Την έχουμε συναντήσει αρκετές φορές για συνεντεύξεις και ποτέ δεν είναι ίδια. Αν είναι κουρασμένη, θα στο δείξει. Αν βαριέται, θα σου το πει. Αν την ενδιαφέρουν οι ερωτήσεις σου θα πάρει φωτιά. Αν όχι, θα απαντάει σχεδόν μονολεκτικά.
Θυμηθείτε ακόμα:
Κάννες 2026: Η Ιζαμπέλ Ιπέρ απαντά στο Flix. Πώς ήταν να παίζει με την Κατρίν Ντενέβ στις «Παράλληλες Ιστορίες» του Ασγκάρ Φαραντί;
66o Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης: 10 πράγματα που μάθαμε από την Ιζαμπέλ Ιπέρ
Η Ιζαμπέλ Ιπέρ εξομολογείται στο Flix: «Δεν μπορώ να φανταστώ μια ζωή χωρίς την υποκριτική»
Η Ιζαμπέλ Ιπέρ προκαλεί στο Flix: «Το #metoo έκανε πολλά, όχι όμως πως ήμαστε κωφάλαλες πριν»
«Συχνά οι άνθρωποι με συγχέουν με τους ρόλους που υποδύομαι»: Η Ιζαμπέλ Ιπέρ μιλάει στο Flix
Αυτή τη φορά η αφορμή δόθηκε στις Κάννες, λίγες ώρες πριν την πρεμιέρα της νέας της ταινίας, «Η Πιο Πλούσια Γυναίκα στον Κόσμο». Σε αυτήν η Iπέρ υποδύεται αυτό που λέει ο τίτλος: μία πάμπλουτη μεγάλη κυρία, μία mondaine της γαλλικής αριστοκρατίας, η οποία όμως πέφτει θύμα ενός επιτήδειου τυχοδιώκτη και ξεσπά ένα σκάνδαλο που την φέρνει σε ρήξη με την οικογένεια της και την εκθέτει επιχειρηματικά, κοινωνικά και πολιτικά.
Αν κάτι σας θυμίζει η υπόθεση είναι γιατί η ταινία βασίζεται σ’ ένα πραγματικό σκάνδαλο, το «Bettencourt Αffair». Το 1987, η Λιλιάν Μπετενκούρ, κληρονόμος και ηγετική φιγούρα της L’Oréal, γνώρισε τον Φρανσουά-Μαρί Μπανιέ, έναν Γάλλο συγγραφέα, καλλιτέχνη και φωτογράφο διασήμων, όταν εκείνος ανέλαβε να τη φωτογραφίσει για το γαλλικό περιοδικό «Egoïste». Στα χρόνια που ακολούθησαν, έγιναν φίλοι και εκείνη η ευεργέτιδά του (με δωρεές που άγγιξαν τα 1,3 δισεκατομμύρια ευρώ). Η υπόθεση πήρε τεράστια δημοσιότητα στη Γαλλία, καθώς ενεπλάκησαν οικογενειακές διαμάχες, πρόσωπα της πολιτικής ζωής και ερωτήματα για τη διαχείριση της τεράστιας περιουσίας της.
Δεν με ενδιέφερε η πραγματική ιστορία, διάβασα απλώς το σενάριο κι εμπιστεύτηκα το σινεμά. Στη Γαλλία βέβαια λέμε συχνά ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό ισχύει απόλυτα.»
Οταν διαβάσατε το σενάριο, πόσο γνωστή, οικεία σάς ήταν αυτή η ιστορία; Πόσο διαβόητο ήταν αυτό το σκάνδαλο;
Πολύ λίγα. Οσα ξέραμε όλοι διαβάζοντας εφημερίδες, ακούγοντας ειδήσεις. Ομως η ταινία δεν είναι η ιστορία της Μπετενκούρ, δεν είναι αναπαράσταση γεγονότων. Είναι σινεμά - έχει ένα σενάριο, είναι μία φιξιόν ταινία. Για αυτό έχουν αλλάξει και τα ονόματα - η ηρωίδα μου ονομάζεται Μαριάν. Για μένα, που δεν έχω τίποτα κοινό με αυτή τη γυναίκα, ήταν ένα ταξίδι σε έναν μυθοπλαστικό κόσμο. Δεν με ενδιέφερε η πραγματική ιστορία, διάβασα απλώς το σενάριο κι εμπιστεύτηκα το σινεμά. Στη Γαλλία βέβαια λέμε συχνά ότι η πραγματικότητα ξεπερνά τη φαντασία. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτό ισχύει απόλυτα.
Παρόλο που πρόκειται για μία δραματική ιστορία, υπάρχει ένας κωμικός τόνος στην ταινία. Κάτι που σας πάει πολύ...
(Γελάει) Ναι, μου αρέσει η κωμωδία, ή μάλλον, η λεπτή ειρωνία, το φλέγμα. Η ταινία επίτηδες αντιμετωπίζει την όλη ιστορία με μία έντονη θεατρικότητα, σχεδόν σαν φάρσα. Δεν θα με ενδιέφερε αν ένιωθα, διαβάζοντας το σενάριο, ότι πρόκειται για ένα μελόδραμα ή για κάτι υπερβολικά συναισθηματικό. Αυτό που μου άρεσε ήταν ότι η ταινία κινείται διαρκώς ανάμεσα στη θεατρικότητα και τη φάρσα. Είχα σχεδόν την αίσθηση ότι έπαιζα σε μια οπερέτα. Κι αυτό μου έδινε μία μεγάλη ελευθερία να παίξω με το χαρακτήρα και τα όρια του. Υπάρχει μια εσκεμμένη υπερβολή, που σίγουρα τη δυναμιτίζει η πληθωρική, εκκεντρική φιγούρα του «Φαντίν». Είναι ένας γοητευτικός, θεατρικός, queer δανδής κι αυτό ξυπνά στην Μαριάν κάτι που μέχρι τότε έμενε κοιμισμένο. Ή πεθαμένο. Πιστεύω ότι -κατά βάθος- είναι μία ερωτική ιστορία. Φυσικά αφορά έναν γκέι άντρα και μία παντρεμένη στρέιτ γυναίκα, αλλά πιστεύω ότι τον ερωτεύτηκε. Την γοήτευσε, ξελογιάστηκε. Την πρώτη φορά που συναντιούνται την έκανε να γελάσει. Ενιωσα ότι αυτή η γυναίκα είχε χρόνια να γελάσει.
Ομως, η ταινία δεν μπαίνει τόσο βαθιά στην ψυχοσύνθεση αυτής της γυναίκας, στη σκοτεινιά αυτής της ιστορίας. Δεν γυρίζαμε ένα βαρύ ψυχολογικό δράμα. Η ηρωίδα μου δεν είναι «Η Κυρία με τις Καμέλιες», ούτε η «Μαντάμ Μποβαρί». Αν αυτός ήταν ο στόχος τότε θα έκανα κι άλλη προετοιμασία: θα διάβαζα και θα έβλεπα τα πάντα για την Λιλιάν Μπετενκούρ. Ισως ζητούσα να συναντήσω την κόρη της, να γνωρίσω τον Φρανσουά-Μαρί Μπανιέ. Οχι, όχι - εγώ το είδα ως άσκηση: πώς ερμηνεύει κανείς μία αριστοκράτισσα socialite, πώς θα αισθανόμουν αν ήμουν η «πλουσιότερη γυναίκα στον κόσμο».
Δεν ζω τη ζωή μου ως celebrity, είμαι κανονικός άνθρωπος, τρέχω με τις δουλειές μου, με την οικογένεια μου. Δεν είμαι η grande dame που μπορεί να νομίζετε...»
Πώς το καταφέρατε λοιπόν;
Με τη βοήθεια υπέροχων συνεργατών. Εχει πολύ μεγάλη σημασία ο κόσμος που κατασκευάζει μία ταινία. Πώς σκηνοθέτες, σκηνογράφοι, ενδυματολόγοι, κομμωτές, μακιγιέζ φτιάχνουν ένα περιβάλλον, μία συνθήκη και σε καλούν να μπεις σε αυτή. Πώς σε ντύνουν, πώς σε βάφουν, σε ποια σκηνικά σε τοποθετούν, πώς σε στήνουν. Γλιστρώντας μέσα στο σετ, φορώντας τα ρούχα, έχοντας ένα συγκεκριμένο βάψιμο και χτένισμα (στη Γαλλία είναι πολύ συγκεκριμένος ο τρόπος που χτενίζουν τα μαλλιά τους οι μπουρζουά κυρίες) έχεις μία πολύ καλή αφετηρία για να μεταμορφωθείς.
Από εκεί και πέρα, εγώ έπαιξα με τη σωματικότητά μου και το ύφος μου. Σκεφτόμουν ότι μία γυναίκα αυτού του οικονομικού και κοινωνικού στάτους δεν έχει στ’ αλήθεια κάτι για το οποίο ανησυχεί, ή φοβάται. Δεν έχει το στρες μίας μέσης γυναίκας Κι αυτό ήθελα να βγαίνει στο πώς κινείται, πώς κουβαλά τον εαυτό της. Έχει αυτοπεποίθηση που πηγάζει από την κοινωνική της θέση, την περιουσία και την εξουσία της – μέχρι τα ακροδάχτυλά της.
Πράγματι, η ηρωίδα σας είναι μία γυναίκα που ο αμύθητος πλούτος και η κοινωνική της θέση την κάνουν να αναρωτιέται διαρκώς ποια είναι τα πραγματικά κίνητρα των ανθρώπων που την πλησιάζουν. Εχετε αισθανθεί κάτι παρόμοιο; Φέρνει τις ίδιες σκέψεις η διασημότητα;
Μπορεί, αλλά εγώ δεν το έχω αισθανθεί. Για να σας πω την αλήθεια, στο μόνο που ταυτίστηκα με την Μαριάν είναι ότι είναι μία δυναμική γυναίκα - δεν είναι θύμα. Με ενδιαφέρουν χαρακτήρες που ξεπερνούν τα όρια του «θύματος». Μόνο έτσι αποκτούν πραγματικό ενδιαφέρον. Μπορεί να της έτυχε αυτή η ιστορία, αλλά δεν ήταν μία αδύναμη απομονωμένη μεσήλικη που την εκμεταλλεύτηκαν. Ηταν πολύ πιο πολύπλοκο αυτό που συνέβη. Ομως, όχι, δεν συνδέθηκα μαζί της γιατί νιώθω ότι ανήκω σε κάποια προνομιούχα τάξη - στην «αριστοκρατία του κινηματογραφικού μικρόκοσμου» (γελάει).
Καταλαβαίνω ότι η φύση της δουλειάς μου που με θέλει μπροστά από το φακό, κάτω από προβολείς, καλή ώρα στα κόκκινα χαλιά των φεστιβάλ, μπορεί να δίνει την εντύπωση ενός celebrity status που κάποιοι το κουβαλούν μαζί τους. Ομως όχι εγώ. Δεν ζω τη ζωή μου ως celebrity, είμαι κανονικός άνθρωπος, τρέχω με τις δουλειές μου, με την οικογένεια μου. Δεν είμαι η grande dame που μπορεί να νομίζετε (γελάει).
Σε κάθε φεστιβάλ, γνωρίζω και καινούργιους σκηνοθέτες. Ολοι έχουν κάτι το διαφορετικό, το πολύ ενδιαφέρον. Δεν ξέρω αν έχω στόχους. Eχω σίγουρα μία πολύ μεγάλη όρεξη να εξερευνήσω ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο βαθιά την τέχνη μου. Ναι, συνεχίζω κι ονειρεύομαι συνεργασίες. Και δεν έχω κανένα σκοπό να σταματήσω.»
Η πρώτη φορά που σας συνάντησα ήταν εδώ στις Κάννες 25 χρόνια πριν, για τη «Δασκάλα του Πιάνου» του Μίκαελ Χάνεκε - έναν πολύ τολμηρό, δυνατό ρόλο που έμεινε αυτόματα κλασικός και πολυβραβευμένος. Αλλά είχε ρίσκο. Και δεν είναι ο μόνος. Εχετε προκαλέσει τα όρια με καταξιωμένους σκηνοθέτες, έχετε ρισκάρει με μικρότερους στα πρώτα τους βήματα. Έχετε χτίσει μία φιλμογραφία με αρκετούς ρόλους ακραίους, ψυχολογικά σύνθετους και συχνά προκλητικούς. Ποτέ δεν σας τρόμαξε κάτι;
Δεν τρομάζεις όταν έχεις ένα τέτοιο σενάριο, έναν τέτοιο σκηνοθέτη. Οχι, δεν νιώθω ότι έχω ρισκάρει. Οταν σε σκηνοθετεί ο Μίκαελ Χάνεκε, ο Πολ Βερχόφεν, ο Κλοντ Σαμπρόλ, ή ο Χαλ Χάρτλεϊ είσαι σε απολύτως ασφαλή χέρια. Η δουλειά σου είναι να εμπιστεύεσαι το σκηνοθέτη σου και να πηδάς στο κενό. Γιατί δεν είναι κενό - σου έχει πλέξει ένα γερό δίχτυ ασφαλείας. Είναι πραγματικά θέμα εμπιστοσύνης λοιπόν. Αν δεν εμπιστεύεσαι το σκηνοθέτη σου, τότε υπάρχει πρόβλημα.
Εχετε συνεργαστεί με τους πιο δυνατούς σκηνοθέτες σε Δύση κι Ανατολή - είναι γεγονός. Μετά από τόσα χρόνια καριέρας, ονειρεύεστε ακόμη; Ονειρεύεστε συνεργασίες που μέχρι στιγμής είναι ανεκπλήρωτες; Υπάρχουν σκηνοθέτες που αγαπάτε και θαυμάζετε και δεν σας έχουν πλησιάσει ακόμα;
Ω, δεν έχει σημασία ποιους αγαπώ εγώ, αλλά ποιοι με αγαπούν ώστε να θέλουν να μου προτείνουν ένα ρόλο (γελάει, δήθεν ταπεινά). Σε κάθε φεστιβάλ, γνωρίζω και καινούργιους σκηνοθέτες. Ολοι έχουν κάτι το διαφορετικό, το πολύ ενδιαφέρον. Δεν ξέρω αν έχω στόχους. Eχω σίγουρα μία πολύ μεγάλη όρεξη να εξερευνήσω ακόμα περισσότερο, ακόμα πιο βαθιά την τέχνη μου. Μία ορμή να πάω ακόμα παρακάτω. Με γοητεύει κάθε τι καινούργιο, ή λίγο μυστήριο. Να κάνω διαφορετικά πράγματα, να μην με τυποποιούν και με παγιδεύουν σε κάτι χιλιοπαιγμένο κι ασφαλές. Μου αρέσει το άγνωστο, να ακολουθώ την περιέργεια μου. Ναι, συνεχίζω κι ονειρεύομαι συνεργασίες. Και δεν έχω κανένα σκοπό να σταματήσω.
«Η Πιο Πλούσια Γυναίκα Στον Κόσμο» κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες την Πέμπτη 20 Αυγούστου από την Rosebud .21
