Υπάρχουν αληθινές ιστορίες που μοιάζουν να έχουν γραφτεί από σεναριογράφο με υπερβολικά ζωηρή φαντασία. Η ιστορία του Γκρέγκορι Σκάρπα Τζούνιορ είναι μία από αυτές: μαφιόζος και επαγγελματίας εκτελεστής, με δεκάδες φόνους στο ενεργητικό του, ο οποίος ταυτόχρονα λειτουργούσε ως πληροφοριοδότης του FBI και βρέθηκε, στα μέσα της δεκαετίας του ’60, να βοηθά στην έρευνα δολοφονιών ακτιβιστών των πολιτικών δικαιωμάτων στον αμερικανικό Νότο.

Στο «By Any Means», ο Σκάρπα (Μαρκ Γουόλμπεργκ) φτάνει στον Μισισιπή για να συνδράμει έναν νεαρό μαύρο πράκτορα του FBI, τον Γουέιν Στράιντερ (Γιάχια Αμπντούλ-Ματίν ΙΙ), στην εξιχνίαση της δολοφονίας ενός τοπικού παράγοντα των πολιτικών δικαιωμάτων από μέλη της Κου Κλουξ Κλαν. Ο Στράιντερ πιστεύει στη δικαιοσύνη και στους θεσμούς, ο Σκάρπα πιστεύει στη γροθιά, στο ρόπαλο και, γενικώς, σε ό,τι μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να μιλήσει.

Η αντίθεση μοιάζει ιδανική για ένα βρώμικο buddy movie, μια ιδιότυπη αστυνομική περιπέτεια πάνω στο φυλετικό μίσος, τη βία και τα όρια της δικαιοσύνης. Ομως ο Ελεγκανς Μπράτον θέλει διαρκώς κάτι περισσότερο και, τελικά, κάτι διαφορετικό. Το «By Any Means» επιχειρεί να είναι ταυτόχρονα ιστορικό δράμα, πολιτικό σχόλιο, crime thriller και ταινία exploitation, χωρίς να αποφασίζει ποτέ πραγματικά ποια από όλες αυτές τις εκδοχές θέλει να υπηρετήσει.

Ταυτόχρονα, ο Σκάρπα του Μαρκ Γουόλμπεργκ είναι ένας σχεδόν καρτουνίστικος τύπος, με γυαλιά, περούκα, υπερβολικό μακιγιάζ και μια ερμηνεία που μοιάζει να έχει δραπετεύσει από μια εντελώς διαφορετική ταινία. Οταν κραδαίνει το ρόπαλό του απέναντι στους ρατσιστές, η ταινία πια παύει να προσποιείται ότι ενδιαφέρεται για τις λεπτές αποχρώσεις και παραδίδεται στη χαρά της κινηματογραφικής εκδίκησης παλαιάς κοπής.

Κι έτσι, πίσω από την προσεγμένη, σκοτεινή φωτογραφία και την ατμόσφαιρα ενός Μισισιπή βυθισμένου στον φόβο, η ταινία αφήνει την αίσθηση μιας χαμένης ευκαιρίας. Γιατί η αληθινή ιστορία είναι αρκετά παράλογη, αρκετά σκοτεινή και αρκετά ηθικά αμφίσημη ώστε να μη χρειάζεται επιπλέον υπερβολή.»

Το πρόβλημα είναι ότι αμέσως μετά θυμάται πως θέλει να μιλήσει για τη βία, τον ρατσισμό και τη θεσμική αποτυχία. Και τότε η ηρωική αγριάδα του Σκάρπα γίνεται πολύ πιο δύσκολο να δικαιολογηθεί. Η ταινία μοιάζει να θέλει να μας πείσει ότι, απέναντι στην ακραία βία της Κου Κλουξ Κλαν, η δική του ακραία βία είναι όχι μόνο αποτελεσματική αλλά και, περίπου, αναγκαία. Μόνο που αυτή η ιδέα δεν εξελίσσεται σε πραγματικό προβληματισμό, παρά παραμένει ένα εύκολο κινηματογραφικό άλλοθι για να απολαύσει τον «κακό» που χτυπάει τους «σωστούς» ανθρώπους.

Ο Αμπντούλ-Ματίν ΙΙ, αντίθετα, προσπαθεί να δώσει ανθρώπινο βάθος σε έναν άνδρα που επιστρέφει σε έναν τόπο από τον οποίο κάποτε έφυγε και βρίσκεται αντιμέτωπος όχι μόνο με το φυλετικό μίσος αλλά και με έναν συνεργάτη που αντιπροσωπεύει όλα όσα ο ίδιος αρνείται να γίνει. Είναι η πιο ενδιαφέρουσα εσωτερική σύγκρουση της ταινίας, αλλά το σενάριο δεν της αφιερώνει ποτέ αρκετό χώρο. Η διαδρομή του Στράιντερ μοιάζει τόσο λιγότερο σημαντική από το show του Σκάρπα.

Κι έτσι, πίσω από την προσεγμένη, σκοτεινή φωτογραφία και την ατμόσφαιρα ενός Μισισιπή βυθισμένου στον φόβο, η ταινία αφήνει την αίσθηση μιας χαμένης ευκαιρίας. Γιατί η αληθινή ιστορία είναι αρκετά παράλογη, αρκετά σκοτεινή και αρκετά ηθικά αμφίσημη ώστε να μη χρειάζεται επιπλέον υπερβολή. Το «By Any Means» όμως δεν εμπιστεύεται πάντοτε το υλικό του. Προτιμά να κάνει τον Σκάρπα cool, τον θεατή συνένοχο στην απόλαυση της βίας και τη σύνθετη ιστορία της φυλετικής δικαιοσύνης μια μάλλον απλοϊκή σύγκρουση ανάμεσα σε εκείνον που πιστεύει στους κανόνες κι εκείνον που ξέρει πώς να τους παρακάμπτει. Και με τον ασπασμό της ιδέας της αυτοδικίας με χαρακτηριστικά αμερικανικό τρόπο. Μια ταινία που έχει στα χέρια της μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία, αλλά δεν καταφέρνει να αποφασίσει αν θέλει να τη διερευνήσει ή απλώς να τη χτυπήσει με το ρόπαλο για να τελειώνουμε.