Ο χειρότερος εφιάλτης μιας κοινωνίας ζωντανεύει: ένας παιδόφιλος serial killer αναστατώνει ένα ήσυχο προάστιο του Τελ Αβίβ. Τελευταίο κρούσμα: απάγει ένα μικρό κοριτσάκι και οι αρχές το ανακαλύπτουν λίγες μέρες μετά στο δάσος αποκεφαλισμένο. Ο Μίκι, ένας αστυνομικός ντετέκτιβ με αμφίβολες μεθόδους ανάκρισης, υποπτεύεται τον (φαινομενικά;) φιλήσυχο δάσκαλο του τοπικού σχολείου. Τον ανακρίνει με τα πρωτοπαλίκαρά του, αλλά καθώς δεν καταφέρνει να αποσπάσει την ομολογία του, αναγκάζεται να τον αφήσει ελεύθερο. Ομως τον παρακολουθεί μέρα και νύχτα (παρόλο που ο διοικητής του τον ξηλώνει από την υπόθεση). Οπως και τους δύο παρακολουθεί κι ο πατέρας του νεκρού κοριτσιού, ο οποίος έχει νοικιάσει ένα σπίτι στο δάσος όπου η ηχομόνωση του υπογείου καλείται να τον βοηθήσει να εκτελέσει το σχέδιο εκδίκησής του. Απάγει και τους δύο άντρες (τον Μίκι περισσότερο γιατί βρέθηκε στα πόδια του), τους οδηγεί στη φωλιά του και ξεκινά ένα παραλλήρημα βασανισμών. Ο παιδόφιλος θα ομολογήσει και θα τιμωρηθεί για τα εγκλήματά του. Είναι όμως αυτός ο πραγματικός ένοχος; Σε διψασμένες για αυτοδικία κοινωνίες, έχει καμία σημασία η δικαιοσύνη ή μόνο η τυφλή εκδίκηση;

Οι Παπουσανό και Κεσάλες, από την πρώτη κιόλας, «ονειρική», σεκάνς των αθώων παιδιών που παίζουν κρυφτό στο δάσος, δηλώνουν ξεκάθαρα τις προθέσεις τους: αγαπούν το genre cinema (τον κυνισμό των αδελφών Κοέν, το κατάμαυρο Ταραντινικό χιούμορ που ξεπροβάλει ατίθασα μέσα στη φρίκη, την λιντσική διαστροφή που ελλοχεύει κάτω από την επιφάνεια των μεσοαστικών προαστίων) και θα καταθέσουν με στιλ μία δεύτερη ανάγνωση των σκοτεινών παραμυθιών με τα οποία μεγαλώσαμε. Μόνο που θα το κάνουν κοιτώντας τα κατάματα, χωρίς το «κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα» χάπι εντ. Το δηλώνει κι ο τίτλος που γράφεται στον πληθυντικό: ο κακός λύκος δεν είναι ένας, αλλά πολλοί. Κρύβονται γύρω μας. Κρύβονται μέσα μας.

Κρύβονται στα θεμέλια μιας χώρας που έχει αποδεχτεί το κοινό της μυστικό: την πρόσφατη στρατιωτική της βία, την παράδοση των πρακτόρων της Μοσάντ, την παρακολούθηση και τον βασανισμό των «αντιπάλων». Αν η καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ήταν δικαιολογημένη ιστορικά στα μάτια ενός έθνους, αυτό αφήνεται σε κάθε θεατή να το αποφασίσει.

Το κύριο μέλημα των σκηνοθετών και συνσεναριογράφων είναι να παίξουν με τις ανατροπές, με τις κινηματογραφικές αναφορές και... μαζί μας. Καταλαβαίνουμε απόλυτα γιατί ο Ταραντίνο της χάρισε τόσο buzz ψηφίζοντάς την ως την αγαπημένη του για το 2013. Νιχιλιστική, έξυπνη, με έναν χειρισμό της βίας που προκαλεί να κοιτάξουμε πέρα από τον γραφικό τρόμο και με ένα σουρεαστικό σε στιγμές χιούμορ, θα μπορούσε να είναι ένα μικρό αριστούργημα (θυμίζει, ελάχιστα, το κομμάτι εκδίκησης του καθηγητή στο «Magical Girl») αν αυτό το καθεαυτό κινηματογραφικό της παιχνίδι δεν ήταν τόσο εμφανές. Οι Παπουσανό και Κεσάλες μοιάζουν τόσο προσηλωμένοι στην κατασκευή του, που τίποτα δεν εξελίσσεται αβίαστα, κανένας ήρωας δεν μοιάζει πιστευτός, τίποτα δεν υφαίνεται στο σενάριο ως άρρηκτο κομμάτι του. Ολα μοιάζουν με ένα καλοδουλεμένο παζλ εντυπωσιασμού, κάθε σεκάνς διακόπτεται από την ανατροπή της, κάθε tracking shot κλείνει σε εύρημα και κλείνει και το μάτι.

Το αποτέλεσμα είναι κατάμαυρα ψυχαγωγικό, το τέλος είναι προκλητικά διφορούμενο, το κινηματογραφικό αυτό παραμύθι παραμένει αξιοπρόσεχτο. Ομως, όχι, δεν ανακαλύπτει καμία νέα πτυχή ούτε στο genre, ούτε στην ηθική μας.

.