Συνέντευξη

Πέτρος Τατσόπουλος: Περάσαμε μια 20ετία γενικευμένης σαχλαμάρας...

στα 10

Μ'ένα καινούριο βιβλίο στα σκαριά (για τον καλτ ελληνικό κινηματογράφο) κι ένα σταθερό Δευτεριάτικο ραντεβού στο Gagarin 205 (με απόλυτη απουσία ενοχών για εγγυημένη απόλαυση!), ο Πέτρος Τατσόπουλος είναι έτοιμος να γεμίσει τις μέρες και τις νύχτες μας!

Πέτρος Τατσόπουλος: Περάσαμε μια 20ετία γενικευμένης σαχλαμάρας...

Συγγραφέας, σεναριογράφος, άνθρωπος των media, κινηματογραφόφιλος, νοσταλγός όσο όλοι και με βλέμμα στο μέλλον όσο λίγοι, ο Πέτρος Τατσόπουλος μετατρέπεται τον τελευταίο καιρό σε θαμώνα / οικοδεσπότη / ιστορικό του Gagarin 205.

Στην αρχή των συναντήσεων «Πάντα τη Δευτέρα», λίγες μέρες πριν ξεκινήσει το 10ο Φεστιβάλ Καλτ Ελληνικού Κινηματογράφου και λίγους μήνες πριν κυκλοφορήσει το νέο του βιβλίο, ο Πέτρο Τατσόπουλος μίλησε στο Flix για όλα και για κάποια ακόμα...

Πώς προέκυψε η ιδέα της συνεργασίας σας με τον Νίκο Τριανταφυλλίδη; Τι θα γίνεται... πάντα τις Δευτέρες;

Η ιδέα για το βιβλίο με την ιστορία του καλτ ελληνικού κινηματογράφου ξεκίνησε δυο – τρία χρόνια πριν. Η συγκεκριμένη ιδέα για τις συζητήσεις της Δευτέρας ξεκίνησε με τη λήξη της συνεργασίας μου με το Passport. Ο Νίκος είχε σκεφτεί να κάνουμε κάτι αντίστοιχο κι ακόμα πιο φιλόδοξο. Μου φάνηκε πάρα πολύ καλή ιδέα, να διοργανώσουμε τακτικές βραδιές θεματικές, ή τιμητικές. Ξεκινήσαμε με τον Περράκη, θ’ ακολουθήσουν ο Βασιλικός, ο Μουρσελάς, αλλά το θέμα μας δε θα είναι μόνο ο πολιτισμός, θα υπάρχει η Δευτέρα για το ποδόσφαιρο, για διάφορα θέματα.

Η σημερινή συνάντηση, στις 13 Φεβρουαρίου, στις 8 το βράδυ, έχει ως θέμα τη διαφήμιση, την επιρροή που ασκεί, το μηχανισμός και τις παρενέργειές της. Θα μιλήσουμε με τα πρόσωπα που κυριαρχούν αυτή τη στιγμή στις διαφημίσεις στην τηλεόραση, τον Σπυριδάκη με το «αγαπούλα», τον Μαυρομματάκη με το «ομορφάντρα μου», τον Τσεκούρα με το «τυχαίο, δε νομίζω», τον Μανώλη Ανδριωτάκη που έχει γράψει την «Πέμπτη Εξουσία».

Θέλουμε, ωστόσο, αυτές οι παρουσιάσεις ανθρώπων ή θεμάτων, να είναι αντισυμβατικές, να μην είναι αγιογραφίες. Δεν εκθειάζουμε, θέλουμε να κάνουμε εκ βαθέων, ειλικρινείς συζητήσεις. Θέλουμε να μιλάμε με ανθρώπους σοβαρούς, όχι σοβαροφανείς, για ειδικά ή για mainstream θέματα, χωρίς συγκατάβαση απέναντι στην τέχνη. Δε θέλουμε, δηλαδή, να διοργανώνουμε βραδιές που θα βαριόμασταν να παρακολουθήσουμε. Τώρα που περάσαμε μια 20ετία γενικευμένης σαχλαμάρας, ο κόσμος διψάει για να ξανασυζητήσει τα πράγματα αλλιώς, όχι επιδερμικά. Θα είναι βραδιές ψυχαγωγικές, ενίοτε και με μουσική και θέλουμε να ξεκινήσουμε και live streaming αναμετάδοσή τους, ώστε να γίνεται ανατροφοδότηση του υλικού από το ίντερνετ.

Πώς προέκυψε η ενασχόλησή σας με την ιστορία του καλτ ελληνικού κινηματογράφου;

Πριν δυο χρόνια ήθελα να κάνω ένα μυθιστόρημα που να εξελίσσεται στο χώρο της πορνογραφίας. Ψάχνοντας στοιχεία για το ελληνικό πορνό, βρέθηκα μπροστά στο καλτ (το πορνό μέρος του) και είδα ότι οι ιστορίες του είναι πιο συναρπαστικές από κάτι που θα μπορούσα να εμπνευστώ εγώ. Ετσι αποφάσισα να γράψω κατ’ ευθείαν από τις πηγές! Η ιστορία του ελληνικού καλτ είναι, στην ουσία, η μεταπολεμική μας ιστορία, με τη λοξή ματιά, όχι η επίσημη, αλλά η «unauthorized», που έχει αποτυπωθεί πιο βαθειά, στη συνείδησή μας. Αν ρωτήσεις τυχαία ανθρώπους να σου πουν 10 πρωθυπουργούς της Ελλάδας και 10 καλτ ηθοποιούς, θα θυμούνται τα δεύτερα. Κανείς δε θα σου πει τον Αθανασιάδη ή τον Τσιριμώκο, αλλά τον Γκουσγκούνη θα σου τον πουν όλοι.

Το βιβλίο αυτό είναι μια συνολική ματιά, χωρίς αγιογραφίες αλλά και χωρίς χλευασμό, χωρίς αφ’υψηλού κοίταγμα με απαξίωση. Μια έντιμη καταγραφή του καλτ στην Ελλάδα. Και σ’ αυτήν, το Gagarin λειτούργησε σαν κεντρομόλος δύναμη.

Η αφήγηση ξεκινά από μια διάλεξη που είχε δώσει το ’49 ο Χατζηδάκις για το ρεμπέτικο, για το πώς είχε γίνει η εισβολή στον καθωσπρεπισμό, πώς είχε διεμβολίσει τον αστικό κόσμο με κάτι απαγορευμένο. Τριάντα χρόνια αργότερα έκανε κάτι ακόμα πιο ανίερο. Παρουσίασε τον Φλωρινιώτη στην εκπομπή του στο Τρίτο Πρόγραμμα, το ’79 – ’80 κι αυτό θεωρήθηκε εξτρεμιστική κίνηση. Μέχρι τότε, τα στεγανά ήταν πολύ καθορισμένα. Μπορεί να υπήρχε trash, αλλά δεν υπήρχε cult. Ο Χατζηδάκης είπε ότι διαμάντια βρίσκεις παντού, ακόμα και στα σκουπίδια, παρότι όλα τα σκουπίδια δεν είναι διαμάντια.

Αυτό ήθελα να παρουσιάσω, πώς μεταφέρεται ως τις μέρες μας. Το βιβλίο θα λέγεται «Gagarin: Ο Κόσμος από Χαμηλά» και ξεκινά από την ιστορία του Γκαγκάριν, του ταξιδιώτη του διαστήματος. Ο Γκαγκάριν είχε μια πολύ αλλόκοτη ιστορία. Ηταν 1.57, πολύ κοντός, σχεδόν νάνος. Αλλά εκείνη ακριβώς τη δεκαετία, τα cockpits των διαστημοπλοίων σχεδιάζονταν έτσι ώστε να χωράει μόνο ένας πολύ μικροκαμωμένος άνθρωπος, σαν τζόκεϊ ακινητοποιημένος κι έτσι έτυχε ο Γκαγκάριν να έχει ακριβώς το ιδανικό ύψος. Επίσης, τότε υπήρχε κι ένας ακόμα δυνατός υποψήφιος, ο Τίτοφ. Ο Τίτοφ ήταν γιος δασκάλου, ο Γκαγκάριν γιος ξυλουργού, είχε δηλαδή πιο ταπεινή καταγωγή που για τη Σοβιετική Ενωση ήταν bonus! Ο τίτλος του βιβλίου είναι βέβαια διττός, αναφέρεται τόσο στην cult κουλτούρα, όσο και στο βλέμμα του Γκαγκάριν που επειδή ήταν τόσο κοντός τα έβλεπε όλα από χαμηλά, αλλά ήταν κι ο πρώτος άνθρωπος που είδε τη Γη από τόσο ψηλά.

Πώς βρήκατε και μελετήσατε τον κόσμο του καλτ και τα πρόσωπά του;

Ψάχνοντας στοιχεία για το cult προτίμησα να ακούσω, όχι να επινοήσω. Ακουσα τον Γκουσγκούνη, είδα το υλικό του Τριανταφυλλίδη, δεν αναφέρθηκα τόσο στην ιστορία του μαγαζιού, αλλά κινήθηκα πιο ανθρωποκεντρικά, γα τον Χατζηδάκι, τον Χάρρυ Κλυνν, που ήταν ο πρώτος τέτοιος καλλιτέχνης που έγινε mainstream...

Ωστόσο η σχέση σας με τον κινηματογράφο προϋπήρχε.

Με τον κινηματογράφο είχα στενή σχέση, έχω γράψει κάποια σενάρια, για τους «Απέναντι», την «Υπόγεια Διαδρομή»… Ο Πανουσόπουλος με πήρε στα 21 μου, μετά τους «Ανήλικους», το 1980 και με οδήγησε στον κόσμο του κινηματογράφου και του χρωστάω ευγνωμοσύνη γι’ αυτό, όπως και στον Δοξιάδη. Το ένα μυθιστόρημά μου, «Η Πρώτη Εμφάνιση», εκτυλίσσεται εν μέρει στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπως ήταν παλιά, μαγειρείο πλεκτάνης! Πολλοί φίλοι μου είναι άνθρωποι του σινεμά, η πρώην γυναίκα μου, η Αννυ Λούλου, είναι ηθοποιός, είχα στενές σχέσεις με τον κινηματογράφο. Και πάντα είχα την αντίληψη ότι δε χωρίζεται σε ποιοτικό και μη ποιοτικό. Στο σύνολο του κινηματογράφου υπάρχουν ποιοτικά θραύσματα, και στοιχεία που είναι για τα μπάζα, αλλά τον αντιμετωπίζω ως κάτι ενιαίο και αντισυμπλεγματικά. Ο Νίκος Τριανταφυλλίδης έχει και μια ιδιαίτερη αγάπη για τους ανθρώπους της cult κουλτούρας.

Εσείς πώς ορίζετε τον cult κινηματογράφο;

Ο cult κινηματογράφος στηρίζεται στην απόδοση δικαιοσύνης, αλλά και στη συγκίνηση που μας προκαλούν οι ταινίες αυτές, που έχουν συνδεθεί με τα παιδικά μας χρόνια, ή την εφηβεία μας. Ανακινεί μνήμες. Βλέπουμε τις βιντεοταινίες του ’80 και σκεφτόμαστε τη δική μας εφηβεία. Το cult έχει και μια ειρωνική πλευρά, όχι τη «λατρεία» του οπαδού, όχι την πεποίθηση ότι οι ερμηνευτές είναι κορυφαίοι, αλλά ότι σε ψυχαγωγούν, σου προκαλούν γέλιο κι ανακινούν τη δική σου νιότη. Στο κοινό του Gagarin υπάρχουν πολλοί πενηντάρηδες και πάνω που συγκινούνται περισσότερο με τις αναμνήσεις τους. Οι πιο μικροί διασκεδάζουν γιατί το βρίσκουν αστείο.

Με όλη αυτή τη δραστηριότητα, βρίσκεστε σε μια εξαιρετικά κοινωνική περίοδο, ενώ η δουλειά του συγγραφέα είναι εξ ορισμού εσωστρεφής;

Δε νομίζω ότι είμαι ο τυπικός συγγραφέας. Εχω γράψει 17 βιβλία, οπότε προφανώς έχω περάσει κι αρκετό χρόνο μόνος μου, αλλά πάντα έχω και μια ζωντανή σχέση με την πραγματικότητα. Δίπλα στα βιβλία, ασχολιόμουν πάντα και με διαφορετικά πράγματα. Με σενάρια, με την τηλεόραση όπου έκανα το «Πνεύμα Αντιλογίας» το ’99 – 2000, με τη σειρά «Μεγάλοι Ελληνες», το «1821», έκανα πάντα κι άλλα πράγματα, ώστε να μπορώ να συζητάω με άλλους ανθρώπους.

Ποιες ήταν, ή έγιναν, οι δικές σας αγαπημένες καλτ ταινίες;

Συγκινούμαι απίστευτα με γελοίες ταινίες. Μ’ αρέσει πολύ ο Τζέιμς Πάρις και όλες οι φρικτές ταινίες που γύρισε στη δικτατορία. Τα «Σύνορα της Προδοσίας», ας πούμε, είναι από τις αγαπημένες μου, γιατί περιέχει και το θέμα της υιοθεσίας που σε μένα φέρνει προσωπικές μνήμες, κι έχει ένα ακαταμάχητο, κακοπαιγμένο, απλοϊκό σενάριο. Το ίδιο και το «Δώστε τα Χέρια», «Ο Τελευταίος των Κομιτατζήδων», «Οι Γενναίοι του Βορρά» του Κώστα Καραγιάννη… Αυτές οι ταινίες συνδυάζονται με τα παιδικά μου χρόνια και με συγκινούν μέχρι δακρύων, με μεταφέρουν κατευθείαν στην εποχή με τις γκαζόζες και τα κοντά παντελονάκια. Αυτή είναι η επιτυχία με τις cult ελληνικές ταινίες: τη δική σου ζωή σκέφτεσαι και εξ αντανακλάσεως σου προξενούν συναισθήματα, γιατί απλώς ενσωματώνονται στη δική σου νοσταλγία.