Κάθε τόσο εμφανίζεται μια crime ταινία που μοιάζει να κρατά στα χέρια της όλα τα απαραίτητα συστατικά για να ξεχωρίσει. Εναν χαρισματικό πρωταγωνιστή, έναν κόσμο γεμάτο εγκληματίες, διεφθαρμένους αστυνομικούς και ανθρώπους που κυνηγούν το εύκολο χρήμα, μαζί με μια ιστορία που υπόσχεται συνεχείς ανατροπές. Το «Τελευταίο Ρίσκο» δίνει από τα πρώτα κιόλας λεπτά την εντύπωση ότι πρόκειται να κινηθεί σε αυτό το γνώριμο αλλά ιδιαίτερα απολαυστικό κινηματογραφικό μονοπάτι, εκεί όπου το χιούμορ, η βία και η αγωνία συνυπάρχουν με απόλυτη ισορροπία.

Η πραγματικότητα, ωστόσο, αποδεικνύεται αρκετά διαφορετική. Παρότι η ταινία διαθέτει στιγμές που λειτουργούν αποτελεσματικά και έναν Ράσελ Κρόου που γεμίζει σχεδόν κάθε πλάνο με την παρουσία του, δυσκολεύεται να μετατρέψει τις καλές της ιδέες σε ένα ενιαίο και ουσιαστικό σύνολο. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που βλέπεται ευχάριστα, χωρίς όμως να αφήνει την αίσθηση ότι αξιοποίησε πραγματικά τις δυνατότητές της.

Ο Μάνκο Καπάκ, ιδιοκτήτης ενός μπαρ, είναι έτοιμος να αφήσει πίσω του το σκοτεινό παρελθόν του και να ξεκινήσει μια νέα ζωή με τη σύντροφό του. Τα σχέδιά του ανατρέπονται όμως όταν γίνεται στόχος ληστών και αδίστακτων καρτέλ. Την ίδια στιγμή, ένας μυστηριώδης ξένος εμφανίζεται με πρόταση να αγοράσει την επιχείρησή του. Καθώς οι απειλές πολλαπλασιάζονται, βρίσκεται παγιδευμένος σε ένα επικίνδυνο παιχνίδι εξαπάτησης, εξουσίας και επιβίωσης, όπου η διαφυγή ίσως να μην είναι πλέον επιλογή.

Ο Ντέρικ Μπορτ σκηνοθετεί με εμφανή διάθεση να δημιουργήσει ένα στιλιζαρισμένο crime φιλμ, δανειζόμενος στοιχεία από το νεονουάρ και τις σύγχρονες αστυνομικές περιπέτειες. Η εικόνα είναι προσεγμένη και ο ρυθμός παραμένει ζωηρός σχεδόν σε όλη τη διάρκεια, όμως η σκηνοθεσία σπάνια αποκτά προσωπικό χαρακτήρα. Τον Μπορτ φαίνεται να τον ενδιαφέρει περισσότερο η ατμόσφαιρα παρά η ένταση, με αποτέλεσμα οι πιο σημαντικές συγκρούσεις, όπως η ληστεία που πυροδοτεί την αλυσίδα των γεγονότων διαθέτει τις προϋποθέσεις για να αποτελέσει ένα πραγματικά συναρπαστικό set piece, να περνούν... «ανέμακτες».

Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο σενάριο, το οποίο ανοίγει διαρκώς νέα μέτωπα χωρίς να αφιερώνει τον απαραίτητο χρόνο για να τα αναπτύξει. Οι χαρακτήρες αυξάνονται συνεχώς, οι παράλληλες ιστορίες μπλέκονται μεταξύ τους και η αφήγηση αρχίζει να χάνει τη συνοχή της. Η ταινία προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην κωμωδία, το αστυνομικό θρίλερ και το γκανγκστερικό δράμα, όμως αυτή η εναλλαγή δεν γίνεται πάντοτε οργανικά. Πολλές ατάκες δείχνουν να κυνηγούν το εύκολο χαμόγελο, ενώ ορισμένες δραματικές εξελίξεις δεν αποκτούν ποτέ το συναισθηματικό εκτόπισμα που θα έπρεπε.

Εκεί όπου η ταινία κερδίζει σημαντικούς πόντους είναι στις ερμηνείες και κυρίως στον Ράσελ Κρόου. Ο έμπειρος ηθοποιός προσεγγίζει τον Μάνκο Κάπακ με χαρακτηριστική άνεση, χαρίζοντάς του αυτοπεποίθηση, χιούμορ και μια απρόβλεπτη ενέργεια που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον ακόμη και όταν η ιστορία αρχίζει να κάνει κοιλιά. Η εναρκτήρια σκηνή με το καρδιακό επεισόδιο κατά τη διάρκεια μιας ερωτικής συνεύρεσης είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο ο Κρόου καταφέρνει να ισορροπήσει ανάμεσα στο κωμικό και στο σοβαρό χωρίς να χάνει την αξιοπιστία του χαρακτήρα. Ακόμη και στις στιγμές όπου το σενάριο τον περιορίζει, εκείνος βρίσκει τρόπο να προσθέσει μικρές εκφραστικές λεπτομέρειες που κάνουν τον ήρωά του πιο ζωντανό και πιο ενδιαφέρον από ό,τι ίσως ήταν στο χαρτί.

Ακόμα και η δράση προσφέρει μερικές ευχάριστες στιγμές, κυρίως μέσα από καταδιώξεις, ανταλλαγές πυροβολισμών και βίαιες αναμετρήσεις, χωρίς όμως να φτάνει ποτέ στο σημείο να απογειώσει πραγματικά την ταινία. Οι σκηνές αυτές εκτελούν τον ρόλο τους αποτελεσματικά, αλλά σπάνια δημιουργούν την αίσθηση κινδύνου ή την ένταση που απαιτεί ένα crime θρίλερ αυτού του τύπου.

Το «Τελευταίο Ρίσκο» αφήνει τελικά την εντύπωση μιας ταινίας που διέθετε όλα τα απαραίτητα υλικά για κάτι πολύ πιο ξεχωριστό. Η παρουσία του Ράσελ Κρόου αποτελεί τον βασικό λόγο για να της δώσει κανείς μια ευκαιρία, όμως ούτε η σκηνοθεσία ούτε το σενάριο κατορθώνουν να σταθούν στο ίδιο επίπεδο. Παραμένει μια ευχάριστη αλλά άνιση κινηματογραφική εμπειρία, η οποία διασκεδάζει όσο διαρκεί, χωρίς όμως να παίρνει, τελικά, ποτέ κανένα ρίσκο για να βρει εκείνη τη σπίθα που θα την έκανε πραγματικά αξέχαστη.