Η διασκευή του αγαπημένου μυθιστορήματος του Πάνου Καρνέζη, «Το Πάρτυ Γενεθλίων», λες κι αναζητούσε την ευκαιρία να γίνει και ταινία απ' όταν πρωτοδιαβάστηκε. Η υλοποίηση αυτής της μοίρας έρχεται τώρα, με την ταινία που υπογράφει ο Ισπανός Μιγκέλ Ανχελ Χιμένεθ (ήδη γνωστός από το γυρισμένο στη Νίσυρο «Παράθυρο στη Θάλασσα», σε παραγωγή της Heretic, που, μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο, έρχεται στις ελληνικές αίθουσες την Πέμπτη, 2 Ιουλίου, από τη Rosebud.21.
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, κάπου στο Ιόνιο, ο πανίσχυρος μεγιστάνας Μάρκος Τιμολέων, διοργανώνει στο ιδιωτικό του νησί ένα πολυτελέστατο πάρτι γενεθλίων για τη Σοφία, τη μοναχοκόρη και κληρονόμο του. Η βραδιά φέρνει στο νησί διάφορους φίλους, συνεργάτες και παλιούς γνώριμους, πολλοί από τους οποίους βλέπουν την περίσταση ως την ιδανική ευκαιρία να πλησιάσουν τον Μάρκο και να εξυπηρετήσουν τα δικά τους συμφέροντα. Ο Μάρκος, συνηθισμένος να ελέγχει αμείλικτα τους πάντες και τα πάντα γύρω του, έχει κι ο ίδιος καταστρώσει κρυφά ένα σχέδιο: σκοπεύει να πάρει μια καθοριστική απόφαση για το μέλλον της κόρης του - χωρίς απαραίτητα τησ υγκατάθεσή της.
Ομως, η Σοφία φτάνει στο νησί αποφασισμένη να αποκαλύψει μια αλήθεια που θα ανατρέψει τις ισορροπίες. Καθώς οι καλεσμένοι καταφθάνουν και η νύχτα προχωρά, το πάρτι γίνεται ολοένα πιο εκρηκτικό και ανεξέλεγκτο. Μέσα σε ατμόσφαιρα χλιδής και κλιμακούμενης έντασης, η αναπόφευκτη σύγκρουση ανάμεσα στον παντοδύναμο πατέρα και την ατίθαση κόρη του οδηγείται σε μια δραματική κορύφωση.
Σάρκα και οστά σ' αυτούς τους ήρωες και τις ηρωίδες δίνει ένα καστ πολυ-πολιτισμικό και λαμπερό. Ο Γουίλεμ Νταφόε ως μεγιστάνας-πατριάρχης, η Δανή Βικ Κάρμεν Σόνε (του «Το Κορίτσι με τη Βελόνα») ως κόρη, μια ανάσα πριν την ανατροπή, η αγαπημένη και αλμοδοβαρική Ισπανίδα Εμα Σουάρεθ ως ερωτευμένη σύζυγος σε απόγνωση κι ο Βρετανός (σκέψου «Peaky Blinders») Τζο Κόουλ ως δημοσιογραφος-καταλύτης. Ολοι αυτοί οι ηθοποιοί βρέθηκαν στην Αθήνα και μίλησαν στο Flix για ανθρώπους ασύδοτους, παθιασμένους αλλά και γεμάτους αγάπη και για οικογενειακούς δεσμούς ικανούς ν' αλλάξουν την πορεία του κόσμου. Διαβάστε παρακάτω όσα μας είπαν.
Γουίλεμ Νταφόε | Μάρκος Τιμολέων | Ο πατέρας
Ο Μάρκος είναι ένας ενδιαφέρων ήρωας και δεν θέλουμε ούτε να τον καταδικάσουμε, ούτε να τον παρουσιάσουμε σαν καρικατούρα. Τα κίνητρά του είναι από τη μια η αγάπη, από την άλλη ο φόβος. Ποιος δεν μπορεί να ταυτιστεί μ’ αυτό το δίπολο; Απλώς δεν έχει ίχνος αυτογνωσίας γιατί η μοίρα του προσέφερε μια πολύ σκληρή ζωή κι αποφάσισε ότι θα κάνει οτιδήποτε για να ξεφύγει απ’ αυτήν.
Οταν γυρίζαμε το «Inside», ο Γιώργος Καρναβάς μου μίλησε γι’ αυτό το βιβλίο, γι’ αυτό το επόμενο πρότζεκτ της Heretic. Δεν μου ζήτησε ευθέως να παίξω, απλώς φύτεψε ένα σπόρο. Καιρό αργότερα μου είπε, ίσως μπορείς να παίξεις αυτό το ρόλο. Δίστασα στην αρχή, δεν είχα διαβάσει το σενάριο ακόμα, όπως μου είχε αφηγηθεί την ιστορία αναγνώρισα τον Ελληνα μεγιστάνα της ναυτιλίας - όχι συγκεκριμένα τον Ωνάση, υπάρχουν κι άλλοι. Οπότε δεν με προβλημάτισε αυτό τόσο πολύ, όσο η ελληνικότητά του, ήταν σωστό να παίξω έναν Ελληνα; Ενας ηθοποιός πρέπει να μπορεί να παίξει οτιδήποτε, αλλά συγχρόνως αν δεν μοιάζω καθόλου με Ελληνα… Κατάλαβες, σκέφτηκα, ο Καρναβάς με συμπαθεί υπεροβλικά και δεν βλέπει μπροστά του! (γέλια) Μετά όμως σκέφτηκα το παράδειγμα του Κορλεόνε στον «Νονό». Λέω, όχι ότι οι δυο ταινίες μοιάζουν, αλλά δες τον Μάρλον Μπράντο. Δεν έχει γραμμάριο ιταλικού αίματος μέσα του. Δεν έχει τίποτε απολύτως ιταλικό, αλλά κατασκεύασε αυτόν τον ήρωα που έμεινε κλασικός. Σκέφτηκα και τον Μπαρτ Λάνκαστερ, τόσο Αμερικανός που τον λες και καουμπόη, κι όμως, παρά τη ρωμαλέα σωματικότητά του, βρήκε στον «Γατόπαρδο» την κομψότητα του Σικελού αριστοκράτη.
Οι ηθοποιοί καμιά φορά βάζουν όρια στον εαυτό τους, κι έτσι σκέφτηκα, ναι, μπορώ να το κάνω αυτό. Εγώ είμαι αλλεργικός στα οικογενειακά δράματα, δεν είναι ένα είδος που αγαπώ αλλά αυτό ήταν κάτι περισσότερο. Το γεγονός ότι η ταινία εκτυλίσσεται το ’70, είναι τόσο χρωματιστή και ζωηρή 24 ώρες το 24ωρο, συμβαίνουν τόσα πράγματα, υπάρχει ένα πανέμορφο στοιχείο αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Εκείνο που έκανε αυτόν τον άντρα σπουδαίο είναι κι αυτό που θα φέρει την καταστροφή του, υπάρχει κάτι το μοιραίο. Κι είναι κι ένας ήρωας γεμάτος αντιθέσεις, βλέπεις τις σχέσεις του με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους. Είναι χαρισματικός, ευαίσθητος, καλοπροαίρετος και ταυτόχρονα βάρβαρος και φρικτός. Ολοι είμαστε κάπως έτσι, απλώς σε διαφορετικά μεγέθη. Αυτό λοιπόν με ενδιέφερε. Είδα τη δουλειά του Μιγκέλ, οι σκηνοθέτες έχουν πάντα μεγάλη σημασία για μένα και δεν ήξερα τη δουλειά του καθόλου. Οι ταινίες του είναι διαφορετικές μεταξύ τους αλλά όλες έχουν κάτι πολύ προσγειωμένο, ειδικά μια παλιότερη ταινία του, το «Chaika», «Ο Γλάρος» – είδα και το making of της ταινίας, μια εξαιρετικά δύσκολη παραγωγή και κατάλαβα πόσο σκληρό καρύδι είναι. Και είπα το ναι.
Η ιστορία είναι τόσο κουλ, γεμάτη οικογενειακές συγκρούσεις, σεξ, κακές πράξεις, καταπίεση, μελόδραμα, αλλά υπάρχει και αληθινό θάρρος και δύναμη, πολιτικές προεκτάσεις, ένας σχολιασμός της πατριαρχίας, η αμφισβήτηση των ανθρώπων με εξουσία που παίρνουν ελευθέρας παρά τα ηθικά τους παραπτώματα.»
Δεν γνώριζα το βιβλίο του Καρνέζη πριν από αυτή την περιπέτεια. Τον γνώρισα πρόσφατα και μου είπε κάτι ενδιαφέρον, ότι είχε προβλήματα στην Αμερική γιατί του έλεγαν, δεν θα πουλήσει, ο Ωνάσης είναι πασέ, είναι μια κουτσομπολίστικη ιστορία. Αλλά το ωραίο με την ιστορία είναι πως είναι τόσο κουλ, γεμάτη οικογενειακές συγκρούσεις, σεξ, κακές πράξεις, καταπίεση, μελόδραμα, αλλά υπάρχει και αληθινό θάρρος και δύναμη, πολιτικές προεκτάσεις, ένας σχολιασμός της πατριαρχίας, η αμφισβήτηση των ανθρώπων με εξουσία που παίρνουν ελευθέρας παρά τα ηθικά τους παραπτώματα.
Σε προσωπικό επίπεδο, μου άρεσε πολύ η ιδέα ότι αν δεν έχεις αναστολές και κινηθείς μόνο συναισθηματικά προς κάτι που θέλεις, δημιουργικό, είναι θαυμαστό αλλά ταυτόχρονα δεν έχεις κανέναν αυτοέλεγχο. Η κάθε κίνησή σου προς τα μπροστά μπορεί να σε καταστρέψει. Κι αυτό για ‘μένα είναι η δυναμική μιας αρχαίας τραγωδίας, αλλά το έχω δει να συμβαίνει και σε ανθρώπους της εποχής μας. Το θέμα είναι να μπορείς να κρατήσεις μια ισορροπία. Το έχω αντιμετωπίσει και στη δική μου ζωή, ως ηθοποιός, αν το μόνο σου συναίσθημα είναι η φιλοδοξία, είναι δεδομένο ότι θα υπάρξει και ένας βαθμός διαφθοράς στην πορεία σου.
Στο θέατρο, είχα έναν θίασο πολλά χρόνια και δεν ήμασταν ιδιαίτερα επιθυμητοί στην Αμερική, οπότε ο τρόπος για να επιβιώσουμε ήταν οι τουρνέ στην Ευρώπη. Πολιτισμικά, ακόμα και πολιτικά, νιώθω πιο κοντά στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες. Αρα το γεγονός ότι κάνω πολλές ευρωπαϊκές ταινίες δεν είναι και κανένα σοβαρό άλμα, απλώς με την πάροδο του χρόνου έχω τη δυνατότητα να μεταφράσω σε δουλειά αυτή την εγγύτητα.
Το γεγονός ότι είμαστε μια πολυπολιτισμική ομάδα σ’ αυτή την ταινία απαιτεί πολύ δυνατή διαχείριση. Αλλά μου αρέσει πολύ γιατί προκύπτουν διαφορετικές προσεγγίσεις, τρόποι δουλειάς, διαφορετικό ταμπεραμέντο. Η κάθε ταινία, έτσι κι αλλιώς, για μένα είναι μια περιπέτεια, δεν μπορείς, ποτέ, να θεωρήσεις τίποτα ως δεδομένο.
Δεν μου αρέσει ο όρος "showrunner", μου αρέσει ο όρος "auteur", οι δυνατοί σκηνοθέτες και η ιδέα ανθρώπων που γίνονται ομάδα κάτω από την πίεση του χρόνου.»
Δεν έχω δει ποτέ στη ζωή μου καμία σειρά. Δεν το καμαρώνω, απλώς είναι η δική μου επιλογή. Κι αν δεν έκανα ταινίες, πιθανότατα θα δούλευα σε σειρές. Αλλά δουλεύω πολύ και δεν το έχω ανάγκη. Δεν μου αρέσει ο όρος «showrunner», μου αρέσει ο όρος «auteur», οι δυνατοί σκηνοθέτες και η ιδέα ανθρώπων που γίνονται ομάδα κάτω από την πίεση του χρόνου κι ενός οράματος που χωράει σε δυο ώρες. Και για τους ηθοποιούς, οι σειρές θεωρώ ότι σταδιακά μειώνουν τις ερμηνείες τους, γιατί το κοινό τους θεωρεί «οικογένεια» και τους συγχωρεί τα πάντα.
Από τη στιγμή που γεννιόμαστε υπάρχει η έννοια του αποχωρισμού. Από κάπου ξεκινάμε, κάπου οδεύουμε κι όλοι βρισκόμαστε σε ελεύθερη πτώση στο μεταξύ. Για ν’ ανταπεξέλθουμε σ’ αυτό, κρατιόμαστε ο ένας από τον άλλον. Ακούγεται ρομαντικό, αλλά πιστεύω ότι ερχόμαστε σ’ αυτόν τον κόσμο για να στηρίζουμε τους διπλανούς μας. Στις καλύτερες στιγμές μου, σ’ αυτό πιστεύω κι αυτό είναι που μας κάνει ανθρώπους. Βέβαια μέσα στη ζωή, μέσα σ’ αυτό το σμίξιμο των ανθρώπων, πολλές φορές εμπεριέχεται μια βαρβαρότητα κι εκεί χτυπά η καρδιά αυτής εδώ της ταινίας.
Βικ Κάρμεν Σόνε | Σοφία | Η κόρη
Διάβασα το βιβλίο πριν έξι χρόνια, όταν μου προσφέρθηκε ο ρόλος. Το γενικό πλαίσιο είναι, βέβαια, το ίδιο, αλλά το σενάριο έχει αλλάξει αρκετά. Στην ταινία είναι δύσκολο για τη Σοφία ακόμα και το να ξέρει τι θέλει να ονειρευτεί να γίνει, τόσο ιδεολογικά, όσο και συναισθηματικά. Κι έτσι γίνεται εύκολος στόχος. Αλλά ταυτόχρονα έχει τη δική της αντίληψη για το τι είναι μια καλή ζωή, ένας αληθινός έρωτας, μια δυνατή γυναίκα. Εκείνο που αναζητά είναι η αυθεντικότητα, η ειλικρίνεια και δεν μπορεί να το βρει, δεν το έχει συναντήσει πουθενά. Κι εκεί βρίσκεται η θυματοποίησή της, σε μια κατάσταση όπου έχει εγκλωβιστεί αλλά δεν μπορεί ν’ απελευθερωθεί. Ζει σαν να έχεις στο σπίτι σου μια οροφή που βάζει νερά και να την κλείνεις με λίγη κολλητική ταινία και να εύχεσαι να μην βρέξει: κάποια στιγμή θα χρειαστεί ν’ αλλάξεις τη σκεπή!
Δεν μ’ αρέσει πάντα ο εαυτός μου. Αυτό συμβαίνει στους περισσότερους ανθρώπους, εκτός, ίσως, από τον Δαλάι Λάμα. Και τον Ντόναλντ Τραμπ. Εκεί προφανώς έχουμε κάτι κοινό με την ηρωίδα μου, τη Σοφία. Από την άλλη, δεν νιώθω ότι είναι απαραίτητο να ταυτίζομαι με τους ρόλους μου, αλλά να τους καταλάβω. Αν όχι νοητικά, τουλάχιστον συναισθηματικά. Με την κατανόηση έρχεται μαζί η συγχώρεση. Αν κάποια πράγματα στη Σοφία δεν μου αρέσουν, είναι τα πράγματα που δεν μου αρέσουν και στον εαυτό μου. Αν δεν μπορείς να είσαι ελεύθερος μέσα σ’ αυτή την εμπειρία που λέγεται ζωή, κάνεις ό,τι μπορείς για να γίνεις αρεστός, για ν’ αγαπηθείς. Κι η Σοφία γνωρίζει πολύ καλά τη μοναξιά της και την αυτοκαταστροφικότητά της και προσπαθεί να επαναστατήσει και να χτίσει κάτι αληθινό. Αλλά με μπαλώματα, χωρίς ν’ αλλάξει τη σκεπή.
Η ιστορία είναι βαθιά ριζωμένη στην ελληνική κουλτούρα. Δούλεψα, έζησα για ένα διάστημα στην Ελλάδα, έμαθα λίγα ελληνικά, πραγματικά προσπάθησα ν’ αγκαλιάσω αυτή την ελληνικότητα. Οταν ήμουν μικρή, λάτρευα να διαβάζω ελληνική μυθολογία, η αγαπημένη μου ιστορία ήταν αυτή του Ηρακλή κι έβρισκα τον Αδη τρομερά κουλ. Αλλά νομίζω ότι η Σοφία μεγάλωσε και ζει σ’ έναν κόσμο πολύ πιο διεθνή, αποκλεισμένη σ’ ένα νησί που είναι ένα ολόκληρο ιδιαίτερο σύμπαν, πέρα από το ελληνικό ή μη. Οπότε αυτό που μελέτησα περισσότερο είναι πώς μπορεί να ζει και να νιώθει η κόρη ενός άνδρα με υπερβολικό πλούτο και υπερβολική δύναμη διεθνώς. Δεν νομίζω ότι η Σοφία έχει αίσθηση ταυτότητας, περισσότερο υπακούει σ’ αυτό που της έχει επιβληθεί από την αρχή. Συχνά αυτά τα υπερβολικά προνόμια συνοδεύονται από μια έλλειψη περιέργειας για τη ζωή, για τον κόσμο. Ζούμε σ’ έναν διχοτομημένο κόσμο. Αλλά αυτός είναι ο κόσμος απέναντι στον οποίο ήθελα να σταθώ με ειλικρίνεια.
Με ενθουσιάζει να δουλεύω σε πολυ-πολιτισμικές παραγωγές και το έχω κάνει αρκετές φορές. Κυρίως γιατί κανείς δεν μπορεί να πει «έτσι είναι ο τρόπος που πρέπει να γίνει αυτό», όλες και όλοι μας δημιουργούμε έναν νέο τρόπο κάθε φορά για να γίνονται τα πράγματα, ένα μείγμα από τις κουλτούρες όλων μας!
Οταν ήμουν μικρή, λάτρευα να διαβάζω ελληνική μυθολογία, η αγαπημένη μου ιστορία ήταν αυτή του Ηρακλή κι έβρισκα τον Αδη τρομερά κουλ.»
Δεν είμαι καθόλου αναγνωρίσιμη! Εχω παίξει σε ταινίες που έχεις δει και δεν με θυμάσαι εκεί. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό είναι γιατί προσπαθώ να γίνομαι ένα με το ρόλο. Μου αρέσουν οι δημιουργοί που είναι αυθεντικοί κι έχουν αυτό το φως της αλήθειας μέσα τους. Προσπερνώ και το μπάτζετ και το είδος της ταινίας. Αγαπώ πολλά πράγματα, από τις ταινίες του Χάρι Πότερ ως το air aerobics, και λατρεύω την κωμωδία. Ακόμα και στο «Κορίτσι με τη Βελόνα» κάτι κατάφερα να χωρέσω κωμικό μέσα. Ελπίζω να έχω την ευκαιρία να δουλεύω με ανθρώπους που έχουν πάθος για τη δουλειά τους. Και θα τρελαινόμουν αν μου πρότειναν να κάνω μιούζικαλ!
Εμα Σουάρεθ | Ολίβια | Η σύζυγος
Πέντε χρόνια αφότου είχα έρθει ξανά στην Ελλάδα για εκείνη την ταινία, το «Παράθυρο στη Θάλασσα», βρίσκομαι σε μια εντελώς διαφορετική θέση, κατάσταση, διάθεση. Αυτό εδώ είναι ένα προνόμιο για μένα γιατί πρώτα επιστρέφω στην Ελλάδα μ’ αυτούς τους ανθρώπους, τον Μιγκελάνχελ και τον Καρναβά, που πλέον είναι φίλοι μου. Γιατί το «Παράθυρο» ήταν μια πολύ σημαντική προσωπική εμπειρία για όλους μας. Τώρα είμαι εδώ ξανά, δουλεύω μαζί τους και με τον Γουίλεμ – όταν τελειώσαμε εκείνη την ταινία, ο Καρναβάς είπε… έχω μια ιδέα. Και τώρα κάναμε την ταινία! Είναι απίστευτο.
Θα με καταλάβεις, γιατί είσαι γυναίκα, είναι συνηθισμένο οι γυναίκες να ερωτεύονται αυτό το είδος "malaka". Πολύ ενδιαφέρων ρόλος.»
Το δύσκολο με την ηρωίδα μου είναι ότι είναι καταλύτης για τους άλλους ήρωες. Πρέπει να την προσεγγίσεις βαθιά και να τη χειριστείς με ισορροπία. Είναι μια ερωτευμένη γυναίκα, χωρίς όρους. Είναι έξυπνη, ξέρει τα πάντα γι’ αυτόν τον άνδρα, την εξουσία, τη διαφθορά, το πόσο ευάλωττος είναι επίσης. Τα λεφτά δεν τη νοιάζουν. Αλλά ίσως και να τη νοιάζουν. Οι άνθρωποι γύρω της αυτό πιστεύουν. Αλλά εκείνη όχι. Και το ξέρω, είναι η ηρωίδα μου. Το πρόβλημα είναι να βρεις την ισορροπία σ’ όλα αυτά. Τα αισθήματά της είναι αγνά και θέλει να τον «σώσει». Θα με καταλάβεις, γιατί είσαι γυναίκα, είναι συνηθισμένο οι γυναίκες να ερωτεύονται αυτό το είδος «malaka» και ξέρουν αλλά δεν μπορούν να κάνουν κάτι με τα συναισθήματά τους. Πολύ ενδιαφέρων ρόλος. Δεν είναι θύμα. Η πρώτη μου αντίδραση όταν διάβασα το σενάριο ήταν, δεν θέλω να παίξω μια γυναίκα θύμα. Εκείνη ξέρει τι κάνει, τι θέλει, έχει το δικαίωμα της επιλογής κι αυτό κάνει. Θέλω να της δώσω αξιοπρέπεια.
Αυτή η ταινία είναι πρόκληση. Κατ’ αρχάς πρέπει να μιλάω αγγλικά στην ταινία και δεν είναι η γλώσσα μου, είχα coach για τα λόγια μου. Μπορείς να τα μάθεις, εντάξει, αλλά το δύσκολο είναι να τα συνδέσεις με τα συναισθήματά σου. Για παράδειγμα, είχα μια σκηνή με τον Γουίλεμ και η ηρωίδα μου σ’ εκείνη τη στιγμή ήταν θυμωμένη και μου βγήκαν τα ισπανικά στη σκηνή! Πάρα πολύ αστείο! Αλλά ο σκηνοθέτης είναι Ισπανός κι είναι και φίλος μου, οπότε τη βόλεψα. Ναι, είναι πρόκληση. Να βρεις μέσα σε μια σκηνή τη σύνδεση με όλους αυτούς τους ανθρώπους με διαφορετικές καταβολές και γλώσσα. Αλλά είναι η γλώσσα του σινεμά που μας ενώνει τελικά.
«Μια ταινία για μια οικογένεια», πώς ορίζουμε την οικογένεια; Σημαίνει οι άνθρωποι που μοιράζονται το ίδιο αίμα, αλλά και τους οποίους μπορείς να εμπιστευτείς. Γιατί όταν είσαι ένας άνδρας με εξουσία, όλοι κάτι θέλουν από σένα. Αλλά η οικογένεια σημαίνει πρέπει να σταθώ δίπλα στους ανθρώπους που αγαπώ. Οικογένεια είναι και οι φίλοι, οι άνθρωποι που επιλέγεις να μοιράζεσαι τη ζωή σου μαζί τους αλλά ό,τι κι αν κάνεις, αυτοί θα είναι εκεί. Μπορεί να τους τιμωρήσεις, να θέλεις να τους σκοτώσεις κάποιες φορές, αλλά θα είναι εκεί, πάντα, ως το τέλος, για τα καλά και τα κακά.
Τζο Κόουλ | Ιαν | Ο δημοσιογράφος - καταλύτης
Υποδύομαι τον Ιαν Φόστερ, έναν δημοσιογράφο λαϊκής καταγωγής, σχεδόν σαν μια φιγούρα τύπου Νόρμαν Μέιλερ. Είναι ένας εξαιρετικά ευφυής άνθρωπος, ο οποίος γράφει τα απομνημονεύματα του Μάρκου, του χαρακτήρα που υποδύεται ο Γουίλεμ Νταφόε. Εργάζεται πάνω σε αυτό εδώ και δύο χρόνια, ενώ παράλληλα διατηρεί μια κρυφή ερωτική σχέση με την κόρη του, τη Σοφία. Ετσι βρίσκεται παγιδευμένος στον ιστό αυτής της αρκετά δυσλειτουργικής, σχεδόν παρανοϊκής οικογένειας. Βλέπεις τον κόσμο μέσα από τα δικά του μάτια, είναι ένας ηδονοβλεψίας με τη μεταφορική έννοια, ένας παρατηρητής που κοιτάζει πίσω από την κουρτίνα αυτού του καπιταλιστικού κόσμου.
Το συνεργείο ήταν εξαιρετικό: Ελληνες, Ισπανοί, Ολλανδοί, ηθοποιοί από κάθε γωνιά του κόσμου. Ηταν πραγματικά ένα χωνευτήρι πολιτισμών, άνθρωποι από τις τέσσερις άκρες της γης που ενώθηκαν για να δώσουν ζωή σε αυτή την ιστορία, και αυτό έχει κάτι πολύ όμορφο. Είναι μια διεθνής ιστορία - μια διεθνής ταινία. Η μόνη πραγματική πρόκληση ήταν η ζέστη. Γυρίζαμε στην Κέρκυρα με θερμοκρασίες 42 βαθμών κι εγώ φορούσα συνεχώς ένα ολοκληρωμένο κοστούμι, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να κάνω ερωτικές σκηνές χωρίς να αισθάνομαι και ιδιαίτερα… σέξι.
Η οικογένεια μπορεί να σημαίνει ό,τι θέλει ο καθένας. Δεν χρειάζεται να είναι η παραδοσιακή πυρηνική οικογένεια που έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε δεδομένη εδώ και δεκαετίες. Οικογένεια μπορεί να είναι οποιοσδήποτε άνθρωπος βρίσκεται πραγματικά κοντά σου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για μια αρκετά δυσλειτουργική οικογένεια, αλλά καμιά φορά αυτοί οι άνθρωποι είναι και οι πιο ενδιαφέροντες για να παρακολουθήσεις.
Η μόνη πραγματική πρόκληση ήταν η ζέστη. Γυρίζαμε στην Κέρκυρα με θερμοκρασίες 42 βαθμών κι εγώ φορούσα συνεχώς ένα ολοκληρωμένο κοστούμι, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να κάνω ερωτικές σκηνές χωρίς να αισθάνομαι και ιδιαίτερα… σέξι.»
Αυτό που είναι πραγματικά υπέροχο σε αυτή την ταινία είναι ότι όλοι οι χαρακτήρες είναι τόσο ολοκληρωμένοι και τόσο πιστευτοί. Αν μιλήσω για τον δικό μου χαρακτήρα και τη δική του διαδρομή, ξεκινά ως ένας δυναμικός διανοούμενος δημοσιογράφος: έξυπνος, καλλιεργημένος, προερχόμενος από την εργατική τάξη, που έχει καταφέρει μόνος του να ανέβει επαγγελματικά. Στη συνέχεια, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια κρίσιμη επιλογή: θα επιλέξει το κορίτσι ή τις προοπτικές της καριέρας του;
Εχω αρκετά πράγματα που έρχονται στη συνέχεια και προσπαθώ να συμμετέχω σε ενδιαφέροντα πρότζεκτ, να προκαλώ τον εαυτό μου και να παίρνω ρίσκα. Να δω πού θα με βγάλει ο άνεμος.
Η ταινία «Το Πάρτυ Γενεθλίων» βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη, 2 Ιουλίου, από τη Rosebud.21. Διαβάστε και δείτε περισσότερα εδώ.
