Εκατό χρόνια μετά τη γέννηση της Μέριλιν Μονρόε, το όνομά της εξακολουθεί να συμβολίζει τη λάμψη, τη γοητεία και τη διαχρονική μαγεία του Χόλιγουντ. Για πολλούς είναι το απόλυτο σύμβολο θηλυκότητας, για άλλους μια τραγική φιγούρα που δεν κατάφερε ποτέ να ξεφύγει από τους προσωπικούς της δαίμονες. Πίσω όμως από τον μύθο, τις εμβληματικές φωτογραφίες και τα πρωτοσέλιδα, βρισκόταν μια ηθοποιός με σπάνιο ένστικτο, εξαιρετική αίσθηση του ρυθμού και μια ακαταμάχητη παρουσία στην οθόνη.
Παρότι η ζωή της κόπηκε πρόωρα το 1962, σε ηλικία μόλις 36 ετών, η Μέριλιν Μονρόε άφησε πίσω της μια φιλμογραφία που αποκαλύπτει πολύ περισσότερα από την εικόνα της «χαζής ξανθιάς» που συχνά της απέδιδαν. Ηταν μια τελειομανής καλλιτέχνιδα που πάλεψε να κερδίσει σεβασμό ως ηθοποιός, παραγωγός και δημιουργική δύναμη.
Οι είκοσι ταινίες που ακολουθούν αποτελούν το ιδανικό σημείο εκκίνησης για να ανακαλύψει κανείς τις πολλές πλευρές της προσωπικότητάς της: τη δραματική ηθοποιό, την κωμική περσόνα, τη μοιραία γυναίκα και τη λαμπερή σταρ των μιούζικαλ.
«Η Βασίλισσα της Παράστασης» (Ladies of the Chorus, 1948) του Φιλ Κάρλσον
Η πρώτη σημαντική εμφάνιση της Μονρόε σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν και η ταινία δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, προσέφερε στο νεαρό τότε αστέρι την ευκαιρία να δείξει ότι μπορούσε να σταθεί στο κέντρο της οθόνης. Αργότερα, όταν η φήμη της εκτοξεύτηκε, η ταινία επανεκδόθηκε με το όνομά της να προβάλλεται πάνω από εκείνο της αρχικής πρωταγωνίστριας.
«Η Ζούγκλα της Ασφάλτου» (The Asphalt Jungle, 1950) του Τζον Χιούστον
Το φιλμ νουάρ του Τζον Χιούστον αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο βήμα προς την αναγνώριση. Παρότι ο ρόλος της είναι σχετικά μικρός, η Μονρόε καταφέρνει να τραβήξει τα βλέμματα και να αποδείξει ότι διαθέτει κάτι που ξεπερνά την εξωτερική ομορφιά: αληθινό κινηματογραφικό μαγνητισμό.
«All About Eve» (Ολα για την Εύα, 1950) του Τζόζεφ Λ. Μάνκιεβιτς
Μία από τις σπουδαιότερες ταινίες στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου. Η Μονρόε εμφανίζεται για λίγο ως Μις Κάσγουελ, αλλά η παρουσία της είναι αρκετή για να αφήσει έντονο αποτύπωμα. Ακόμη και δίπλα σε θρύλους όπως η Μπέτι Ντέιβις, καταφέρνει να ξεχωρίσει.
«Let's Make It Legal» (1951) του Ρίτσαρντ Σέιλ
Μία από τις πρώτες κωμωδίες που ανέδειξαν τη φυσική γοητεία και το κωμικό ένστικτο της Μέριλιν Μονρόε. Αν και ο ρόλος της δεν είναι πρωταγωνιστικός, καταφέρνει να ξεχωρίσει χάρη στην αβίαστη παρουσία της, κλέβοντας συχνά την προσοχή από τους πιο έμπειρους συμπρωταγωνιστές της. Η ταινία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ικανότητάς της να δίνει βάθος και προσωπικότητα ακόμη και σε χαρακτήρες που, στα χέρια μιας λιγότερο χαρισματικής ηθοποιού, θα περνούσαν απαρατήρητοι.
«Monkey Business» (1952) του Χάουαρντ Χοκς
Ο Χάουαρντ Χοκς αξιοποιεί ιδανικά το κωμικό της ταλέντο. Δίπλα στον Κάρι Γκραντ και την Τζίντζερ Ρότζερς, η Μονρόε αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως διαθέτει εξαιρετικό comedic timing και φυσικότητα στην κωμωδία.
«Gentlemen Prefer Blondes» (Οι Άντρες Προτιμούν τις Ξανθιές,1953) του Χάουαρντ Χοκς
Η ταινία που καθιέρωσε οριστικά τη Μέριλιν Μονρόε ως διεθνές κινηματογραφικό σύμβολο και μία από τις μεγαλύτερες σταρ της δεκαετίας του 1950. Στον ρόλο της Λορελάι Λι, μιας φιλόδοξης και πανέξυπνης τραγουδίστριας που γνωρίζει πολύ καλά πώς να αξιοποιεί τη γοητεία της, η Μονρόε παίζει απολαυστικά με το στερεότυπο της «ξανθιάς καλλονής», αποδεικνύοντας ότι πίσω από τη λάμψη κρύβεται οξυδέρκεια, χιούμορ και αυτογνωσία. Η χημεία της με την Τζέιν Ράσελ είναι εξαιρετική, δημιουργώντας ένα από τα πιο αξέχαστα γυναικεία δίδυμα του κλασικού Χόλιγουντ.
«How to Marry a Millionaire» (Πώς να Παντρευτείτε έναν Εκατομμυριούχο,1953) του Ζαν Νεγκουλεσκό
Μια λαμπερή κωμωδία που συγκέντρωσε τρία από τα μεγαλύτερα γυναικεία αστέρια της εποχής: τη Λόρεν Μπακόλ, τη Μπέτι Γκρέιμπλ και τη Μέριλιν Μονρόε. Παρότι μοιράζεται την οθόνη με δύο ήδη καταξιωμένες πρωταγωνίστριες, η Μονρόε καταφέρνει συχνά να κλέβει την παράσταση ως Πόλα Ντέμπεβοϊζ, μια γοητευτική αλλά αδέξια νεαρή γυναίκα που αρνείται να φορέσει γυαλιά επειδή πιστεύει ότι θα μειώσουν την ελκυστικότητά της. Η ταινία αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ.
«River of No Return» (Το Ποτάμι χωρίς Επιστροφή, 1954) του Οτο Πρέμινγκερ
Ενα από τα πιο απαιτητικά και σωματικά εξαντλητικά εγχειρήματα της καριέρας της Μονρόε. Κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων αντιμετώπισε δύσκολες συνθήκες, τραυματισμούς και έντονες συγκρούσεις με τον απαιτητικό σκηνοθέτη Οτο Πρέμινγκερ. Παρ’ όλα αυτά, η ερμηνεία της ως Κέι Γουέστον αποκαλύπτει μια πιο ώριμη και ανθεκτική πλευρά της ηθοποιού. Δίπλα στον Ρόμπερτ Μίτσαμ, δημιουργεί ένα πειστικό και συναισθηματικά φορτισμένο κινηματογραφικό δίδυμο, σε μια ιστορία επιβίωσης και εμπιστοσύνης μέσα στην άγρια φύση της αμερικανικής Δύσης.
«Ο Χορός είναι η ζωή μου» (There's No Business Like Show Business, 1954) του Γουόλτερ Λανγκ
Αν και η ίδια η Μονρόε δεν έκρυψε ποτέ τη δυσαρέσκειά της για την ταινία και θεωρούσε ότι ο ρόλος της δεν ανταποκρινόταν στις δυνατότητές της, η παρουσία της αποτελεί αναμφισβήτητα ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του φιλμ. Σε ένα καστ γεμάτο μεγάλα ονόματα, όπως η Εθελ Μέρμαν και ο Νταν Ντέιλι, η Μονρόε υποδύεται τη φιλόδοξη χορεύτρια Βίκι Πάρκερ και καταφέρνει να μαγνητίζει το βλέμμα κάθε φορά που εμφανίζεται στην οθόνη. Παρά τις μικτές αντιδράσεις που προκάλεσε η ταινία, σήμερα αποτελεί ένα ενδιαφέρον ντοκουμέντο της περιόδου κατά την οποία η Μονρόε βρισκόταν στο μεταίχμιο ανάμεσα στη σταρ των μιούζικαλ και στη σοβαρή ηθοποιό που φιλοδοξούσε να γίνει.
«The Seven Year Itch» (Επτά Χρόνια Φαγούρα, 1955) του Μπίλι Γουάιλντερ
Η ταινία που μετέτρεψε τη Μέριλιν Μονρόε από δημοφιλή σταρ σε παγκόσμιο πολιτισμικό φαινόμενο. Υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Μπίλι Γουάιλντερ, η Μονρόε ενσαρκώνει τη μυστηριώδη γειτόνισσα που γίνεται αντικείμενο φαντασιώσεων ενός παντρεμένου άνδρα, συνδυάζοντας αβίαστα αισθησιασμό, αθωότητα και εξαιρετικό κωμικό συγχρονισμό. Παρότι ο χαρακτήρας της είναι γνωστός απλώς ως «Το Κορίτσι», η παρουσία της κυριαρχεί σε κάθε σκηνή. Η θρυλική στιγμή με το λευκό φόρεμα που ανασηκώνεται πάνω από τη σχάρα του μετρό στη Νέα Υόρκη δεν αποτελεί μόνο μία από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες στην ιστορία του κινηματογράφου, αλλά το απόλυτο σύμβολο της ποπ κουλτούρας.
**«The Prince and the Showgirl» (Ο Πρίγκιπας και η Χορεύτρια, 1957) του Λόρενς Ολίβιε
Η συνεργασία δύο θρύλων, της Μέριλιν Μονρόε και του Λόρενς Ολίβιε, υπήρξε μία από τις πιο πολυσυζητημένες στην ιστορία του κινηματογράφου. Τα γυρίσματα σημαδεύτηκαν από καλλιτεχνικές διαφωνίες και προσωπικές εντάσεις, γεγονός που αργότερα έγινε σχεδόν εξίσου διάσημο με την ίδια την ταινία. Ωστόσο, πίσω από τις ιστορίες των παρασκηνίων κρύβεται μια γοητευτική ρομαντική κωμωδία που επιτρέπει στη Μονρόε να αποδείξει για ακόμη μία φορά το εύρος του ταλέντου της. Στον ρόλο της Ελσι, μιας χορεύτριας που αιχμαλωτίζει το ενδιαφέρον ενός Βαλκάνιου πρίγκιπα, ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στην κωμωδία, τη γλυκύτητα και τη συναισθηματική ειλικρίνεια.
«Some Like It Hot» (Μερικοί το Προτιμούν Καυτό, 1959) του Μπίλι Γουάιλντερ
Η, κατα πολλούς, κορυφαία κινηματογραφική κωμωδία όλων των εποχών, η ταινία του Μπίλι Γουάιλντερ αποτελεί και μία από τις μεγαλύτερες καλλιτεχνικές νίκες της Μέριλιν Μονρόε. Στον ρόλο της Σούγκαρ Κέιν, μιας τραγουδίστριας που ονειρεύεται την αληθινή αγάπη, η Μονρόε προσφέρει μια απο τις πιο χαρακτηριστικές ερμηνείες της καριέρας της. Παρότι οι Τόνι Κέρτις και Τζακ Λέμον πρωταγωνιστούν σε ένα ξέφρενο παιχνίδι μεταμφιέσεων και παρεξηγήσεων, η Μονρόε παραμένει η συναισθηματική καρδιά της ιστορίας. Οι μουσικές της εμφανίσεις συγκαταλέγονται στις πιο αξέχαστες στιγμές της καριέρας της.
«The Misfits» (Οι Αταίριαστοι, 1961) του Τζον Χιούστον
Η τελευταία ολοκληρωμένη ταινία της Μέριλιν Μονρόε είναι ταυτόχρονα και μία από τις πιο ώριμες και συγκινητικές στιγμές της καριέρας της. Γραμμένη από τον τότε σύζυγό της, Aρθουρ Μίλερ, και σκηνοθετημένη από τον Τζον Χιούστον, η ταινία αφηγείται την ιστορία ανθρώπων που προσπαθούν να βρουν νόημα σε έναν κόσμο που αλλάζει και αφήνει πίσω του τις παλιές βεβαιότητες. Ως Ρόζλιν Τέιμπορ, η Μονρόε αποκαλύπτει μια πρωτόγνωρη συναισθηματική γύμνια και ευαισθησία, δημιουργώντας ίσως τον πιο προσωπικό χαρακτήρα της φιλμογραφίας της. Η αίσθηση της απώλειας και της φθοράς που διαπερνά το έργο αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη γνωρίζοντας ότι τόσο η ίδια όσο και οι συμπρωταγωνιστές της, Κλαρκ Γκέιμπλ και Μοντγκόμερι Κλιφτ, βρίσκονταν κοντά στο τέλος της ζωής τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα βαθιά ανθρώπινο και σχεδόν προφητικό κύκνειο άσμα.
«Something’s Got to Give» (1962) του Τζορτζ Κιούκορ
Παρότι δεν ολοκληρώθηκε ποτέ εξαιτίας του πρόωρου θανάτου της Μονρόε, το «Something’s Got to Give» παραμένει ένα από τα πιο συναρπαστικά «χαμένα» έργα στην ιστορία του Χόλιγουντ. Τα περίπου τριάντα επτά λεπτά υλικού που διασώζονται προσφέρουν μια σπάνια ματιά στο πώς θα μπορούσε να εξελιχθεί η καριέρα της κατά τη δεκαετία του 1960. Στον ρόλο της Ελεν Αρντεν, μιας γυναίκας που επιστρέφει απρόσμενα στην οικογένειά της έπειτα από χρόνια απουσίας, η Μονρόε δείχνει πιο ώριμη, πιο χαλαρή και εξίσου γοητευτική όσο ποτέ. Παρά τα σοβαρά προβλήματα υγείας, την εξάντληση και τις προσωπικές δυσκολίες που αντιμετώπιζε εκείνη την περίοδο, η κάμερα εξακολουθεί να τη λατρεύει. Τα σωζόμενα πλάνα λειτουργούν ως μια συγκινητική υπενθύμιση του ανεκμετάλλευτου καλλιτεχνικού δυναμικού που χάθηκε τόσο πρόωρα.
