Ενα κινηματογραφικό συνεργείο κάνει ένα ντοκιμαντέρ για μια έκρηξη με 67 νεκρούς στα Β΄ ΚΑΠΗ Αλίμου. Το μυστήριο είναι πυκνό, οι μάρτυρες δεν είναι ακριβώς αξιόπιστοι και μια ιστορία από το παρελθόν έρχεται να ρίξει φως σε μια ομολογουμένως σκοτεινή υπόθεση.
Με ερασιτεχνικό (μέχρι και σε σημείο του άτεχνου) θράσος, μια χιουμοριστική (μέχρι όμως και τα όρια του… σχολικού αστείου) διάθεση αναρχίας και με έντονη την αναμόχλευση (αναίτια συχνά, να ειπωθεί αυτό) queer στερεοτύπων, το πρώτο μεγάλου μήκους φιλμ του ηθοποιού και σκηνοθέτη Αθανάσιου Τόμμυ Σκλάβου στέκεται σαν μια πραγματικά ανεξάρτητη παραγωγή με δημοτικό - τοπικό (!) χαρακτήρα που, το νιώθεις, ότι θέλει να μην περιοριστεί ούτε από το μηδαμινό του budget, ούτε από την ανύπαρκτη διεύθυνση ηθοποιών, ούτε καν από το άνευ της οποιαδήποτε κινηματογραφικής ταυτότητας που το κατατρέχει.
Κάπου εκεί - στο όριο του ψευδόντοκιμαντέρ (είναι αλήθεια ότι για ώρα πιστεύεις πως πρόκειται για μια αληθινή ιστορία που απλά δεν έμαθες ποτέ) και μιας ταινίας που θέλει καταφανώς να καυτηριάσει ελληνικές παθογένειες (ανάμεσα σε αυτές και το ελάχιστα κινηματογραφημένο θέμα της τρίτης ηλικίας), ενός τελικά φιλμικού ανεκδότου και όμως μιας ιστορίας που κρύβει μέσα της και σεναριακό, (ενίοτε) σκηνοθετικό ταλέντο αλλά κυρίως μια queer αυθάδεια, η «Μεγάλη Σφαγή των Β’ ΚΑΠΗ Αλίμου» παρακολουθείται μόνο ως σχέδιο για μια ταινία που θα ήθελες πολύ να δεις και να απολαύσεις για να αναγνωρίσεις το πάθος με το οποίο είναι φτιαγμένη.
Την ίδια στιγμή όμως δεν μπορείς να αγνοήσεις πως η συνολική «εμπειρία» παραμένει λειψή, πως ο αστεϊσμός υπερισχύει της κινηματογραφικής σάτιρας, το λοκάλ κουλέρ βοηθάει μόνο «τοπικές» προβολές ανάμεσα σε συμμετέχοντες στην ταινία και το πραγματικό αίτημα (αν υπάρχει κάτι τέτοιο) δεν είναι σίγουρα αυτό για δικαιοσύνη, αλλά για «επαναληπτικά γυρίσματα τώρα».

