Οι καλύτερες ταινίες ληστείας δεν στηρίζονται μόνο στην υπόσχεση του μεγάλου κόλπου αλλά στην αίσθηση ότι κάθε λεπτομέρεια, κάθε κίνηση και κάθε απρόβλεπτος παράγοντας μπορεί να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Το σινεμά έχει αποδείξει πολλές φορές πως ακόμη και μια γνώριμη συνταγή μπορεί να αποκτήσει ξεχωριστή δυναμική όταν συνδυάζεται με χαρακτήρες που έχουν λόγο να ρισκάρουν και με δημιουργούς που ξέρουν πώς να διατηρήσουν την ένταση μέχρι την τελευταία στιγμή.
Το «Fuze» μοιάζει αρχικά να διαθέτει όλα εκείνα τα συστατικά που θα μπορούσαν να το μετατρέψουν σε ένα αποτελεσματικό θρίλερ δράσης. Η ανακάλυψη μιας βόμβας του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στην καρδιά του Λονδίνου και η απόφαση μιας συμμορίας να εκμεταλλευτεί το χάος που προκαλεί η εκκένωση της περιοχής συνθέτουν μια ιδέα με πραγματικές δυνατότητες. Ωστόσο, όσο περισσότερο εξελίσσεται η ιστορία τόσο πιο φανερό γίνεται ότι η αρχική έμπνευση δεν αρκεί από μόνη της για να στηρίξει μια ταινία που φιλοδοξεί να κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον για σχεδόν δύο ώρες.
Στο κέντρο του Λονδίνου επικρατεί πανικός μετά την ανακάλυψη μιας ενεργής βόμβας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου σε ένα εργοτάξιο. Μέσα στο χάος της εκτεταμένης εκκένωσης της περιοχής, μια συμμορία εγκληματιών ξεκινά μια τολμηρή ληστεία. Καθώς η ένταση αυξάνεται και ο χρόνος απειλεί να τελειώσει, σύντομα γίνεται σαφές ότι κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά αξιόπιστος.
Ο Ντέιβιντ Μακένζι, ο σκηνοθέτης του εξαιρετικού «Πάση Θυσία», έχει αποδείξει στο παρελθόν ότι μπορεί να χειριστεί με σιγουριά ιστορίες ανθρώπων που βρίσκονται στα όρια, όμως εδώ η σκηνοθεσία του δείχνει ασυνήθιστα διεκπεραιωτική. Η κάμερα καταγράφει με επαγγελματισμό τα γεγονότα, χωρίς όμως να αναζητά τρόπους να δημιουργήσει μια πραγματική αίσθηση κλιμάκωσης ή να αξιοποιήσει τον αστικό ιστό του Λονδίνου ως ενεργό κομμάτι της αφήγησης. Υπάρχουν ορισμένες στιγμές που λειτουργούν αποτελεσματικά, όπως όταν οι πυροτεχνουργοί επιχειρούν να προσεγγίσουν τη βόμβα καθώς το νερό απομακρύνεται σταδιακά από το σημείο όπου βρίσκεται θαμμένη, επιτρέποντας στον θεατή να νιώσει για λίγο ότι η καταστροφή μπορεί να απέχει ελάχιστα δευτερόλεπτα. Είναι όμως από τις λίγες φορές που η ταινία καταφέρνει να δημιουργήσει ουσιαστική αγωνία.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στο σενάριο, το οποίο μοιάζει να εμπιστεύεται υπερβολικά τις συνεχείς ανατροπές και πολύ λιγότερο τη λογική συνοχή των γεγονότων. Η ληστεία ξεκινά ως μια προσεκτικά οργανωμένη επιχείρηση αλλά σύντομα μετατρέπεται σε μια αλυσίδα από προδοσίες, απρόσμενες συμμαχίες και αποκαλύψεις που εμφανίζονται περισσότερο για να παρατείνουν τη διάρκεια της ιστορίας, μέσω σεναριακών ευκολιών, παρά επειδή προκύπτουν οργανικά από τις επιλογές των χαρακτήρων.
Η δράση ακολουθεί την ίδια άνιση πορεία. Παρότι δεν λείπουν οι καταδιώξεις και οι ένοπλες συγκρούσεις, οι περισσότερες σκηνές εκτελούνται με τρόπο συμβατικό και χωρίς ιδιαίτερη φαντασία. Η ένταση δεν συσσωρεύεται αλλά διασκορπίζεται σε αλλεπάλληλα επεισόδια που δεν αφήνουν ουσιαστικό αποτύπωμα, ενώ το φινάλε επιχειρεί να αναβαθμίσει εκ των υστέρων όσα προηγήθηκαν μέσα από μια αναδρομή που εξηγεί περισσότερα απ' όσα χρειάζεται και τελικά αποδυναμώνει το μυστήριο αντί να το ενισχύσει.
Το «Fuze» είναι μια ταινία που ξεκινά με την υπόσχεση μιας εκρηκτικής εμπειρίας και διαθέτει στιγμές που δείχνουν τι θα μπορούσε να είχε πετύχει αν είχε εμπιστευτεί περισσότερο την απλότητα της βασικής ιδέας της. Αντί γι' αυτό επιλέγει να καλύψει τις αδυναμίες της με διαρκείς εκπλήξεις και περιττές επιπλοκές, αφήνοντας την αίσθηση ενός έργου που δεν στερείται τεχνικής επάρκειας αλλά χάνει την ευκαιρία να μετατραπεί σε κάτι πραγματικά συναρπαστικό.

