«Σ’ αυτήν την πόλη δεν σκοτώνονται μόνο πόρνες αλλά και η τάξη και η κοινωνική ισορροπία.»

Πρώτη ταινία της άτυπης «τριλογίας της νεύρωσης», το «Υπεράνω Πάσης Υποψίας» υπήρξε το πέρασμα του Ελιο Πέτρι σε αυτό για το οποίο στη συνέχεια έμεινε γνωστός: ένα σινεμά ταυτόχρονα εξπρεσιονιστικό και ιμπρεσιονιστικό, βαθιά πολιτικό αλλά πρωτίστως κοινωνικό, ακριβώς την ίδια εποχή που η Ιταλία (και η Ευρώπη) έμπαινε στα πιο σκοτεινά χρόνια της μεταπολεμικής της ιστορίας.

Σε αντίθεση με την ποιητική των μετά-νεορεαλιστών σύγχρονών του (ανάμεσά τους και ο Αντονιόνι, αλλά κυρίως οι Μάρκο Μπελόκιο, Λινά Βερτμίλερ και φυσικά ο Μπερτολούτσι του «Κονφορμίστα» της ίδιας χρονιάς), ο Πέτρι ενέδωσε τόσο σε ένα σινεμά του είδους, ρεμιξάροντας από giallo μέχρι αστυνομικό και από θρίλερ μέχρι σάτιρα, όσο και ένα σινεμά - καθρέφτη μιας παραμορφωμένης πραγματικότητας που να συνομιλεί άμεσα με το μεγάλο κοινό.

Και δικαιώθηκε. Η ταινία που άνοιξε τη δεκαετία του 70 θα γινόταν η πιο πετυχημένη στην καριέρα του, με μεγάλο βραβείο στις Κάννες, τεράστια εμπορική επιτυχία και Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης ταινίας για να οδηγήσει στον Χρυσό Φοίνικα του «Η Εργατική Τάξη Πάει στον Παράδεισο» ένα χρόνο μετά και στο κλείσιμο της τριλογίας με το «Η Ιδιοκτησία δεν είναι πια Κλοπή» το 1973.

Και οι τρεις ταινίες αποτυπώνουν το κλίμα τη διαφθοράς στους κρατικούς θεσμούς, την ταξική ανισότητα και την αδιαλλαξία της εξουσίας, περισσότερο και πιο ιδανικά η πρώτη, με την αλληγορία της να διανύει όλη την απόσταση μέχρι το ρεαλισμό, θολώνοντας τα όρια ανάμεσα στο αν αυτό που τελικά βλέπουμε είναι ένα θρίλερ, μια μαύρη κωμωδία, ένα στρατευμένο πολιτικό φιλμ, μια σάτιρα, ένα γκροτέσκο αστυνομικό φιλμ, το ανατριχιαστικό πορτρέτο ενός άνδρα ή όλα αυτά μαζί τέλεια ενορχηστρωμένα σε ένα φιλμ που ακόμη και σήμερα μπερδεύει αν τελικά είναι ξεπερασμένο ή αυτόματα μεταμοντέρνο.

Η ταινία ξεκινάει σαν ένα giallo, με έναν άντρα που επισκέπτεται το σπίτι της ερωμένης του (;). Αυτή τον ρωτάει «πώς θα με σκοτώσεις σήμερα;». Αυτός σε πολύ λίγο θα την σκοτώσει, θα «φυτέψει» στοιχεία που τον ενοχοποιούν, θα δηλώσει το έγκλημα στην αστυνομία, θα ανοίξει το ψυγείο, θα πάρει μια σαμπάνια και θα φτάσει στο… αστυνομικό τμήμα ακριβώς τη στιγμή που θα του ανακοινωθεί πως γίνεται ο αρχηγός της Αστυνομίας.

O,τι ακολουθεί είναι κάτι περισσότερο από μια μετατόπιση του genre, κάθως ο Πέτρι νίωθει τόσο μεγάλη αυτοπεποίθηση για το στιλ και το ρυθμό με τον οποίο αφηγείται αυτήν την ιστορία που δημιουργεί μάλλον κάτι ανάμεσα σε σάτιρα και θρίλερ με το κακό να βρίσκει πρόσωπο στην δαιμόνια ερμηνεία του Τζιαν Μαρία Βολοντέ - σχεδόν στην καλύτερη παρουσία του στο σινεμά - που τον μεταμορφώνει μέσα στην ίδια σκηνή σε έναν εκκολαπτόμενο φασίστα που θέλει να εξοντώσει τους αντιφρονούντες, ένα τοξικό αρσενικό που δεν υπολογίζει την αξία καμίας γυναίκας και ένα ανθρωπάκι που θα χρησιμοποιήσει την εξουσία (ισοδύναμη στο μυαλό του με το έγκλημα) για να ψηλώσει πάνω από τα ανθρώπινα μέτρα.

Καθώς ο φόνος αρχίζει να απασχολεί το ίδιο το αστυνομικό του τμήμα και οι υποψίες στρέφονται (και τις στρέφει και ο ίδιος) προς τον πρώην σύζυγο του θύματος και έναν ριζοσπάστη αριστερό φοιτητή, ο «ντοτόρε» όπως είναι πιο γνωστός ανάμεσα στους ομοίους του, θα θέσει ως φιλοδοξία του να μην γλιτώσει την τιμωρία, αλλά να αποδείξει ότι είναι «υπεράνω υποψίας». Και, ενώ η αλήθεια (που ο θεατής γνωρίζει) είναι αυταπόδεικτη, ξαφνικά κανείς δεν τον πιστεύει, άλλοθι εφευρίσκονται από το πουθενά και μια κοσμική συνενοχή οδηγεί σε μια απόλυτη παραμόρφωση της πραγματικότητας, σε έναν καφκικό παραλογισμό που καταπίνει τα πάντα, αφήνοντας στην επιφάνεια μόνο το… «κακό».

Σε μια ευθεία επίθεση στην φασιστική Ιταλία ο Ελιο Πέτρι κάνει μια ταινία για τη νεύρωση (το λέει άλλωστε και στην ταινία: «είναι η ασθένεια που προκαλείται από την μόνιμη και παρατεταμένη χρήση ισχύος») του μικρού ανθρώπου που, όταν αποκτά ισχύ, νιώθει παντοδύναμος, ικανός να εξαφανίσει εχθρούς, αντιπάλους, αντίθετες ιδεολογίες, δικαιώματα και ελευθερίες με τον ίδιο τρόπο που σβήνει τα δαχτυλικά του αποτυπώματα μετά από ένα στυγερό έγκλημα.

Οχι τυχαία η ταινία θα συμπέσει την αρχή της περιόδου που έμεινε γνωστή ως τα «μολυβένια χρόνια» με τη σύγκρουση διαδηλωτών με την αστυνομία το 1968, το θάνατο ενός αστυνομικού στη διάρκεια μιας διαδήλωσης της Ένωσης Ιταλών Κομμουνιστών το Νοέμβρη του 1969 και τη βόμβα, ένα μήνα μετά, στην Πιάτσα Φοντάνα στο Μιλάνο, που προκάλεσε τον θάνατο 17 ανθρώπων και τον τραυματισμό άλλων 88. Και έτσι - ηθελημένα προφανώς και με μια πολιτική συνείδηση που πολλοί πίστευαν ότι θα κόστιζε την λογοκρισία μέχρι και την απαγόρευση της ταινίας που όμως δεν συνέβη - ο Ελιο Πέτρι κατάφερε να καθρεφτίσει εν τη γενέσει του το σκοτάδι στο οποίο εισερχόταν η Ιταλία, διασχίζοντας (αυτό, προφανώς, όχι ηθελημένα) και δεκαετίες ολόκληρες για να εκφράσει με τον ίδιο τρόπο και την άνοδο της φασίζουσας Ευρώπης και Αμερικής σήμερα.

Το «Υπεράνω Πάσης Υποψίας» φέρει τα σημάδια του χρόνου που πέρασε και φοράει περήφανα το παράσημο αυτού που ονομάζουμε «μια ταινία της εποχής της». Αν καταφέρνει όμως να μην μοιάζει ξεπερασμένο, αυτό οφείλεται στον δαιμόνιο (και φουλ entertaining) τρόπο με τον οποίο μετατοπίζεται διαρκώς ανάμεσα σε μια κοινωνικοπολιτική σάτιρα και μια χειρουργική ανατομία της ανθρώπινης κατάστασης που φτάνει μέχρι το ξεκαρδιστικά ανησυχητικό «φτάνει πια με την ψυχολογία». Αν αφαιρέσεις το πολιτικό κομμάτι, υπάρχει κάτι στην τρομακτική φιγούρα του Τζιαν Μαρία Βολοντέ και την εμμονοληπτική υποταγή του στο κακό που θυμίζει τους μεγάλους serial killers της κινηματογραφικής ιστορίας - όχι τυχαία οι θεωρητικοί βρίσκουν σύνδεση με τον Πατρίκ Μπέιτμαν του «American Psycho». Και η διαχρονική μουσική του Ενιο Μορικόνε τον ακολουθεί σε κάθε του βήμα σαν μια (ελπίζουμε όχι νοσταλγική σε αυτήν την περίπτωση) υπενθύμιση για τον άνθρωπο που γίνεται νόμος και τον νόμο που είναι υπεράνω υποψίας.