Ο μόνος που γιορτάζει είναι ο Γουίλεμ Νταφόε σ' αυτό το «Πάρτυ Γενεθλίων» που βαραίνει από πολλά σύμβολα και μία αίσθηση σπουδαιότητας, ενώ αφηγείται μια ιστορία εξουσίας ζαπλούτων, χωρίς το σενάριο ή τις ερμηνείες ή τη σκηνοθεσία που θα κάνει τον θεατή να νοιαστεί για τη μοίρα τους.

Ο Ισπανός Μιγκέλ Ανχελ Χιμένεθ, στη δεύτερη δημιουργική «επίσκεψή» του στην Ελλάδα μετά το «Παράθυρο στη Θάλασσα», διασκευάζει, σε συνεργασία με τον Νίκο Παναγιωτόπουλο και τον παραγωγό Γιώργο Καρναβά, το πολυεπίπεδο ομότιτλο μυθιστόρημα του Πάνου Καρνέζη, διατηρώντας την εποχή και το κεντρικό εύρημα (μια μυθοπλαστική επεξεργασία μιας στιγμής στη ζωή του Ωνάση) και ισοπεδώνοντας κάθε ενδιαφέρουσα ανατροπή, σ' έναν κήπο αγαλμάτων όπου όλα είναι στολισμένα αλλά σχηματικά.

Κάπου στη δεκαετία του '70, ένας Ελληνας μεγιστάνας, ο Μάρκος Τιμολέων, σε όλα πανομοιότυπος με τον Αριστοτέλη Ωνάση (από το λευκό κοστούμι ως τον θάνατο του αγαπημένου γιου του σε αεροπορικό δυστύχημα και το ιδιωτικό νησί - καταφύγιό του), διοργανώνει ένα exclusive πάρτι για τα 25α γενέθλια της κόρης του, Σοφίας. Στο πάρτι έρχονται αντιστοίχως πλούσιοι και ισχυροί, όπως ένας Ισπανός φασίστας με γιο σε ηλικία γάμου και όλοι έχουν κάτι να ζητήσουν από τον Μάρκο, όπως από τον Νονό ντον Κορλεόνε σ' εκείνο το πάρτι γάμου. Εκεί βρίσκονται η σύζυγος του Μάρκου (η Εμα Σουάρεζ με στάιλινγκ Τίνας Λιβανού αλλά έναν ανύπαρκτο ρόλο), ο παλιός φίλος και ιατρός του Μάρκου (ο Χρήστος Στέργιογλου, από τις ελάχιστες αληθινές ερμηνείες της ταινίας), με μια ζοφερή αποστολή που ακόμα δεν γνωρίζει, ο Τζο Κόουλ (του «Peaky Blinders») ως Ιαν Φόστερ, βιογράφος του Μάρκου και κρυφός εραστής της Σοφίας, ο Νικόλας Δροσόπουλος και η Ελσα Λεκάκου ως υπηρετικό προσωπικό σε κατάθλιψη, ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος ως περίγραμμα πρωτοπαλίκαρου και η ίδια η Σοφία (στο ρόλο η Δανή Βικ Κάρμεν Σόνε του «Το Κορίτσι με τη Βελόνα», άστατη και εύθραυστη, μ' ένα μυστικό που η αποκάλυψή του θα φέρει ντόμινο στενάχωρων εξελίξεων.

Το ίδιο το πάρτι των θαυμάτων, που ουσιαστικά εξελίσσεται μέσα σ' ένα Σαββατοκύριακο, θα συγκεντρώσει έναν μονόκερω, φωτογενέστατο, μία κυρία με γκρίζα μαλλιά και μαύρο κάλυμμα ματιού για να είναι πιο «character», τους Animals (φτυστός ο Ερικ Μπέρντον ο τραγουδιστής), αφθονία ποτών και κόκας και δυστυχώς ένα ζεϊμπέκικο με το οποίο παλεύει ο Γουίλεμ Νταφόε - που, κατά τα άλλα, δίνει μια αναμενόμενα δυνατή, ενίοτε ανατριχιαστική και σαρδόνια, ερμηνεία ως Μάρκος. Το νόημα που η ιστορία θέλει να μεταφέρει είναι η ασυδοσία των πλουσίων και ισχυρών, η πεποίθησή τους ότι μπορούν να διαμορφώσουν και να καθορίσουν τη ζωή των υπόλοιπων ανθρώπων.

Ο παραλληλισμός Τιμολέοντος με Ωνάση δεν είναι διακριτικός, αντίθετα η ταινία είναι γεμάτη προφανείς αναφορές από την αρχή, η Κάλλας τραγουδά O mio babbino caro στο background, ο σκύλος ονομάζεται Ικαρος, ο πατέρας θρηνεί μπροστά στο τραυματισμένο ελικοφόρο αεροπλάνο. Η φωτογραφία της Γκρις Τζορντάνα γίνεται υπερβολικά αφηγηματική ή επεξηγηματική, κόκκινοι φωτισμοί στο χάσιμο του πάρτι, πράσινοι στην αντιπαράθεση πατέρα-κόρης, το καυτό ελληνικό καλοκαιρινό φως, τα σκοτάδια της τραγικότητας. Ολα αυτά, όπως και συγκεκριμένα, πολλά, πλάνα, φτιαγμένα για να είναι μια «δήλωση», ένα statement piece, χωρίς περισσότερο περιεχόμενο, παρά μόνο μια πρόθεση εντυπωσιασμού - που λειτουργεί ως ένα σημείο, γιατί κάποια είναι όντως πανέμορφα, σαν πειραγμένες φωτογραφίες του Τζεφ Κουνς.

Το μοντάζ, επίσης, ακολουθεί τον αποσπασματικό ρυθμό, χτίζοντας μια ταινία με πολλές μικρές σκηνές που ποτέ δεν φτάνουν στην κορύφωσή τους, σαν έναν κυματισμό που στη μέση καταρρέει, χωρίς, άρα, να έχουν κάποιο αντίκτυπο στο θεατή ή κάποια αίσθηση συνοχής και καθιστώντας την ιστορία τόσο πιο ασήμαντη μια και δεν υπάρχει ο χρόνος ανάπτυξης. Τα σκηνικά και τα ρούχα έχουν κέφι, έχουν μια δημιουργικότητα. Το περιορισμένο - λέμε, για μια ταινία που δείχνει ότι θέλει να προσεγγίσει έναν «Great Gatsby» - budget γίνεται εμφανές και στους λίγους παριστάμενους και στον τρόπο με τον οποίο η κάμερα προσπαθεί να γεμίσει το χώρο. Ταυτόχρονα, όμως, έχει μια χάρη γιατί θυμίζει ελληνικές ταινίες της ίδιας εποχής, του '70, κι αν δεν είναι πειστικό, είναι πάντως λαμπερό. 

Μ' αυτά και μ' εκείνα, η ταινία κατακτά μια ατμόσφαιρα, σκοτεινή παρά τη λάμψη της και απειλητική, αλλά όχι μια συνοχή και σίγουρα όχι ήρωες και ηρωίδες που να διαγράφουν μια οποιαδήποτε καμπύλη, πέρα από αυτή των όμορφων γλουτών της Σοφίας. Ενώ η ιστορία προσφέρεται για ένα μάτσο προεκτάσεις, η σκηνοθεσία, που εστιάζει περισσότερο σ' ένα όμορφο στήσιμο χωρίς πριν και μετά, δεν επιλέγει καμία από αυτές και μένει καρφωμένη σε μια ιστορία της αλαζονείας του πλούτου με διάφορα side stories να γυροφέρνουν πάνω στα όμορφα ποδαράκια τους. Και με μια ειρωνική αιτιολόγηση του ίδιου του Μάρκου-Νταφόε, όπως εκφράζεται σε μια ρετσιτατίβο εκτέλεση του Don’t Let Me Be Misunderstood γιατί ε, παρά τις τερατώδεις παρεμβάσεις του στη ζωή της κόρης του, his intentions are good.