Υπάρχει κάτι ανακουφιστικά παλιομοδίτικο και ταυτόχρονα άβολα παρωχημένο στο «Τριπλό Σύνορο» του Τζέι Σι Τσάντορ, ένα πολύπαθο project που μετά από μια δεκαετία αναβολών, ακυρώσεων κι αντικαταστάσεων, τόσο στη σκηνοθετική καρέκλα, όσο και στο καστ, βρήκε επιτέλους καταφύγιο στο Netflix, το οποίο έσωσε την ταινία, όταν το στούντιο της Paramount αποφάσισε να την εγκαταλείψει.

Το σενάριο του βραβευμένου με Οσκαρ για το «The Hurt Locker», Μαρκ Μπόουλ, προοριζόταν ήδη από το 2010 για την Κάθριν Μπίγκελοου και προσέλκυσε αναμενόμενα λόγω του πρότερου οσκαρικού θριάμβου των συντελεστών το ενδιαφέρον σύσσωμου σχεδόν του ανδρικού Χόλιγουντ (Τζόνι Ντεπ, Τομ Χανκς, Γουίλ Σμιθ, Τομ Χάρντι, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Τσάνινγκ Τέϊτουμ και Μαχερσαλά Αλί), ήταν, όμως, ο Τσάντορ εκείνος που ανέλαβε τελικά τα σκηνοθετικά ηνία το 2015 και κατορθώσε μόλις το 2018 να ξεκινήσει γυρίσματα, έχοντας συγκεντρώσει ένα εντυπωσιακό και ευειδές καστ, το οποίο απαρτίζεται από τους Μπεν Αφλεκ, Όσκαρ Αϊζακ, Τσάρλι Χάναμ, Γκάρετ Χέντλουντ και Πέδρο Πασκάλ. Ολες αυτές οι αλλαγές και οι καθυστερήσεις είχαν, ωστόσο, αναπόφευκτες συνέπειες στο τελικό αποτέλεσμα.

Γιατί ενώ ο Τσάντορ είχε δείξει με τις τρεις, ολότελα διαφορετικές, αλλά και τόσο κοινές μεταξύ τους, προηγούμενες μεγάλου μήκους ταινίες του («Ο Δρόμος του Χρήματος», «Όλα Χάθηκαν», «Στα Χρόνια της Βίας») ότι είναι ένας πολυσχιδής σκηνοθέτης ικανός να αναδείξει την προβληματική του μηχανισμού της επιβίωσης ενάντια σε φυσικές και σωματικές αντιξοότητες και σε κοινωνικές και οικονομικές συμβάσεις, στο «Τριπλό Σύνορο» χάνει την αιχμή του και περιορίζεται σε μια διασκεδαστική σε σημεία, αλλά ανώδυνη τελικά περιπέτεια, την οποία ξεχνάς με την ίδια ευκολία με την οποία την παρακολουθείς.

triple frontier

Στο Τριπλό Σύνορο του τίτλου, λοιπόν, μια περιοχή που στην πραγματικότητα ορίζεται γεωγραφικά ως το σημείο συνάντησης των ποταμών Ιγουάζου και Παράνα κι ενώνονται τα σύνορα Αργεντινής, Παραγουάης και Βραζιλίας, αλλά στην ταινία ουδέποτε προσδιορίζεται, παρά γίνονται αντιφατικές αναφορές και υπαινιγμοί για διάφορες χώρες της Νότιας Αμερικής (άλλη μια ένδειξη της αμηχανίας και των αλλαγών που επήλθαν στο σενάριο), μια ομάδα πρώην πρακτόρων των αμερικανικών ειδικών δυνάμεων θα οργανώσει την τέλεια ληστεία κατά ενός διαβόητου εμπόρου ναρκωτικών. Φυσικά, όμως, όλα θα πάνε στραβά και η ευκαιρία για τους πέντε παρίες του αμερικανικού ονείρου να πιάσουν την καλή θα μετατραπεί σε έναν εφιαλτικό αγώνα για την επιβίωση.

Με ένα τέτοιο υλικό ο Τσάντορ είχε θεωρητικά δύο δρόμους να ακολουθήσει: είτε εκείνον ενός άτυπου remake και μακρινού απογόνου του «Θησαυρού της Σιέρα Μάντρε» του Τζον Χιούστον με ανάλυση των κινήτρων και των αδιεξόδων που οδηγούν τους ήρωες του στην παρανομία, είτε την πιο αναπολογητικά fun επιλογή μιας καθαρόαιμης περιπέτειας στο δρόμο που χάραξαν οι «Αναλώσιμοι» και η παρέα του Ocean. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, στέκεται αναποφάσιστο στο σταυροδρόμι και προσπαθώντας να συμβιβάσει τις δύο εναλλακτικές, παραμένει σε όλη την πορεία ανερμάτιστο.

Triple Frontier 424

Τα εντυπωσιακά εξωτερικά γυρίσματα αποδεικνύουν για άλλη μια φορά μετά το "Oλα Χάθηκαν" τη σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Τσάντορ στην κινηματογράφηση των στοιχείων της φύσης ως μια διαρκή απειλή, η υπόλοιπη, όμως ταινία του αναλώνεται σε προβλέψιμα διλήμματα και συγκρούσεις, που αναπαράγουν τα κλισέ ενός είδους που υπηρετείται με παλιομοδίτικη συνέπεια.»

Triple Frontier 424

Το πρώτο μέρος της ταινίας προσπαθεί βέβαια να προσδώσει ηθικό υπόβαθρο στις πράξεις της ομάδας και να εξηγήσει την αδήριτη ανάγκη που οδηγεί κάθε μέλος της στην παρανομία. Με μια εναρκτήρια σκηνή που θυμίζει/επηρεάζεται/αντιγράφει ταινία της Κάθριν Μπίγκελοου πληροφορούμαστε ότι ο εγκέφαλος του σχεδίου, Σαντιάγκο «Πόουπ» Γκαρσία, συνεργάζεται με την αστυνομία μιας βολικά απροσδιόριστης λατινοαμερικανικής χώρας για τη σύλληψη ναρκοεμπόρων, με απώτερο στόχο τον (προφανώς εμπνευσμένο από τον Πάμπλο Εσκομπαρ και το «Narcos») Λορέα, ο οποίος κινεί τα νήματα του εμπορίου των ναρκωτικών σε ολόκληρη την περιοχή.

Η πληροφορία, όμως, ότι ο τελευταίος κρύβεται μαζί με όλα του τα χρήματα σε μια βίλα βαθιά χωμένη στο τροπικό δάσος κι η συνειδητοποίηση ότι δεν έχει καμία ελπίδα να τον συλλάβει λόγω της διαφθοράς στη χώρα θα οδηγήσουν τον Σαντιάγκο στην απόφαση να οργανώσει μαζί με τους παλιούς φίλους και συναδέλφους του από τις ένοπλες δυνάμεις τη διάρρηξη στη βίλα τόσο ως μέσο εκδίκησης, όσο κι ως μια άπαξ διά παντός επίλυση του βιοποριστικού προβλήματος του ίδιου, αλλά και όλης της παρέας. Για να το επιτύχει αυτό θα πρέπει φυσικά να πείσει τα υπόλοιπα μέλη της πεντάδας και να κάμψει την (όχι πολύ σθεναρή είναι αλήθεια) αντίστασή τους, αφού και οι τέσσερις αντιμετωπίζουν τα δικά τους οικονομικά και προσωπικά προβλήματα μετά την έξοδο τους από το στρατό, τα οποία παρουσιάζονται συνοπτικά και νοικοκυρεμένα για να δικαιολογήσουν τη συμμετοχή όλων στον κόλπο.

Κι ενώ οι ηθικοί ενδοιασμοί υποχωρούν με την ίδια επιδερμικότητα με την οποία γίνονται υπαινιγμοί τόσο για τη συμμετοχή και την εμπλοκή τέως αμερικανών στρατιωτών σε (παρα)κρατικές δραστηριότητες εκτός συνόρων όσο και για την αχαριστία της μαμάς πατρίδας που πετά στον κάλαθο των αχρήστων τις φονικές μηχανές που η ίδια παράγει (στοιχεία που αναμφίβολα η Κάθριν Μπίγκελοου θα είχε απογειώσει), η παρέα εκτελεί με χαρακτηριστική ευκολία και χωρίς ίχνος αγωνίας τη ληστεία, για να διαπιστώσει ότι τελικά η μπάζα ήταν πολύ μεγαλύτερη απ’ όσο ονειρευόταν. Τότε η απληστία και η πλεονεξία θα σημάνουν την αντίστροφη μέτρηση προς το ναυάγιο του σχεδίου και η απόπειρα διαφυγής και σωτηρίας θα μετατρέψει αυτό το μέχρι εκείνη τη στιγμή heist movie σε μια περιπέτεια επιβίωσης στο επιβλητικό και άγριο φυσικό τοπίο.

Triple Frontier 424

Τα εντυπωσιακά εξωτερικά γυρίσματα αποδεικνύουν για άλλη μια φορά μετά το «Oλα Χάθηκαν» τη σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Τσάντορ στην κινηματογράφηση των στοιχείων της φύσης ως μια διαρκή απειλή, η υπόλοιπη, όμως ταινία του αναλώνεται σε προβλέψιμα διλήμματα και συγκρούσεις, που αναπαράγουν τα κλισέ ενός είδους που υπηρετείται με παλιομοδίτικη συνέπεια. Κι ενώ υπάρχει κάτι αναμφίβολα ρομαντικό στο bromance και στην ανιδιοτελή μέσα σε ένα αμοραλιστικό περιβάλλον φιλία ανάμεσα σε όλους τους ήρωες, αυτοί καταλήγουν μονοδιάστατοι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των πρωταγωνιστών να μεταδώσουν κάτι πιο ουσιαστικό στους χαρακτήρες που ενσαρκώνουν, ο καθένας στο μέτρο των υποκριτικών του δυνατοτήτων.

Αλλά ίσως όλα αυτά να είναι τελικά λεπτομέρειες μπροστά σε ένα θέαμα που ουσιαστικά ποτέ δεν απογοητεύει ή προσβάλλει τον θεατή, παρά μόνο ετεροχρονεί αφελώς κόντρα σε μια πιο υποψιασμένη και ειρωνική εποχή. Oταν μάλιστα πέσουν οι τίτλοι τέλους, όσοι είναι πάνω από τριάντα χρονών θα νοσταλγήσουν σχεδόν την εποχή που μετά από μια τέτοια ταινία θα γύριζαν πίσω τη βιντεοκασέτα.