Ενημέρωση

10 τολμηρές πράξεις σινεμά από τον Νίκολας Ρεγκ

στα 10

Ενας ελάχιστος φόρος τιμής στον ιδιοφυή σκηνοθέτη του «Μετά τα Μεσάνυχτα» και του «Ο Ανθρωπος Που Επεσε στη Γη», δέκα πράγματα για τα οποία το σινεμά του οφείλει ευγνωμοσύνη.

10 τολμηρές πράξεις σινεμά από τον Νίκολας Ρεγκ

Σε μια ομολογουμένως εξωφρενικά φιλόδοξη όσο και άνιση φιλμογραφία, κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τον Νίκολας Ρεγκ ότι δεν τόλμησε να πειραματιστεί αρκετά και να δοκιμάσει τα όρια της τέχνης του. Με τουλάχιστον πέντε αταξινόμητα αριστουργήματα στο ενεργητικό του, που θα ήταν αρκετά για να τον τοποθετήσουν στο πάνθεον των πραγματικά σπουδαίων δημιουργών της 7ης τέχνης, ο Βρετανός σκηνοθέτης χάρισε –κυριολεκτικά– τα φώτα του σε καταξιωμένους δημιουργούς, άλλαξε τον τρόπο που βλέπουμε την κινηματογραφική αφήγηση, έπαιξε θαρραλέα με κάθε λογής κινηματογραφικά είδη, από τον τρόμο μέχρι την επιστημονική φαντασία και το road movie, και μετέτρεψε σε αληθινούς ηθοποιούς μερικές από τις πιο απρόβλεπτες προσωπικότητες της εποχής του.

Διαβάστε ακόμη: Ο Νίκολας Ρεγκ ήταν ο σκηνοθέτης που έπεσε στη Γη

Nicolas Roeg 607

Ο Νίκολας Ρεγκ έφυγε από τη ζωή στις 23 Νοεμβρίου, σε ηλικία 90 ετών. Ο,τι ακολουθεί παρακάτω δεν είναι παρά ένας ελάχιστος φόρος τιμής σε έναν κινηματογραφιστή του οποίου η προσφορά δεν αναγνωρίστηκε ποτέ όσο του άξιζε, δέκα πράγματα για τα οποία το σινεμά (θα έπρεπε να) του χρωστά ευγνωμοσύνη.

Nicolas Roeg - Truffaut 607 Ο Νίκολας Ρεγκ με τον Φρανσουά Τριφό, στα γυρίσματα του «Fahrenheit 451»

Ο δαιμόνιος φακός του Νίκολας Ρεγκ

Αν και ξεκίνησε τη σκηνοθετική του καριέρα σε σχετικά προχωρημένη ηλικία (ήταν ήδη 42 ετών όταν έκανε το ντεμπούτο του με την «Performance», το 1970), ο Νίκολας Ρεγκ ήταν κιόλας με τον δικό του τρόπο ένας βετεράνος του σινεμά, με 23 χρόνια εμπειρίας σε διάφορα πόστα της βρετανικής κινηματογραφικής βιομηχανίας. Θα ήταν όμως ως διευθυντής φωτογραφίας που θα άρχιζε να αφήνει το στίγμα του, ξεκινώντας ως βοηθός στον «Λόρενς της Αραβίας» του Ντέιβιντ Λιν. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λιν θα τον προσλάμβανε λίγο αργότερα για να αναλάβει τη φωτογραφία του «Δόκτωρ Ζιβάγκο», για να τον απολύσει στη συνέχεια λόγω δημιουργικών διαφορών.

The Masque of the Red Death 607 «Η Μάσκα του Κόκκινου Θανάτου» του Ρότζερ Κόρμαν

Ο Ρεγκ θα έβρισκε πιο πρόσφορο έδαφος για να πειραματιστεί τεχνικά και αισθητικά, στις low budget σινε-διασκευές του Ρότζερ Κόρμαν σε έργα του Εντγκαρ Αλαν Πόε, υπογράφοντας την εκθαμβωτική, παραισθησιογόνα τεκνικολόρ φωτογραφία της «Μάσκας του Κόκκινου Θανάτου» (1964), στη δυστοπία του «Fahrenheit 451» (1966) του Φρανσουά Τριφό, βασισμένη στο κλασικό ομώνυμο μυθιστόρημα του Ρέι Μπράντμπερι, στο επικών διαστάσεων ρομάντζο «Μακριά από το Αγριεμένο Πλήθος» (1967) του Τζον Σλέσινγκερ και, κυρίως, στη συγκλονιστική «Petulia» (1968) του Ρίτσαρντ Λέστερ. Η τελευταία, μάλιστα, μοιάζει να μοιράζεται τον ίδιο αντισυμβατικό τρόπο αφήγησης, τα προκλητικά χωροχρονικά παιχνίδια και το πρωτοποριακό μοντάζ που θα αποτελούσαν αργότερα χαρακτηριστικά στοιχεία και του ίδιου του σκηνοθετικού έργου του Ρεγκ.

Performance 607Ο Μικ Τζάγκερ στην καλύτερη κινηματογραφική «Performance» της ζωής του

Performance (1970)

Οταν η Warner δέχτηκε να χρηματοδοτήσει το σκηνοθετικό ντεμπούτο των Νίκολας Ρεγκ και Ντόναλντ Κάμελ, αυτό που περίμεναν λίγο-πολύ ήταν μια ταινία που θα έκανε για τους Rolling Stones ότι έκανε το «A Hard Day's Night» (1964) για τους Beatles. Αυτό που παρέδωσαν όμως οι δύο σκηνοθέτες ήταν ένα κατασκότεινο και πρωτοφανές για το στούντιο πειραματικό φιλμ γεμάτο σεξ, βία και αληθοφανή χρήση ναρκωτικών, που επιπλέον περιέπλεξε τις ήδη τεταμένες σχέσεις μεταξύ των μελών του συγκροτήματος (ο Κιθ Ρίτσαρντς, τότε σύντροφος της πρωταγωνίστριας Ανίτα Πάλεμπεργκ, η οποία ήταν επίσης πρώην του έτερου μέλους Μπράιαν Τζόουνς, δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος με τις τολμηρές σκηνές της με τον Μικ Τζάγκερ), σε σημείο που τελικά δεν συνέθεσαν ποτέ το σάουντρακ του φιλμ, όπως αναμενόταν αρχικά.

Σύμφωνα με τις φήμες, οι υπεύθυνοι του στούντιο έφευγαν αηδιασμένα από τις δοκιμαστικές προβολές της ταινίας, με μοναδική επιθυμία να την εξαφανίσουν από προσώπου γης. Αντ’ αυτού κατάφεραν να καθυστερήσουν δύο ολόκληρα χρόνια την κυκλοφορία της στις αίθουσες. Αυτό, βέβαια, μονάχα ενίσχυσε το θρύλο και το cult status μιας ταινίας, που με αφορμή τη φαινομενικά απλή ιστορία ενός γκάνγκστερ που αναζητά καταφύγιο στο σπίτι ενός ροκ σταρ, ξετυλίγει μια, αισθητικά και θεματικά φιλόδοξη, σύνθετη όσο και αφαιρετική σπουδή πάνω στα όρια της λογικής και την έννοια της ταυτότητας. Θολώνοντας ανεπανόρθωτα τα σύνορα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίωσης, η «Performance» μετατρέπεται σε ένα ριψοκίνδυνο παιχνίδι επιβολής εξουσίας και αποπλάνησης, αναδεικνύοντας την εναλλαγή ρόλων που ενδόμυχα όλοι κρύβουμε μέσα μας.

Walkabout 607 «Walkabout»

Walkabout (1971)

Μολονότι φέρει την υπογραφή ενός Βρετανού, το «Walkabout» (μαζί με το «Μυστικό του Βράχου των Κρεμασμένων» του Πίτερ Γουίαρ) αποτελεί την ταινία που κατεξοχήν κατέστησε την άγρια ομορφιά του αυστραλέζικου τοπίου γόνιμο πεδίο κινηματογραφικών πειραματισμών και υπαρξιακών αναζητήσεων, και ταυτίστηκε παράλληλα με την έναρξη μιας θαυμαστής (και διεθνώς αναγνωρισμένης) νέας εποχής για το σινεμά της Αυστραλίας. Γοητευμένος από το μυθιστόρημα του Τζέιμς Βανς Μάρσαλ, ο Νίκολας Ρεγκ άφησε πίσω του την ψυχοτροπική εμπειρία του «Performance» για να μετατρέψει το κλασικό αυτό παιδικό ανάγνωσμα σε μια καθαρά ενήλικη εμπειρία, καθιερώνοντας το πρωτοποριακό μοντάζ και το εικονοκλαστικό του ύφος.

Επειτα από μια σύντομη εισαγωγή στο αστικό περιβάλλον ενός προαστίου, η ταινία ακολουθεί τα δύο τέκνα ενός Βρετανού στην αφιλόξενη έρημο, αμέσως μετά τη σοκαριστική αυτοκτονία του πατέρα τους. Διασχίζοντας τις αχανείς εκτάσεις της αυστραλιανής ενδοχώρας με λιγοστές προμήθειες, η 16χρονη κοπέλα και ο μικρός αδελφός της θα συναντήσουν έναν απρόσμενο σύμμαχο στο πρόσωπο ενός έφηβου, Αβορίγινα ιθαγενή, ο οποίος πραγματοποιεί τη δική του περιπλάνηση: μια μακραίωνης παράδοσης τελετή άνδρωσης που απαιτεί τη μοναχική επιβίωσή του στην άγρια φύση. Χωρίς πολλές δυνατότητες επικοινωνίας, θα πορευθούν μαζί σε μια επικίνδυνη διαδρομή που θα σηματοδοτήσει μια βίαια ενηλικίωση και συνάμα τη σεξουαλική τους αφύπνιση.

Αν και συχνά ερμηνεύεται ως μια αντιπαράθεση πολιτισμών με αναμφίβολες οικολογικές αιχμές, το «Walkabout» είναι εντούτοις πολύ πιο σύνθετο. Απεικονίζοντας άλλοτε ποιητικά και άλλοτε με ωμή σκληρότητα ένα σαγηνευτικό μα αμείλικτο φυσικό περιβάλλον όπου άνθρωποι και κτήνη βρίσκονται κάτω από τον ίδιο αδυσώπητο ήλιο, ο Ρεγκ ενορχηστρώνει μια ωδή στη χαμένη αθωότητα και την επαφή με έναν κόσμο που δεν θα μπορέσουμε ποτέ να κατανοήσουμε απόλυτα – ίσως μονάχα όταν είναι πια πολύ αργά.

Walkabout 607 «Walkabout»

Don't Look Now 607 «Μετά τα Μεσάνυχτα»

Μετά τα Μεσάνυχτα (Don’t Look Now, 1973)

Υπάρχουν πολλοί λόγοι για να μνημονεύει κανείς το «Μετά τα Μεσάνυχτα», την ταινία που περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη έχει καθιερωθεί ως το αδιαμφισβήτητο αριστούργημα του Νίκολας Ρεγκ: αποτελεί μια από τις καλύτερες ταινίες τρόμου όλων των εποχών, κουβαλά τη φήμη της διαβόητης ερωτικής σκηνής ανάμεσα στον Ντόναλντ Σάδερλαντ και την Τζούλι Κρίστι, και πρόκειται για εκείνο το φιλμ, που μαζί με τον «Θάνατο στη Βενετία» του Βισκόντι, αποτύπωσε την ιταλική πόλη ως ένα απαράμιλλα παρακμιακό σκηνικό ομορφιάς, μελαγχολίας, θανάτου, αποσύνθεσης και εμμονής.

Με φόντο μια Βενετία παραδομένη στη σήψη και την υγρασία, ένα ζευγάρι πασχίζει να ξεπεράσει τον πνιγμό της κόρης τους, όμως το πένθος παραμονεύει παντού. Στο γυάλινο βλέμμα ενός τυφλού μέντιουμ, στα λαβυρινθώδη σοκάκια μια νεκρής πόλης που δεν αφήνει περιθώρια διαφυγής, σε ένα κόκκινο αδιάβροχο που μπορεί να κουβαλά την ελπίδα ή τον θάνατο. Στην αόρατη αυτή απειλή που αιωρείται πάνω από το εγκαταλειμμένο τουριστικό θέρετρο συνυπάρχουν μια σπαραξικάρδια σπουδή για την απώλεια και ένα αξέχαστο μεταφυσικό ταξίδι σε ανεξερεύνητες περιοχές του πεπρωμένου.

Στοχεύοντας, όπως πάντα, σε κάτι πολύ παραπάνω από μια απλή ταινία είδους, ο Ρεγκ επιτυγχάνει εδώ περισσότερο από ποτέ την πολυπόθητη ισορροπία ανάμεσα στο σασπένς και το συναίσθημα, τα εικονοκλαστικά παιχνίδια του φακού και φυσικά το παραπλανητικό μοντάζ που τον έκανε διάσημο. Κυρίως, όμως, ενορχηστρώνει το μεγαλειώδες όσο και δυσοίωνο χρονικό μιας προαναγγελθείσας τραγωδίας, ανακαλύπτοντας τον απόλυτο τρόμο όχι τόσο στο εμβληματικό, σοκαριστικό φινάλε και την αβάσταχτα αποπνικτική ατμόσφαιρα, αλλά στην ανατριχιαστική διαπίστωση ότι υπάρχουν πράγματα από τα οποία δεν μπορείς ποτέ να ξεφύγεις όσο κι αν προσπαθείς.

The Man Who Fell to Earth 607 «Ο Ανθρωπος Που Επεσε στη Γη»

Ο Ανθρωπος που Επεσε στη Γη (The Man Who Fell to Earth, 1976)

Βασισμένο στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γουόλτερ Τέβις, το «Ο Ανθρωπος Που Επεσε στη Γη» παρακολουθεί την άνοδο και την πτώση ενός εξωγήινου πλάσματος που επισκέπτεται τη Γη για να σώσει τον πλανήτη του από την έλλειψη νερού. Η ανέλιξή του σε πανίσχυρο επιχειρηματία γίνεται με ιλιγγιώδη ταχύτητα χάρη στην ευφυΐα και τις προηγμένες επιστημονικές του γνώσεις. Το ίδιο απότομη, όμως, θα είναι και η καταβαράθρωσή του στην άβυσσο των ανθρώπινων αδυναμιών, καθώς διαβρώνεται ολοκληρωτικά από τον γήινο τρόπο ζωής και παραδίδεται αμαχητί σε κάθε λογής εθισμούς, στο αλκοόλ, το σεξ, και την απάθεια, συμπαρασύροντας στον ξεπεσμό του τους γήινους συνοδοιπόρους του.

Δίπλα σε αυτήν την άκρως πεσιμιστική εικόνα μιας αδυσώπητης αλληγορίας για την παρακμή του ανθρώπινου πολιτισμού, το σκεπτόμενο sci-fi του Ρεγκ ενεργοποιεί ταυτόχρονα συναισθήματα ανέλπιστα για ένα συνήθως ψυχρό κινηματογραφικό είδος: μέσα από τις φευγαλέες και ολοένα πιο αμυδρές αναμνήσεις του ήρωα από την άγονη έρημο του πλανήτη του και την προηγούμενη ζωή του, αλλά και τη θυελλώδη σχέση του με τη γυναίκα που συναντά στη Γη, τα οποία ο σκηνοθέτης ξετυλίγει μέσα από την πιο εξεζητημένη ίσως εκδοχή του αποπροσανατολιστικού αλλά ακαταμάχητα γοητευτικού κατακερματισμού των εικόνων που υπήρξε σήμα κατατεθέν των καλύτερων ταινιών του.

Συχνά αδιαφορώντας για τη συνοχή, ο Ρεγκ εικονογραφεί την ιστορία του ιδιοφυούς, αστρικού επισκέπτη του σαν να επρόκειτο για τη δική του, διαγαλαξιακή εκδοχή του «Πολίτη Κέιν», εκμεταλλευόμενος ταυτόχρονα στο έπακρο την ούτως ή άλλως out of this world περσόνα του Ντέιβιντ Μπόουι, εδώ στον πρώτο του μεγάλο –και ενδεχομένως καλύτερο– ρόλο για το σινεμά.

Bad Timing 607 «Η Δύναμη της Σάρκας»

Η Δύναμη της Σάρκας (Bad Timing, 1980)

Μετρ των εκρηκτικών ερωτικών σκηνών, όπως είχε ήδη αποδείξει στην «Performance», το «Μετά τα Μεσάνυχτα» και στον «Ανθρωπο Που Επεσε στη Γη», ο Νίκολας Ρεγκ δεν θα μπορούσε παρά να αφοσιωθεί κάποια στιγμή ολοκληρωτικά σε ένα κινηματογραφικό ρομάντζο – θα το έκανε όμως κι αυτό, φυσικά, με τον δικό του, απόλυτα ιδιοσυγκρασιακό τρόπο.

Πλέκοντας ένα φλογερό love story με ένα σχεδόν αστυνομικό μυστήριο του οποίου η έκβαση δεν αποκαλύπτεται παρά μονάχα την τελευταία στιγμή, η «Δύναμη της Σάρκας» ξετυλίγει την παράφορη σχέση δύο ασύμβατων χαρακτήρων μέσα από έναν περίτεχνο αφηγηματικό λαβύρινθο. Ο συγκρατημένος και συντηρητικός Αλεξ και η ανεξάρτητη κι ατίθαση Μιλένα γνωρίζονται κι ερωτεύονται στη Βιέννη, κάτω από τη σκιά του Κλιμτ και του Σίλε, σύντομα, όμως, η ζήλια και ο εγωισμός μετατρέπουν την πέρα για πέρα αληθινή αγάπη τους σε μια βαθιά νοσηρή σχέση αλληλεξάρτησης.

Με απρόβλεπτο πρωταγωνιστικό ζευγάρι τον Αρτ Γκαρφάνκελ (των Simon & Garfunkel) και μια συγκλονιστική νεαρή Τερέζα Ράσελ, ο Ρεγκ συλλαμβάνει μια τρομακτική εκδοχή του amour fou. Ομως παρά τις ακρότητες της ιστορίας του, η «Δύναμη της Σάρκας» βιώνεται σαν γροθιά στο στομάχι όχι γιατί εξελίσσεται σαν σκοτεινό θρίλερ, αλλά επειδή αντιπαραβάλει από τη μια στιγμή στην άλλη στιγμές απύθμενης τρυφερότητας με εξάρσεις αμείλικτης ψυχολογικής βίας, μια οδυνηρή παράμετρος συχνά υπαρκτή σχεδόν σε κάθε μεγάλο έρωτα, όσο κι αν συχνά το σινεμά προτιμά να αποφεύγει να τη θίξει. Το αποκορύφωμα έρχεται, φυσικά, με μια σπαρακτική όσο και ζοφερή ερωτική σκηνή, όπου χάρη στο αριστουργηματικό μοντάζ το σεξ και ο θάνατος συναντιούνται σε ένα άνευ προηγουμένου κινηματογραφικό σφιχταγκάλιασμα.

Είναι σχεδόν ανησυχητικό (ή μήπως απλά μοιραίο;) ότι ο σκηνοθέτης και η πρωταγωνίστριά του ερωτεύτηκαν στα γυρίσματα αυτής της ταινίας, την οποία στέλεχος της εταιρείας παραγωγής περιέγραψε γλαφυρά ως «μια αρρωστημένη ταινία, φτιαγμένη από αρρωστημένους ανθρώπους, για αρρωστημένους ανθρώπους».

Nicolas Roeg Theresa Russell 607

Nicolas Roeg Theresa Russell 607 Ο Νίκολας Ρεγκ και η Τερέζα Ράσελ στα γυρίσματα της «Δύναμης της Σάρκας»

Το ταλέντο της Τερέζα Ράσελ

Σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές και γόνιμες περιπτώσεις Πυγμαλίωνα στην ιστορία του σινεμά, ο Νίκολας Ρεγκ υπήρξε υπεύθυνος για την αποκάλυψη ενός εκρηκτικού υποκριτικού ταλέντου που ίσως δεν θα είχαμε ποτέ την ευκαιρία να ανακαλύψουμε χωρίς αυτόν. Η Τερέζα Ράσελ ήταν μόλις 22 ετών, με μονάχα δύο κινηματογραφικές εμφανίσεις στο ενεργητικό της, όταν θα γνώριζε τον Ρεγκ και θα γύριζε τη «Δύναμη της Σάρκας», σε έναν ρόλο που αρχικά προοριζόταν για τη Σίσι Σπέισεκ. Η θαρραλέα, ενστικτώδης ερμηνεία της, ταυτόχρονα αισθησιακή, εύθραυστη, ατίθαση και ανεξέλεγκτη, είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για τον σχεδόν σοκαριστικό συναισθηματικό αντίκτυπο του φιλμ.

Ομως πίσω από τις κάμερες, μια εξίσου παθιασμένη (αλλά ευτυχώς λιγότερο νοσηρή) σχέση θα γεννιόταν, καθώς η νεαρή ηθοποιός και ο τριάντα χρόνια μεγαλύτερός της, Ρεγκ, θα ερωτεύονταν παράφορα. Λίγο αργότερα θα παντρεύονταν, θα έκαναν δύο παιδιά και θα γύριζαν μαζί επτά ταινίες, πριν χωρίσουν οριστικά. Μολονότι η Ράσελ θα παρέμενε δραστήρια και τολμηρή στις επιλογές της κι εκτός της συνεργασίας τους (με κορυφαία στιγμή την εμβληματική femme fatale που ερμήνευσε στο «Black Widow» του Μπομπ Ράφελσον), ελάχιστοι σκηνοθέτες θα κατάφερναν να αναδείξουν το πηγαίο ταλέντο της όπως ο Ρεγκ. Κι ενώ, ομολογουμένως, οι δυο τους δεν θα κατόρθωναν ποτέ να επαναλάβουν τον θρίαμβο της «Δύναμης της Σάρκας», η παρουσία της Ράσελ στις ταινίες του Ρεγκ δεν έπαψε να αποτελεί μια αστείρευτη πηγή πάθους που έδειχνε να τον εγκαταλείπει μετά τον χωρισμό τους.

Nicolas Roeg Theresa Russell 607

Eureka 607 «Eureka»

Eureka (1983)

Αν και συχνά δεν θεωρείται τίποτα παραπάνω από μια ευγενής αποτυχία, το «Eureka» παραμένει συναρπαστικό και μεγαλειώδες ακόμα και ως τέτοιο. Με ένα all star cast της εποχής που περιλαμβάνει τους Τζιν Χάκμαν, Ρούτγκερ Χάουερ, Τερέζα Ράσελ, Μίκι Ρουρκ και Τζο Πέσι, το «Eureka» αποτελεί μια αρχετυπική ιστορία ανόδου και πτώσης, στα χνάρια του «Πολίτη Κέιν», και ταυτόχρονα μια ιστορία τόσο πληθωρική και ανοικονόμητη που ενίοτε φλερτάρει με τη σαπουνόπερα, περιλαμβάνοντας από τελετές βουντού μέχρι δικαστικό δράμα.

Εχοντας αποκτήσει αμύθητα πλούτη ως χρυσοθήρας στον Κανάδα τη δεκαετία του ’20, ένας μεγιστάνας ζει πλέον απομονωμένος στο ιδιωτικό του νησί στην Καραϊβική, έναν τροπικό παράδεισο που διαταράσσεται διαρκώς από τα προβλήματα και τις εντάσεις της δυσλειτουργικής οικογένειά τους και από το στενό μαρκάρισμα του οργανωμένου εγκλήματος και των ανταγωνιστών του.

Παιχνίδια εξουσίας, προσωπικοί δαίμονες και υπαρξιακά ερωτήματα σχετικά με το τίμημα της επιτυχίας κινούν μια ταινία απ’ όπου μπορεί μεν να λείπουν τα συνήθη αφηγηματικά παιχνίδια και οι στιλιστικοί πειραματισμοί του Ρεγκ αλλά δεν απουσιάζουν οι μεγάλες ιδέες. Κι αν το αποτέλεσμα αποδεικνύεται κατώτερο από την έως τότε φιλμογραφία του, οι περιστασιακές αναλαμπές ιδιοφυΐας είναι αρκετές για να καταστήσουν το «Eureka» γνήσιο έργο του δημιουργού του.

Insignificance 607 «Insignificance»

Insignificance (1985)

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί τη Μέριλιν Μονρό, τον Αλμπερτ Αϊνστάιν, τον αθλητή του μπέιζμπολ Τζο Ντι Μάτζιο και τον γερουσιαστή Τζόζεφ ΜακΚάρθι ως χαρακτήρες στο ίδιο έργο; Αυτό ακριβώς έκανε το θεατρικό έργο του Τέρι Τζόνσον, το οποίο ο Ρεγκ διασκευάζει με τη γνωστή του ευρηματικότητα, αφήνοντας δεξιοτεχνικά τον κίνδυνο της θεατρικότητας έξω από τη σκοτεινή αίθουσα – και μαζί μ’ αυτήν και τις όποιες προσδοκίες των θεατών.

Στην πιο παιχνιδιάρικη, χιουμοριστική και ανάλαφρη δημιουργία του (η οποία έμελλε να αποτελέσει και την τελευταία πραγματικά σημαντική δουλειά του), ο Ρεγκ συγκεντρώνει σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου της Νέας Υόρκης πέντε ανώνυμους χαρακτήρες (οι οποίοι ωστόσο δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για το σε ποιους αναφέρονται), για να επιδοθεί σε μια αποδόμηση της Αμερικής των ’50s. Το αποτέλεσμα θα μπορούσε εύκολα να εξελιχθεί σε φαρσοκωμωδία, όμως ο Ρεγκ καταφέρνει να εμβαθύνει πίσω από τα σύμβολα και να τιθασεύσει αυτό το αλλόκοτο γαϊτανάκι ιδεών και διαθέσεων σε μια εκκεντρική κομεντί φαντασίας της οποίας οι φιλοδοξίες εκτείνονται πολύ πιο μακριά από τους τέσσερις τοίχους του δωματίου όπου εκτυλίσσεται: σε έναν πνευματώδη στοχασμό για τη ζωή, τον έρωτα, τη φύση της διασημότητας, την ανάγκη για επικοινωνία και… τον πυρηνικό εφιάλτη.

Insignificance 607 «Insignificance»

Ο σκηνοθέτης που έκανε τους ροκ σταρ ηθοποιούς

Πολλά έχουν γραφτεί για την ατέλειωτη λίστα τραγουδιστών και μουσικών που αποφάσισαν, με μεγαλύτερη ή λιγότερη επιτυχία, να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους στην υποκριτική. Κανείς άλλος, όμως, δεν έμοιαζε να έχει βρει την αλάνθαστη συνταγή της επιτυχίας στο να μετατρέπει μουσικούς σε ηθοποιούς περιωπής, όπως έκανε κατ' επανάληψη ο Νίκολας Ρεγκ. Ο Μικ Τζάγκερ στην «Performance», ο Ντέιβιντ Μπόουι στον «Ανθρωπο Που Επεσε στη Γη» και ο Αρτ Γκαρφάνκελ στη «Δύναμη της Σάρκας», όλοι τους έδωσαν αξιοζήλευτες ερμηνείες που δεν πρόδιδαν την απειρία τους στην υποκριτική, ενώ παράλληλα ο Ρεγκ κατόρθωσε να δαμάσει τις larger than life προσωπικότητές τους και να ακολουθήσει το δικό του όραμα σε πρότζεκτ που συχνά ξεκινούσαν απλά ως ένα ακόμα εμπορικό όχημα για τους ήδη διάσημους σταρ τους.

Bad Timing 607 Με τον Αρτ Γκαρφάνκελ και την Τερέζα Ράσελ στα γυρίσματα της «Δύναμης της Σάρκας»

The Man Who Fell to Earth 607Με τον Ντέιβιντ Μπόουι και την Κάντι Κλαρκ στα γυρίσματα του «Ανθρώπου Που Επεσε στη Γη»

Διαβάστε ακόμη