Το υπέροχο με τις μεταφορές των μυθιστορημάτων του Καζούο Ισιγκούρο στον κινηματογράφο («Τα Απομεινάρια μιας Μέρας», «Never Let me Go», «Living» σε δικό του σενάριο), είναι ότι συνδυάζουν μια κομψότητα, φινέτσα, φιλικότητα, με μια αίσθηση μελαγχολίας, σκοταδιού, ματαιότητας, με τρόπο πάντα σαγηνευτικό. Αυτή τη φορά, βασισμένη στο πρώτο του μυθιστόρημα, εκείνο που αποτυπώνει τη δική του βρετανο-ιαπωνική καταγωγή, η ταινία εστιάζει περισσότερο στην αισθητική και την οικογενειακή ιστορία, ενώ ό,τι αυτά εσωκλείουν, περισσότερο περιγράφεται με λόγια παρά μεταφέρεται συναισθηματικά, καταλήγοντας σε μια πολύ όμορφη αλλά μάλλον επιφανειακή ταινία για κάτι πάρα πολύ βαθύ που ακόμα αγνοείται.
Η αφήγηση γίνεται σε δύο χρόνους. Στην Αγγλία του 1982, η Νίκι επισκέπτεται τη μητέρα της, Ετσουκο, στο οικογενειακό τους σπίτι που πρόκειται να πουληθεί. Ο πατέρας δεν υπάρχει πια, το ίδιο και η ετεροθαλής αδελφή, η Κέικο, που πρόσφατα αυτοκτόνησε, γεμίζοντας το ζωισμένο σπίτι με ακόμα περισσότερες, πικρότερες αναμνήσεις. Η Νίκι, φέρελπις δημοσιογράφος, ζητά από την Ιαπωνίδα μητέρα της, να της περιγράψει τη ζωή της πριν έρθει στην Αγγλία. Αυτός είναι ο δεύτερος χρόνος αφήγησης, ένα φλας μπακ στο Ναγκασάκι του '50, μια πόλη που προσπαθεί να ορθοποδήσει, να γιατρέψει το τραύμα της ατομικής βόμβας ενώ τα σημάδια της είναι ακόμα τόσο εμφανή στο δέρμα και στην ψυχή. Εκεί η Ετσουκο είναι νεαρή σύζυγος και έγκυος στο πρώτο της παιδί, παντρεμένη με έναν εργασιομανή, μάλλον αδιάφορο και καταπιεσμένο άντρα. Η φιλία της με μια γειτόνισσα, την όμορφη Σάτσικο, πιο δυναμική και πιο σκληρή, που ονειρεύεται να ζήσει στην Αμερική, της ανοίγει όχι μόνο τη διάθεση, αλλά και τους ορίζοντες.
Δείτε εδώ όλες τις νέες ταινίες της εβδομάδας.
Τα νοήματα της ιστορίας γίνονται εμφανή, ο διχασμός δύο γενεών, εκείνης που οδήγησε την Ιαπωνία στον πόλεμο κι εκείνης που προσπαθεί ν' απελευθερωθεί από το παρελθόν και να ζήσει στον σύγχρονο κόσμο, κυρίως η ενοχή της ευτυχίας, η αυταπάτη. Εάν, όμως, η ταινία βασίζεται πάνω σ' αυτά και τούς δίνει αφορμές να εμφανιστούν, προχωρά τόσο αργά, με τόσο βάρος στα περιποιημένα της πλάνα, που το δράμα χάνεται, μαζί και το μυστήριο και οι αγαπημένες του Ισιγκούρο γκρίζες ζώνες των συναισθημάτων των ηρώων.»
Ο Κέι Ισικάουα δεν κρύβει τις επιρροές του από τον Οζου, μάλιστα η μαρκίζα ενός σινεμά που παίζει «The Flavour of Green Tea Over Rice» τις επιβεβαιώνει - το ίδιο και τα μαγικά μεσαία πλάνα της ηρωίδας με καταπληκτικούς, φλεγόμενους ουρανούς (φωτογράφος ο Πιοτρ Νιεμίσκι. Το κάθε κάδρο είναι μερακλίδικα στημένο, ροματνικά φωτισμένο, με γεωμετρική ισορροπία, τα πρόσωπα γλυκά και όμορφα, με εμφανή τη λατρεία των μικρών στοιχείων, της λεπτομέρειας, της θέας από το παράθυρο, του σούρουπου, του γεμάτου άφατα βλέμματος. Ολόγυρα από κάθε τακτοποιημένο σπίτι, βέβαια, παραμονεύει ο κίνδυνος του θανάτου, είτε από τα κατάλοιπα της ραδιενέργειας, είτε από τα φαντάσματα μιας ζωής που διακόπηκε βίαια και τραγικά.
Τα νοήματα της ιστορίας γίνονται εμφανή, ο διχασμός δύο γενεών, εκείνης που οδήγησε την Ιαπωνία στον πόλεμο κι εκείνης που προσπαθεί ν' απελευθερωθεί από το παρελθόν και να ζήσει στον σύγχρονο κόσμο, κυρίως η ενοχή της ευτυχίας, η αυταπάτη. Εάν, όμως, η ταινία βασίζεται πάνω σ' αυτά και τούς δίνει αφορμές να εμφανιστούν, προχωρά τόσο αργά, με τόσο βάρος στα περιποιημένα της πλάνα, που το δράμα χάνεται, μαζί και το μυστήριο και οι αγαπημένες του Ισιγκούρο γκρίζες ζώνες των συναισθημάτων των ηρώων. Οσο για το τουιστ του φινάλε, αντίθετα με το πολυεπίπεδο κείμενο, μοιάζει βιαστικό και φλατ, αντί για υπαινικτικό και γι' αυτό σαρωτικό.

