Δεν είναι πολλές οι σύγχρονες ευρωπαϊκές ταινίες που καταφέρνουν να αποκτήσουν ζωή πολύ πέρα από τα σύνορα της χώρας τους. Οι «Γείτονες από Πάνω» του Σεσκ Γκέι ανήκει σε αυτή τη μικρή κατηγορία. Βασισμένο στο θεατρικό έργο του ίδιου δημιουργού, «Los Vecinos de Arriba», η ταινία του 2020 απέδειξε ότι μια φαινομενικά απλή βραδιά ανάμεσα σε δύο ζευγάρια μπορεί να μετατραπεί σε ένα απολαυστικό πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στις επιθυμίες, στις ανασφάλειες και στις κοινωνικές συμβάσεις που συνοδεύουν κάθε μακροχρόνια σχέση. Η επιτυχία του δεν περιορίστηκε στην Ισπανία, καθώς η ιστορία γνώρισε διαδοχικές θεατρικές και κινηματογραφικές διασκευές σε διάφορες χώρες, επιβεβαιώνοντας πως οι προβληματισμοί της είναι βαθιά οικουμενικοί.
Ο Τζο και η Αντζελα δεν συνηθίζουν να έχουν κόσμο στο σπίτι. Απόψε, οι μυστηριώδεις γείτονές τους από τον πάνω όροφο κατεβαίνουν για δείπνο. Αυτό που ακολουθεί είναι μια βραδιά γεμάτη απρόσμενες ανατροπές, που φέρνει στην επιφάνεια βαθιά καταπιεσμένα συναισθήματα και ανεξερεύνητες πλευρές της σεξουαλικότητας.
Η Ολίβια Γουάιλντ αντιμετωπίζει το αρχικό υλικό με σεβασμό, μένοντας σχεδόν πιστή στην ταινία του Σεσκ Γκέι. Ο βασικός αφηγηματικός κορμός, οι περισσότεροι δραματουργικοί άξονες και μεγάλο μέρος των σκηνών παραμένουν αναλλοίωτα, με τις ουσιαστικότερες διαφοροποιήσεις να αφορούν κυρίως το πιο αισιόδοξο και συναισθηματικά διαφορετικό φινάλε. Εκεί όπου η ταινία της Γουάιλντ αποκτά πραγματικά τη δική του προσωπικότητα είναι στον τρόπο που προσαρμόζει τους διαλόγους στο αμερικανικό κοινό. Το σενάριο εμπλουτίζει το πρωτότυπο με πιο κοφτερές ατάκες, σαφώς πιο αποτελεσματικό κωμικό timing και μια φυσικότητα που κάνει το χιούμορ να προκύπτει αβίαστα μέσα από τις προσωπικότητες των ηρώων και όχι ως μια διαδοχή ευφυολογημάτων. Ετσι, χωρίς να αλλοιώνει την ουσία του πρωτότυπου έργου, η Γουάιλντ καταφέρνει να του προσδώσει έναν πιο ανάλαφρο, ζωντανό και κινηματογραφικό ρυθμό, διατηρώντας παράλληλα άθικτη τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην κωμωδία και στο υπόγειο δράμα που χαρακτηρίζει την ιστορία.
Εκεί όπου η ταινία ξεχωρίζει περισσότερο είναι στον τρόπο με τον οποίο η Γουάιλντ αντιμετωπίζει τον χώρο. Το σπίτι των πρωταγωνιστών δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό αλλά ως προέκταση της σχέσης τους. Οι διάδρομοι μοιάζουν στενότεροι όσο η ένταση μεγαλώνει, τα δωμάτια δείχνουν να περιορίζουν τις κινήσεις των χαρακτήρων και τα προσεκτικά κάδρα δημιουργούν διαρκώς την αίσθηση ότι οι ήρωες βρίσκονται εγκλωβισμένοι μέσα σε μια καθημερινότητα από την οποία αδυνατούν να αποδράσουν. Η κάμερα παρατηρεί διακριτικά μέσα από την ασφυκτική γεωμετρία του σπιτιού που αντικατοπτρίζει ιδανικά μια σχέση που έχει εγκλωβιστεί στις συνήθειες και στον συντηρητισμό της.
Το σενάριο του Γουίλ ΜακΚόρμακ και της Ρασίντα Τζόουνς δεν στηρίζεται σε μεγάλες ανατροπές αλλά στην αργή απογύμνωση των χαρακτήρων. Από τη στιγμή που ο Χοκ και η Πίνα περνούν το κατώφλι του διαμερίσματος, κάθε κουβέντα, κάθε αμήχανη παύση και κάθε φαινομενικά αθώα παρατήρηση μετατοπίζει ανεπαίσθητα τις ισορροπίες ανάμεσα στα δύο ζευγάρια. Η συζήτηση ξεκινά από την καθημερινότητα, περνά στις διαφορετικές αντιλήψεις τους για τη συμβίωση και καταλήγει να αγγίζει με ειλικρίνεια ζητήματα όπως η επιθυμία, η μονογαμία και η συναισθηματική φθορά που αφήνει πίσω της η ρουτίνα. Το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι η ένταση δεν γεννιέται από κάποια θεαματική αποκάλυψη, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο οι ήρωες αφήνουν σιγά σιγά τις άμυνές τους να καταρρεύσουν, επιτρέποντας στους διαλόγους να εξελιχθούν στο πραγματικό πεδίο δράσης της ταινίας.
Σε αυτή την αίσθηση συμβάλλει καθοριστικά το μοντάζ του Γιώργου Μαυροψαρίδη, το οποίο διατηρεί έναν εξαιρετικά σφιχτό ρυθμό χωρίς να βιάζεται να οδηγήσει την ιστορία στις κορυφώσεις της. Οι εναλλαγές ανάμεσα στα πρόσωπα γίνονται με ακρίβεια, οι μικρές παύσεις παραμένουν όσο χρειάζεται ώστε να γεννήσουν αμηχανία και κάθε κόψιμο μοιάζει να εξυπηρετεί την ψυχολογία των χαρακτήρων αντί για την επίδειξη τεχνικής δεξιοτεχνίας. Είναι από εκείνες τις δουλειές στο μοντάζ που δύσκολα γίνονται αντιληπτές με την πρώτη ματιά, ακριβώς επειδή λειτουργούν τόσο οργανικά.
Το ίδιο ισορροπημένες είναι και οι ερμηνείες των τεσσάρων πρωταγωνιστών. Ο Σεθ Ρόγκεν αφήνει στην άκρη την εξωστρεφή κωμική του περσόνα και αποδίδει με πειστικότητα έναν άνδρα που συνειδητοποιεί ότι η σχέση του έχει παγιδευτεί στη ρουτίνα. Η Ολίβια Γουάιλντ, μπροστά από την κάμερα, μεταφέρει με φυσικότητα την εσωτερική κόπωση μιας γυναίκας που αναζητά ξανά τον αυθορμητισμό της, ενώ η Πενέλοπε Κρουζ προσθέτει γοητεία και μια διαρκή αίσθηση απρόβλεπτου σε κάθε της εμφάνιση. Ο Εντουαρντ Νόρτον αποδεικνύεται ίσως ο πιο πολυεπίπεδος του συνόλου και ιδιαίτερα στη σκηνή όπου ο χαρακτήρας του αφήνει για πρώτη φορά να καταρρεύσει η επίπλαστη αυτοπεποίθησή του, χαρίζοντας στην ταινία μία από τις πιο ουσιαστικές συναισθηματικές κορυφώσεις.
Η «Πρόσκληση» δεν αξιοποιεί πάντοτε όλες τις ιδέες που ανοίγει και σε ορισμένα σημεία προτιμά να κινηθεί σε πιο ασφαλή μονοπάτια αντί να φτάσει μέχρι τις πιο άβολες συνέπειες των θεμάτων που θίγει. Ωστόσο, η ώριμη σκηνοθετική προσέγγιση της Ολίβια Γουάιλντ, η προσεγμένη κινηματογράφηση, το αόρατα αποτελεσματικό μοντάζ του Γιώργου Μαυροψαρίδη και οι τέσσερις απολύτως δεμένες ερμηνείες μετατρέπουν μια γνώριμη ιστορία σε ένα έργο που παρακολουθείται με αμείωτο ενδιαφέρον.
Μπορεί να μην ανανεώνει ριζικά το είδος ούτε να εξελίσσει πλήρως όλες τις αφηγηματικές του δυνατότητες, όμως καταφέρνει να υπενθυμίσει ότι οι πιο ενδιαφέρουσες συγκρούσεις δεν γεννιούνται πάντα από θεαματικά γεγονότα αλλά από όσα μένουν ανείπωτα ανάμεσα σε δύο ανθρώπους που εξακολουθούν να μοιράζονται το ίδιο σπίτι, χωρίς να είναι βέβαιο ότι μοιράζονται και την ίδια ζωή.

