέσα από την μνημειώδη σεκάνς της μονομαχίας μπάντζο-κιθάρας), οι Βαγγέλης Μουρίκης και Τζώρτζης Γρηγοράκης του «Digger» εξέφρασαν την αντίρρησή τους για τη συχνότατη σύνδεση της αρρενωπότητας με τη βία, ενώ ο Δημήτρης Κανελλόπουλος τόνισε πως η «Αγέλη Προβάτων» είναι μια ταινία για την εξουσία μάλλον, επηρεασμένη από τα μοτίβα του νουάρ, παρά για την αρρενωπότητα ή τη φύση, που χρησιμοποιείται εδώ κυρίως δραματουργικά. Oλα αυτά μετά την ενδιαφέρουσα απορία της Ελίνας Ψύκου, παραγωγού της «Αγέλης», για το πώς θα εξελίσσονταν οι εν λόγω ταινίες αν στους πρωταγωνιστικούς ρόλους έπαιζαν θηλυκότητες. Απορία ακολουθούμενη αργότερα κι από την πρόταση του καλλιτεχνικού διευθυντή του φεστιβάλ Ορέστη Ανδρεαδάκη στους φοιτητές κινηματογράφου που παρευρίσκονταν στο Κέντρο Πολιτισμού Μελίνα Μερκούρη, στέγη σε όλες τις συζητήσεις της φετινής εκδήλωσης, για μια πιθανή εργασία: να επιλέξουν ταινίες με πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες άντρες και να τους αντικαταστήσουν με γυναίκες.
Γυναίκες, πάντως, ήταν οι πρωταγωνιστές της ανοιχτής συζήτησης «Χτίζοντας μια διεθνή συμπαραγωγή: Πώς η Γέρμα συνάντησε την Ελλάδα». Οι παραγωγοί Αμάντα Λιβανού και Κατερίνα Τζούρου και η οικονομική διευθύντρια παραγωγής Άννα Ζωγράφου εξήγησαν πώς το πρότζεκτ της σύγχρονης, βασκικής φιλμικής διασκευής του θεατρικού έργου του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα «Yerma» ξεκίνησε από το Crossroads της Αγοράς του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και συνεχίστηκε προ τριετίας στο Evia Film Project, με την σκηνοθέτη Λάρα Ιζαγκίρε Γκαριζουριέτα να αναζητά τοποθεσίες γυρισμάτων στο νησί μετά από πρόταση της Αμάντας Λιβανού να επισκεφθεί το φεστιβάλ. Σήμερα, η ελληνοϊσπανική συμπαραγωγή είναι γεγονός (τα γυρίσματα ολοκληρώθηκαν πριν λίγες εβδομάδες) και το χρωστάει σε έναν μεγάλο βαθμό και στον δήμαρχο Ιστιαίας-Αιδηψού, Γιάννη Κοντζιά, ο οποίος συμμετέχει επικουρικά στη συζήτηση ως ο μόνος άρρην ομιλητής. Και εκφράζει την ελπίδα η Βόρεια Εύβοια να μπει στον χάρτη όσων αναζητούν τόπους γυρισμάτων, ανακοινώνοντας μάλιστα άλλο ένα νέο σχέδιο, ένα ντοκιμαντέρ της Σοφίας Γεωργοβασίλη, που θα γυριστεί εξολοκλήρου στην περιοχή.
Oπως και να έχει, η πιο συναρπαστική ανοιχτή συζήτηση που παρακολουθήσαμε τις μέρες που βρεθήκαμε στο 5ο Evia Film Project… δεν ήταν συζήτηση. Hταν ένα γνωστικό, συμπαγές masterclass από τον Ορέστη Ανδρεαδάκη. «Το γεφύρι της Αρτας, ο Χάνιμπαλ Λέκτερ και ένα σπίτι στο δάσος». Ή αλλιώς, τί μπορεί να συνδέει τα συχνότατα μακάβρια, αιματοβαμμένα δημώδη άσματα με το σινεμά τρόμου και φρίκης; Πώς πάμε από την αρχαία ή σαιξπηρική τραγωδία στο σπλάτερ και στο slasher και στο giallo, και πώς από τις λαϊκές παραδόσεις στο κινηματογραφικό folk horror; Ένα απίθανο σε ακροβασίες σεμινάριο με ανατριχιαστικά power points. Καταχειροκροτήθηκε, δικαίως.
Συζητήσεις, ακόμα, πάνω στην εξωστρέφεια του ελληνικού σινεμά («Από την ιδέα στον κόσμο: Η διαδρομή της ελληνικής ταινίας», με τους παραγωγούς Κωνσταντίνο Κοντοβράκη, Ιωάννα Μπολομύτη και Διονύση Σαμιώτη), τη σχέση του art με τον mainstream κινηματογράφο («Καλλιτεχνικό vs εμπορικό σινεμά: Eννοιες ασύμβατες;», με τον σκηνοθέτη Γιώργο Ζώη, την παραγωγό Μαρία Καραγιαννάκη, την καθηγήτρια του ΕΑΠ Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη και τον κριτικό κινηματογράφου Αλέξανδρο Παπαγεωργίου) και τον ρόλο και την ευθύνη του είδους της κωμωδίας («Σοβαρά τώρα; Η οριακή τέχνη της κωμωδίας», με τον κριτικό κινηματογράφου Γιάννη Καντέα-Παπαδόπουλο, την stand-up comedian Ήρα Κατσούδα και τον ηθοποιό και σκηνοθέτη Θάνο Τοκάκη), εκπαιδευτικά εργαστήρια για παιδιά και εφήβους, παρουσίαση VR δημιουργιών, καθώς και μια ξεχωριστή, μαραθώνια προβολή σε λούπα του μεσαίου μήκους ντοκιμαντέρ της Εύας Στεφανή «Λουόμενοι» στη Δημοτική Πλαζ Λουτρών Αιδηψού πλαισίωσαν τις φετινές εργασίες του Evia Film Project, μέχρι την αυλαία να ρίξει περιπετειωδώς ο Σπίλμπεργκ με το πάρκο των δεινοσαύρων του.

Aναζητήστε περισσότερες πληροφορίες για το Evia Film Project μέσα από την επίσημη ιστοσελίδα του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, καθώς και στα προφίλ του σε Facebook και Instagram.
