Ο Ερβιν Ρίντενσναϊντερ, γνωστός στην πιάτσα με το παρατσούκλι «Ντοκ» («Δόκτωρας») γιατί είναι ο διαβόητος εγκέφαλος πίσω από τις πιο μεγάλες κομπίνες και ληστείες, μόλις αποφυλακίστηκε. Με τη βαλίτσα στο χέρι εμφανίζεται στη γιάφκα του «μπουκ» της γειτονιάς - ο Κόμπι κλείνει τα παράνομα στοιχήματα στον ιππόδρομο, αυτός στήνει τραπέζια τζόγου, αυτός επιστατεί του τοπικού υπόκοσμου για άλλες μικροαπάτες. Ο Ντοκ έχει σχεδιάσει το επόμενο μεγάλο κόλπο, μία ριφιφί ληστεία μεγάλου κοσμηματοπωλείου με λάφυρα διαμάντια αξίας 1 εκατομμυρίου, αλλά για να το εκτελέσει χρειάζεται χρηματοδότη. Ο Κόμπι πρέπει να τον φέρει σε επαφή με τον αόρατο άρχοντα του εγκλήματος, τον κατά κόσμο ευυπόληπτο δικηγόρο Λον Εμερικ, ο οποίος όμως μυστικά κινεί τα νήματα, χρηματοδοτώντας βρόμικες δουλειές. Ο Εμερικ δέχεται με ενθουσιασμό, κάτι που βάζει τον Ντοκ σε υποψίες. Υπάρχει η φήμη ότι, πίσω από τη βιτρίνα, είναι άφραγκος - η Άντζελα, η ξανθιά πιτσιρίκα ερωμένη του τα έχει μασήσει όλα.

Ο χρηματοδότης όμως είναι άνθρωπος κλειδί για να πληρωθούν τρία ακόμα άτομα που απαιτούνται για να εκτελεστεί σωστά το σχέδιο: ένας δεξιοτέχνης στο να ανοίγει με νιτρογλυκερίνη και τα πιο δύσκολα χρηματοκιβώτια, ο οδηγός του αυτοκινήτου που θα τους φυγαδεύσει με τα λάφυρα, κι ένας μπουκαδόρος - ο μπράβος που οπλοφορεί και θα καθαρίσει αν κάτι πάει στραβά. Γιατί, πάντα, κάτι πάει στραβά. 

Αυτό φαίνεται να αγνοεί ο Ντιξ, ένα «σκληρό» πρωτοπαλίκαρο με βρώμικα χέρια και καθαρό κούτελο (πάντα πληρώνει στον Κόμπι τα χρέη του) που δέχεται να πάρει μέρος στο σχέδιο γιατί έχει ένα όνειρο: να δραπετεύσει από τη βρομιά των κακόφημων δρόμων, αυτή τη ζούγκλα της μεγαλούπολης, και να γυρίσει πίσω στο χωριό του - να αγοράσει ξανά τη φάρμα που έχασε η οικογένεια του, όταν πέθανε ο πατέρας του. Ειρωνικά, για αυτό παίζει και ξαναπαίζει στον ιππόδρομο: για να επιστρέψει στα άλογα του.

Το κόλπο θα εκτελεστεί με την ακρίβεια ελβετικού ρολογιού, αλλά ο Ντοκ είχε δίκιο που ανησυχούσε: κάτι θα πάει πολύ στραβά. Και το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι. Τι διπλή προδοσία είχε στήσει ο άπληστος Εμερικ και πώς μπορούν τα μέλη της συμμορίας να διασωθούν, χωρίς να χάσουν την μεγάλη μπάζα;

Ο Τζον Χιούστον («Το Γεράκι της Μάλτας», «Key Largo», «Ο Θησαυρός της Σιέρα Μάντρε») μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη το ομότιτλο pulp μυθιστόρημα του Γ. Ρ. Μπέρνετ και, διευρύνοντας τα όρια του φιλμ νουάρ, θεμελιώνει ουσιαστικά το σύγχρονο heist movie: η ομάδα των κακοποιών, ο ιδιοφυής εγκέφαλος, η σχολαστικά σχεδιασμένη ληστεία και η μοιραία κατάρρευση του σχεδίου γίνονται το καλούπι που θα αντιγράψουν αμέτρητες επόμενες ταινίες - από το «Ριφιφί» και το «The Killing», μέχρι το «Heat» και το «The Town». Και σίγουρα, η περίφημη ενδεκάλεπτη ληστεία του κοσμηματοπωλείου, με το σχολαστικά σχεδιασμένο χάρτη των υπονόμων, την επιδέξια αποφυγή των ηλεκτρονικών συστημάτων ασφαλείας, την ελεγχόμενη έκρηξη για την παραβίαση του χρηματοκιβωτίου, ανατίναξε και το μυαλό των μετέπειτα δημιουργών - έγινε το modus operandi του κινηματογραφικού είδους.

Ομως, «Η Ζούγκλα της Ασφάλτου» δεν αγγίζει το αριστούργημα για την έξυπνη σύλληψη κι εκτέλεση του μεγάλου κόλπου της πλοκής της. Οσο για τον τρόπο που σκιαγραφεί έναν ολόκληρο κόσμο - μέσα από το αποτύπωμα μιας πόλης και τη λεπτομερή ψυχογράφηση των χαρακτήρων της. Άλλωστε βρισκόμαστε στην κατεστραμμένη, μεταπολεμική Αμερική - το καύσιμο που κινεί τους ανθρώπους είναι η απόγνωση και η απληστία. Η ελπίδα ενός απατηλού αμερικανικού ονείρου που επιβιώνει μέσα από τα χαλάσματα του πολέμου - εύκολο, άμεσο χρήμα για να επουλωθεί το νωπό τραύμα . 
Επηρεασμένος από το ρεύμα του ιταλικού νεορεαλισμού, αλλά και στοιχεία της φόρμας του γερμανικού εξπρεσιονισμού (με τον τρόπο που το Χόλιγουντ τον εφήρμοσε σε ταινίες όπως ο «Πολίτης Κέιν»), ο Χιούστον επιχειρεί έναν εντυπωσιακό συνδυασμό: ξεφεύγει από τα γυαλιστερά σκηνικά των στούντιο και βρίσκει ρεαλιστικά location στους βρώμικους πίσω δρόμους του Σινσινάτι, αλλά παράλληλα καθοδηγεί τον DP του Χάρολντ Ρόσοντ να φωτοσκιάσει μαγικά τους σκουπιδότοπους, τα σκοτεινά σοκάκια και τα ημιφωτισμένα διαμερίσματα των παρανόμων. Οπως και τον συνθέτη Μίκλος Ρόζα να παίξει με τις χορδές του θεατή με αυτό το διάσημο πλέον στοιχειωμένο μουσικό σκορ.

Στις ρωγμές του σεναρίου του (το οποίο συνυπογράφει με τον Μπεν Μάντοου) και στην καρδιά του φακού του όμως είναι πάντα οι άνθρωποι και οι ιστορίες τους. Αυτοί κινούν το αληθινό δράμα, το πραγματικό σασπένς. Ο Χιούστον βουτά στον υπόκοσμο, αλλά δεν τον κρίνει. Αντίθετα με το βιβλίο, ήρωες δεν είναι οι αστυνομικοί (αντιθέτως υπονοεί ότι εκεί κρύβεται η μεγαλύτερη διαφθορά). Τον ενδιαφέρουν οι αντιήρωες - ψάχνει τις τους έχει οδηγήσει εκεί, δείχνει κατανόηση, ενσυναίσθηση. Ο Ντιξ έχει μία παιδική αθωότητα κι ένα ρομαντικό στόχο, ο «κλειδαράς» Λούις ένα άρρωστο παιδί, ο Ντοκ αδυναμία στις γυναίκες που ποτέ δεν του έδιναν σημασία, ο Γκας φροντίζει τρυφερά τις γάτες της γειτονιάς, ο Εμερικ γερνάει και το ξέρει. Αλλά και οι γυναίκες αυτού του νουάρ κόσμου δεν είναι femmes fatales. Η καμπαρετζού Ντολ έχει μια φινετσάτη ευγένεια, χρυσή καρδιά κι έναν ανομολόγητο έρωτα για τον Ντιξ. Η ερωμένη Άντζελα (από τις πρώτες εμφανίσεις της Μέριλιν Μονρό στο πανί) είναι ακόμα «παιδί» - έτσι την αποκαλεί κι Εμερικ. Ολοι προσπαθούν να ξεφύγουν από τη δυστυχία τους, αλλά τα πόδια τους είναι κολλημένα στην πίσσα της ασφάλτου. 


Η πόλη είναι η κρυφή πρωταγωνίστρια της ταινίας - αυτή είναι η ταινία που άλλαξε πώς κοιτάμε, πώς αισθανόμαστε τις πόλεις στο σινεμά. Δεν αναφέρεται πουθενά που ακριβώς διαδραματίζεται αυτή η ιστορία, γιατί δεν έχει σημασία. Ο Χιούστον έχει χτυπήσει φλέβα σε κάτι μεγαλύτερο από γεωγραφικά όρια: την ανθρώπινη συνθήκη που ωθείται στη ζούγκλα των μεγαλουπόλεων με μεγάλες αποσκευές και ακόμα μεγαλύτερα σχέδια. Τίποτα καλό όμως δεν μπορεί να βγει από αυτό. Ο δρόμος προς το όνειρο είναι βρώμικος, η άσφαλτος είναι στρωμένη από πτώματα. Δυστυχώς, ακόμη κι όταν κάποιος επιχειρεί να κινηθεί αντίθετα, να χαράξει πορεία προς την παιδική αθωότητα, δεν υπάρχει επιστροφή.