Από τη στιγμή που ο Σαμ Ράιμι δημιούργησε το πρώτο «Evil Dead» το 1981, το franchise απέκτησε μια ξεχωριστή θέση στον κόσμο του τρόμου, επειδή κατάφερε να μετατρέψει τον φόβο σε μια παράξενη κινηματογραφική εμπειρία όπου η φρίκη, η υπερβολή και το μαύρο χιούμορ συνυπήρχαν με έναν τρόπο που ελάχιστες ταινίες κατάφεραν να μιμηθούν. Η σειρά πέρασε από διαφορετικές εποχές και δημιουργούς, από την καλτ παράνοια των πρώτων ταινιών μέχρι τον ωμό ρεαλισμό του remake του 2013 και τη μεταφορά της δράσης σε έναν αστικό οικογενειακό εφιάλτη με το «Evil Dead Rise», αποδεικνύοντας ότι το Νεκρονομικόν μπορεί να ανοίξει ξανά χωρίς να επαναλαμβάνει απαραίτητα το ίδιο τελετουργικό.
Με το «Evil Dead Burn», ο Σεμπαστιάν Βανίτσεκ παίρνει στα χέρια του ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα ονόματα του horror και επιχειρεί να το συνδέσει με κάτι πιο προσωπικό και σκοτεινό. Πίσω από τους Deadites, τα ακρωτηριασμένα σώματα και την ασταμάτητη αιματοχυσία υπάρχει μια ιστορία για μια οικογένεια που κρύβει βαθιές πληγές, ανθρώπους που έχουν μάθει να ζουν μέσα στην άρνηση και τραύματα που επιστρέφουν με τη μορφή ενός υπερφυσικού εφιάλτη. Το αποτέλεσμα είναι μια ταινία που διαθέτει έντονη σκηνοθετική προσωπικότητα, αλλά δεν καταφέρνει πάντα να ισορροπήσει ανάμεσα στη θεματική της φιλοδοξία και στην ανάγκη της σειράς για καθαρό κινηματογραφικό χάος.
Μετά τον θάνατο του συζύγου της, μια γυναίκα αναζητά παρηγοριά στους πεθερούς της στο απομονωμένο οικογενειακό τους σπίτι. Καθώς ένας-ένας μεταμορφώνονται σε Deadites, μετατρέποντας τη συνάντηση σε μια οικογενειακή συγκέντρωση από την κόλαση, ανακαλύπτει ότι οι όρκοι που έδωσε στη ζωή της συνεχίζουν να ισχύουν... ακόμα και μετά το θάνατο.
Το μεγαλύτερο όπλο του Βανίτσεκ είναι η σκηνοθεσία του. Ο Γάλλος δημιουργός δεν αντιμετωπίζει το «Evil Dead» σαν μια απλή μηχανή παραγωγής αιματοβαμμένων σκηνών, αλλά σαν έναν χώρο όπου η κάμερα μπορεί να γίνει μέρος του εφιάλτη. Η κίνησή της είναι νευρική, επιθετική και διαρκώς σε εγρήγορση, δημιουργώντας την αίσθηση ότι η απειλή δεν βρίσκεται μόνο μπροστά από τους χαρακτήρες αλλά παντού γύρω τους. Οι χώροι του σπιτιού μετατρέπονται σε λαβύρινθο φόβου, ενώ η δράση κινηματογραφείται με μια ενέργεια που θυμίζει περισσότερο επιβίωση παρά χορογραφία, όπου μαζί με την υπέροχη φωτογραφία του Φίλιπ Λοσάνο, δημιουργούν μια απόκοσμη πανδαισία από αίμα και ακρωτηριασμένα μέλη.
Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στη μεγάλη σκηνή μέσα στο αυτοκίνητο, μια από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της ταινίας. Ο Βανίτσεκ εκμεταλλεύεται έναν μικρό και περιορισμένο χώρο για να δημιουργήσει απόλυτο χάος, χρησιμοποιώντας την κάμερα σαν έναν ακόμη χαρακτήρα που παλεύει να επιβιώσει ανάμεσα στους ήρωες και τη βία που ξεσπά γύρω τους. Η συγκεκριμένη σεκάνς απαιτούσε ημέρες γυρισμάτων και έντονη προετοιμασία, ακριβώς επειδή έπρεπε να συνδυάσει κίνηση, πρακτικά εφέ και δράση χωρίς να χαθεί η αίσθηση του πανικού.
Φυσικά, το σήμα κατατεθέν του «Evil Dead» είναι πάντα το υπερβολικό gore και η ταινία γνωρίζει πολύ καλά τι περιμένουν οι φίλοι της σειράς. Ο Βανίτσεκ παραδίδει μια από τις πιο σωματικές και βίαιες εμπειρίες του franchise, με πρακτικά εφέ που θυμίζουν την εποχή όπου ο τρόμος δημιουργούνταν μέσα στο πλατό και όχι αποκλειστικά σε έναν υπολογιστή. Τα σώματα διαλύονται, οι Deadites παραμένουν τρομακτικά απρόβλεπτοι και η ταινία απολαμβάνει την ίδια την υπερβολή της.
Παράλληλα, το «Evil Dead Burn» προσπαθεί να βρει ισορροπία ανάμεσα στη φρίκη και το γνώριμο σκοτεινό χιούμορ της σειράς. Σε αρκετές στιγμές το πετυχαίνει, καθώς η παράλογη κλιμάκωση της βίας δημιουργεί εκείνη την παράξενη αίσθηση όπου σοκάρεσαι και γελάς την ίδια στιγμή, άλλες φορές όμως νιώθεις πως τα τα αστεία δεν έχουν την ίδια δύναμη, χωρίς να πετυχαίνει την απόλυτη ισορροπία ανάμεσα στον τρόμο και την κωμωδία που είχαν καταφέρει οι καλύτερες στιγμές της σειράς.
Εκεί που η ταινία παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι στις θεματικές της. Πίσω από την υπερφυσική βία βρίσκεται μια ιστορία για την ενδοοικογενειακή κακοποίηση και τον τρόπο με τον οποίο μια οικογένεια μπορεί να καλύπτει τις πληγές της για χρόνια. Η σχέση της Αλις με τον νεκρό σύζυγό της αποκαλύπτει έναν άντρα που έκρυβε τη βία πίσω από την εικόνα της οικογένειας, ενώ οι υπόλοιποι χαρακτήρες κουβαλούν ο καθένας τη δική του μορφή εγκλωβισμού. Ο πατέρας αδυνατεί να ξεπεράσει τον θάνατο του γιου του και παραμένει παγιδευμένος στο πένθος του, η μητέρα εκφράζει μια παλιά και καταπιεστική αντίληψη σύμφωνα με την οποία μια γυναίκα δεν έχει αξία έξω από τον ρόλο της μέσα στην οικογένεια, ενώ ο μικρότερος γιος μεγαλώνει κάτω από τη σκιά του μεγαλύτερου αδερφού του, προσπαθώντας να αποδείξει ότι υπάρχει και ο ίδιος.
Το πρόβλημα είναι ότι αυτές οι ιδέες είναι συχνά πιο δυνατές από τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται. Το σενάριο έχει ενδιαφέρουσες προθέσεις και βλέπει την οικογένεια ως την πραγματική πηγή τρόμου, όμως κάποιες φορές προτιμά την ένταση και το θέαμα αντί να εξερευνήσει βαθύτερα τα τραύματα των χαρακτήρων. Η ταινία εντυπωσιάζει περισσότερο με τις εικόνες της παρά με την πλήρη ανάπτυξη των θεματικών της.
Το «Evil Dead Burn» αφήνει πίσω του στάχτη και μπούρμπερη, όχι επειδή καίει ολοκληρωτικά ό,τι προηγήθηκε, αλλά επειδή αποδεικνύει ότι ακόμη υπάρχει υλικό μέσα σε αυτόν τον σκοτεινό κόσμο. Ο Σεμπαστιάν Βανίτσεκ φέρνει στο franchise μια πιο σκληρή, πιο προσωπική και πιο ευρωπαϊκή ματιά, δημιουργώντας μια ταινία γεμάτη ενέργεια, αίμα και ιδέες που αξίζουν περισσότερη ανάπτυξη. Μπορεί η φωτιά του να μην καίει όλα τα επίπεδα της ιστορίας με την ίδια ένταση, όμως αφήνει πίσω της αρκετή θερμότητα για να θυμίσει γιατί το «Evil Dead» και το Νεκρονόμικον εξακολουθούν να ανοίγουν ξανά και ξανά τις πύλες της Κολάσεως.

