Ηταν 2004 όταν ο Ολιβερ Στόουν, σε μια επίσκεψη του στην Τουρκία, παραδέχτηκε πως υπήρξε κάπως υπερβολικός όσον αφορά τη δραματοποίηση του τουρκικού σωφρονιστικού συστήματος αλλά και γενικότερα των Τούρκων όταν έγραφε το σενάριο του «Εξπρές του Μεσονυκτίου» βασισμένος στα απομνημονεύματα του Μπίλι Χέις. Παραδέχτηκε, αλλά όχι τελείως: «Αλλά η πραγματικότητα στις τουρκικές φυλακές εκείνη την εποχή ήταν κάτι που είχε καταγγελθεί από διαφορετικές ενώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων». Οπως αποκάλυψε, για χρόνια φοβόταν να επισκεφθεί την Τουρκία, πιστεύοντας πως το μένος των Τούρκων για την ταινία που δυσφήμησε τη χώρα τους όσο τίποτα στην σύγχρονη ιστορία, θα στρεφόταν εναντίον του και έτσι δεν αισθανόταν ασφαλής. Η «συγγνώμη» καταλάγιασε κάπως το «μίσος» μιας ολόκληρης χώρας και κοινοτήτων Τούρκων σε όλον τον κόσμο, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να αναιρέσει την επίδραση που είχε η ταινία του Αλαν Πάρκερ - προφανώς εξαιτίας της τεράστιας επιτυχίας της - στην κακή φήμη της Τουρκίας ανά τις δεκαετίες.
Είναι αυτό το μεγαλύτερο πρόβλημα του «Εξπρές του Μεσονυκτίου», της ταινίας που αφηγείται την ιστορία του Μπίλι Χέις, ενός Αμερικάνου που συλλαμβάνεται στο αεροδρόμιο της Κωνσταντινούπολης για εμπόριο κάνναβης, της κόλασης που έζησε μέσα στη φυλακή μέχρι και την απόδρασή του;
Η ευθαρσώς δηλαδή ρατσιστική απεικόνιση του σωφρονιστικού συστήματος της Τουρκίας αλλά και των ίδιων των Τούρκων (κατάλοιπο του «πολέμου κατά των ναρκωτικών» που είχε κήρυξει ο Νίξον στις αρχές της δεκαετίας του ’70, δαιμονοποιώντας την Τουρκία ως τη νούμερο ένα χώρα εισαγωγής ναρκωτικών στις ΗΠΑ) που δεν «σώζεται» ακόμη και αν τόσο ο Ολιβερ Στόουν όσο και ο Αλαν Πάρκερ υποστήριξαν πολλές φορές στο παρελθόν πως σημασία είχε η κατάδειξη ενός απάνθρωπου συστήματος που θα μπορούσε να είναι οπουδήποτε στον κόσμο;
Η μήπως το μεγαλύτερο πρόβλημα της ταινίας είναι ο τρόπος με τον οποίο μια αληθινή ιστορία μεταφέρθηκε στο σινεμά ως μια ιδιαιτέρως χειριστική εκδοχή πλοκής φτιαγμένη για να «αθωώσει» εκ προοιμίου τον ένοχο Αμερικανό και να «καταδικάσει» ερήμην μια ολόκληρη χώρα, χάνοντας στην πραγματικότητα την ουσία μιας ιστορίας εγκλεισμού που θα μπορούσε να λειτουργήσει κινηματογραφικά και συναρπαστικά ως μια ωδή στην διαρκή ατελέσφορη συναλλαγή ανάμεσα στο έγκλημα και την τιμωρία;
Μισό αιώνα μετά την έξοδο του στις αίθουσες που ακολούθησε την πρεμιέρα του στις Κάννες και ακολουθήθηκε από τα δύο Οσκαρ - αυτό του, ειρωνικά, διασκευασμένου σεναρίου για τον Ολιβερ Στόουν και του αριστουργηματικού ηλεκτρονικού σκορ του Τζιόρτζιο Μορόντερ (το 8λεπτο «Chase» αλλά και το ομότιτλο θέμα είναι πιο ανατριχιαστικά από ολόκληρη την ταινία), το «Εξπρές του Μεσονυκτίου» φέρει τη σφραγίδα του κλασικού κυρίως επειδή έρχεται με τη φόρα μιας τεράστιας εμπορικής επιτυχίας της εποχής και μιας ταινίας - συζήτησης που μονοπώλησε στην εποχή της, προκαλώντας το γενικό αίσθημα με τη βία και την υπερβολή της.
Οφείλει κανείς εδώ να προσθέσει και το ταλέντο του Αλαν Πάρκερ που στην πραγματικότητα μετατρέπει ένα b-movie φυλακών σε ένα έπος επιβίωσης, μεγαλοποιώντας και μελοδραματοποιώντας όχι μόνο τις σκηνές των βασανιστηρίων (και της... αδικίας) αλλά και μια σειρά από πιο «τρυφέρες» σκηνές όπως αυτές ανάμεσα στους κρατουμένους ή αυτή τη διάσημη με το γυμνό στήθος της κοπέλας του ήρωα στο επισκεπτήριο. Ακολουθώντας ένα σενάριο που χτίζει και χτίζεται πάνω σε σκηνές που σε σύνθεση ολοκληρώνουν μια άκρως επιτηδευμένη αλυσίδα από εικόνες που ξεγελούν ως ρεαλιστικές αλλά στην πραγματικότητα είναι στημένες για να σε κάνουν να συμπονέσεις ακόμη περισσότερο τον ήρωα, ο Πάρκερ προσπαθεί να συγκρατήσει ένα οικοδόμημα που ξεφεύγει από τον έλεγχο (συχνά ερμηνευτικά και από τον ίδιο τον στιβαρό Μπραντ Ντέιβις) όταν καταγγέλει, παραμένοντας πιο «ποιητικό» και συγκριτικά πιο λειτουργικό ακόμη και ως καταγγελία στις πιο ήσυχες στιγμές του.
Το «Εξπρές του Μεσονυκτίου» όμως είναι περισσότερο μια ταινία του Ολιβερ Στόουν. Στην πραγματικότητα ήταν και η πρώτη του σημαντική στιγμή σε μια καριέρα που θα ισορροπούσε συχνά και με όχι πάντα ζηλευτό τρόπο ανάμεσα στον ρεαλισμό, την καταγγελία, τη χειραγώγηση και το entertainment. H φαινομενικά ενδιαφέρουσα πρόθεση του να καθηλώσει με μια ταινία που λειτουργεί ταυτόχρονα ως περιπέτεια και ως καταγγελία, προδίδεται από τους υψηλούς τόνους «αμερικανιάς» με τους οποίους αναλώνεται κάθε δράση, από χάρτινους χαρακτήρες (στους οποίους δίνουν ζωή με αξιοθαύμαστο τρόπο κυρίως ο Τζον Χερτ και ο υπέροχος Ράντι Κουέιντ στους ρόλους των συγκρατουμένων του Χέις) και από τη σε σημεία φτηνής συναισθηματικής εκμετάλλευσης κατάρρευση του πρωταγωνιστή του στα γρανάζια ενός «τέρατος» που τον αδικεί κατάφωρα, κακοποιεί, βιάζει, καταπίνει.
Εξι χρόνια μετά το «συγγνώμη» του Ολιβερ Στόουν, to 2010, o Μπίλι Χέις θα έλεγε τη δική του εκδοχή των γεγονότων σε ένα επεισόδιο του «Locked Up Abroad», μιας σειράς ντοκιμαντέρ του National Geographic. Οι ελευθερίες που πήρε ο Ολιβερ Στόουν, όλες προς την κατεύθυνση της ακόμη περισσότερης βίας και φρίκης, δεν ήταν αυτό που έζησε ο Χέις - ο οποίος παραδέχτηκε ότι δεν βιάστηκε ποτέ στη φυλακή αλλά διατηρούσε συναινετικό δεσμό με έναν από τους συγκρατούμενους του. Δεν αρνήθηκε, ωστόσο, ποτέ τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης και τον αγώνα του για ελευθερία που τελικά του χάρισε μια τεράστια υστεροφημία, χρήματα, σίκουελς των βιβλίων του και ταξίδια σε όλον τον κόσμο.
Ο Χέις γύρισε στην Τουρκία για πρώτη φορά το 2007 μετά από χρόνια απαγόρευσης εισόδου στη χώρα. Παραδέχτηκε πως «η ταινία δεν ήταν αυτή που άξιζε στους Τούρκους».
Το «Εξπρές του Μεσονυκτίου», μετά από δεκαετίες απαγόρευσης, προβλήθηκε πρώτη φορά το 1992 στην Τουρκία από ένα ιδιωτικό κανάλι. Ηδη τότε, τριάντα περίπου χρόνια πριν, έμοιαζε ήδη με μια ξεπερασμένη ταινία, δικαιολογημένα διάσημη μέσα στα χρόνια, ακόμη αλλά και κυρίως, όπως τότε όπως και τώρα, για τους λάθος λόγους.

