Το κινηματογραφικό σύμπαν του Κιμ Κι-ντουκ σε 10 πράξεις (για δύσκολους λύτες)

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 12 DEC  /  Μανώλης Κρανάκης

Υπερπαραγωγικός, προκλητικός, άνισος, λυρικός, σκοτεινός... ο Κιμ Κι-ντουκ αφήνει πίσω του ένα έργο που μένει να ανακαλυφθεί από τις επόμενες γενιές και να διαβαστεί κάτω από το πρίσμα του υπό συνθήκες ιδιοφυούς, αμφιλεγόμενου βλέμματός του και της αλαζονικής ύπαρξής του.

Οι ταινίες μου είναι η συνείδησή μου. Κάθε μία από αυτές είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου.»

Κανείς δεν ξέρει αν ο Κιμ Κι-ντουκ θα μείνει στην ιστορία ως κάτι περισσότερο από ένα αγαπημένο παιδί των κινηματογραφικών φεστιβάλ που σε κάποιες από τις ταινίες του μεγαλούργησε εκεί που συνήθως προτιμούσε απλά να προκαλει και να παραμένει πεισματικά άνισος, ολοκληρώνοντας άδοξα με την απότομη φυγή του από επιπλοκές της νόσου Covid-19 στα 59 του χρόνια, μια φιλμογραφία που αποτελείται από τελικά περισσότερες αδιάφορες ή κακές ταινίες παρά από ταινίες ικανές να σημαδέψουν την ιστορία του σινεμά.

Οπως αναφέρει εύστοχα ο Τάσος Χατζηευφραιμίδης στην κριτική για το «Δίχτυ», την τελευταία του ταινία που βγήκε στις ελληνικές αίθουσες και ουσιαστικά την τελευταία που διέθετε κάποιο ενδιαφέρον:: «Ο Κιμ Κι Ντουκ, με εικοσιτέσσερις ταινίες στο ενεργητικό του σε ένα διάστημα μόλις είκοσι χρόνων, είναι, εκτός από παραγωγικότατος, πολυσχιδής και εξαιρετικά άνισος, με δημιουργίες, οι οποίες κυμαίνονται από τον ωμό ρεαλισμό μέχρι τον αιθεροβάμονα λυρισμό κι οι οποίες άλλοτε του έχουν χαρίσει την παγκόσμια φεστιβαλική και μη αναγνώριση κι άλλοτε έχουν προκαλέσει αντιδράσεις και δυσφορία με τις σοκαριστικές εικόνες τους.»

3-Iron 607 Ολομόναχοι Μαζί

the isle Το Νησί

Ολο το έργο του Κιμ Κι-ντουκ είναι μια αντίθεση. Μια αντίθεση που για πολλούς έφτασε στην απόλυτη σύνθεση τουλάχιστον τρεις φορές, στο «Ανοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας και... Ανοιξη», στο «Ολομόναχοι Μαζί» και στο «Pieta» και στην απόλυτη αποσύνθεση τουλάχιστον ισάριθμες αν όχι περισσότερες φορές - με αποκορύφωμα το «Moebius» του 2013 και το ανεκδιήγητο «Human, Space, Time and Ηuman» του 2018, μια όχι ακριβώς παραφωνία, αλλά επιβεβαίωση πως η εμμονοληψία του Νοτιοκορεάτη σκηνοθέτη δεν ήταν πάντα ένας καλός οδηγός για το τελικό αποτέλεσμα.

Παρακάτω απαριθμούμε 10 ταινίες από τη φιλμογραφία του Κιμ Κι-ντουκ που συνθέτουν σαν σύνολο όλον τον κορμό του έργου του, τις θεματικές και την εικαστική του προσέγγιση, τις αναφορές και τη σεναριακή του φόρμα, την κατάδειξη της βίας στο λεπτό σημείο που θα έμοιαζε μέχρι και με αποθέωσή της - ένα σημείο που έρχεται να συναντήσει και τις κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση με τις οποίες συνδέθηκε το όνομά του.

Είναι αλήθεια πως οι περισσότερες ταινίες μου έχουν αναφορές στους εφιάλτες που βλέπω, όχι όταν κοιμάμαι, αλλά όταν είμαι ξύπνιος. Είναι φορές που σε αυτούς τους εφιάλτες βλέπω για σπάνια φορά τον εαυτό μου σε όλη του την ολότητα και μπορώ να αντιληφθώ τις φοβίες και τις αγωνίες του. Οι ταινίες μου είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος για να ξυπνήσω από τον εφιάλτη.»

the isle

To Nησί (The Isle, 2000)

H Χι-Τζιν είναι μια νεαρή όμορφη κοπέλα που η ταπεινή δουλειά της είναι να νοικιάζει πλωτές πλατφόρμες σε υποψήφιους ψαράδες, να κανονίζει να τους πηγαίνει ιερόδουλες εάν το θελήσουν και περιστασιακά να εκδίδεται και η ίδια. Από την μίζερη ζωή της όμως θα την βγάλει ένας νέος ενοικιαστής o Χιν Σικ που λιγομίλητος όπως και αυτή μοιάζει να έχει προβλήματα με την αστυνομία. Η ερωτική τους ιστορία όμως απέχει πολύ από το να έχει ευτυχές τέλος καθώς προσωπικοί εγωισμοί, θανατηφόρα ατυχήματα και η ίδια η αγριότητα της σχέσης τους στέκονται ανυπέρβλητα εμπόδια...

Λυρισμός και αποτροπιασμός, δύο σε ένα, στην ταινία που έκανε το όνομα του Νοτιοκορεάτη ό,τι πιο hot στο φεστιβαλικό κύκλωμα, μετά από τη φημολογούμενη λιποθυμία ενός δημοσιογράφου στην πρώτη προβολή της ταινίας στο Φεστιβάλ Βενετίας. Σε μια από τις πιο «ερωτικές» ταινίες του, παρακολουθούμε (με τα μάτια κλειστά τις περισσότερες φορές) ένα love story που ξεκινάει από την έλξη για να φτάστει στο έγκλημα και ενδιάμεσα να διασχίσει κάθε πιθανή έννοια επιβίωσης, επικράτησης, κυριαρχίας - μια αναγωγή για το ζωικό βασίλειο που δε διαφέρει καθόλου από το ανθρώπινο και του έρωτα που θα κάνει δύο ανθρώπους να ξεσκίσουν (κυριολεκτικά) τις σάρκες τους πριν μπορέσουν να είναι μαζί. Εδώ και στο «3-Iron», συναντάει κανείς και την απόλυτη έκφραση του διχασμού ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία - όρια οδυνηρά, νοσηρά, σε κάθε περίπτωση δυσδιάκριτα, αιώνιοι αντίπαλοι, σχεδόν όπως το καλό με το κακό.

Bad Guy 607

Bad Guy (2001)

O Χαν-Γκι, αρχηγός μιας συμμορίας γκάνγκστερ στην περιοχή με τα κόκκινα φώτα, βλέπει στο δρόμο την Σουν-Χουά, παλιά συμφοιτήτρια από το κολέγιο. Ελκεται αμέσως από την κοπέλα και την κοιτά επίμονα- και παθιασμένα. Εκείνη τον αντιμετωπίζει με παγωμένη, αδιάφορη έκφραση. Εξαλλος από θυμό, την αναγκάζει να τον φιλήσει κι εκείνη τον απωθεί βίαια. 0 Χαν-Γκι σχεδιάζει και πετυχαίνει την εκπόρνευσή της. Τη φυλακίζει σε ένα δωμάτιο και την παρακολουθεί κάθε βράδυ από ένα κρυφό παράθυρο. Μέρα με τη μέρα εκείνη μαραζώνει και ο άντρας υποφέρει. Ανάμεσα στην αγάπη και το μισος, τη λύπηση και την απόγνωση, ο Χαν-Γκι και η Σουν-Χουά γίνονται ένα.

Η σαφής θεώρηση του Κιμ Κι-ντουκ για το ποιος είναι ο «κακός τυπος» του τίτλου, ολοκληρώνεται σε αυτό το υποφωτισμένο νουάρ, αφού άνθρωποι που ζουν στο περιθώριο του οικονομικού ασιατικού θαύματος παραδίνονται αμαχητί στα πάθη και τις εμμονές τους. Η βία κορυφώνεται όσο το πάθος γίνεται μια καταστροφική πράξη και ο Κιμ Κι-ντουκ κερδίζει διεθνή αναγνώριση με την πρώτη ταινία του που κάνει εισιτήρια στη Νότια Κορέα και αυτήν που τον συστήνει σε ένα κοινό που αργότερα θα ξεγελιόταν από τη διττή - πάντα στα όρια του αποτρόπαιου και του ονειρικού - υπόσταση του έργου του. Πολλές φορές και με πολλούς τρόπους.

Adress Unknown

Αγνωστος Παραλήπτης (Suchwiin Bulmyeong, 2001)

Οι κάτοικοι μιας επαρχιακής πόλης στη Νότιο Κορέα, κοντά σε μια αμερικάνικη στρατιωτική βάση, ζουν στο όριο ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο. Ενας νεαρός ψυχωτικός Αμερικάνος που τρέφεταιμόνο με LSD, ένα κορίτσι που δεν βλέπει καλά από το ένα μάτι, ένα μοναχικό αγόρι και ο Τσανγκ-γκουκ που ζει μαζί με τη μητέρα του σε ένα εγκατελλειμμένο στρατιωτικό αεροπλάνο. Αυτή τον μαθαίνει αγγλικά για να συναντήσει κάποια στιγμή τον πατέρα του, του γράφουν μαζί γράμματα αλλά αυτά γυρίζουν πάντα πίσω με την ένδειξη «αγνωστος παραλήπτης».

Η ηθική διάλυση μιας ολόκληρης χώρας που έτυχε να βρεθεί στην πρώτη ζώνη της αρχής του Ψυχρού Πολέμου. Ενός λαού που βίωσε την πιο βίαια και τελεσίδικη διχοτόμηση με τραύματα μισού αιώνα, τα οποία αντί να επουλωθούν μολύνονται και κακοφορμίζουν. Ο Κιμ Κι Ντουκ και ο γκροτέσκος κόσμος του, φυσικά κάνει ό,τι μπορεί, όπως γράφτηκε χαρακτηριστικά, για να «κρατήσει» αυτά τα τραύματα ανοιχτά. Επίσημο άνοιγμα του Φεστιβάλ Βενετίας το 2001.

Bad Guy

Ανοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνας και... Ανοιξη (2003)

Κανείς δεν είναι προστατευμένος έναντι στη δύναμη των εποχών και τον ετήσιο κύκλο της γέννησης, της ανάπτυξης και της φθοράς. Ούτε καν οι δύο μοναχοί που μοιράζονται ένα ερημητήριο. Καθώς περνούν οι εποχές, κάθε πτυχή της ζωής τους εμποτίζεται με μία ένταση που οδηγεί σε μεγαλύτερη πνευματικότητα και συνάμα τραγικότητα. Γιατί αδυνατούν να δραπετεύσουν από τις δυσκολίες της ζωής, τις επιθυμίες, τις δυστυχίες και τα πάθη που διακατέχουν όλους μας. Κάτω από τα παρατηρητικά μάτια του γέρου μοναχού, ένας νεαρός μοναχός βιώνει την απώλεια της αθωότητας, το ξύπνημα της αγάπης όταν μια γυναίκα εισβάλλει στον "κλειστό" τους κόσμο, τη δολοφονική δύναμη της ζήλιας και της εμμονής, το τίμημα της μετάνοιας, τη διαφώτιση μέσω της εμπειρίας. Οι εποχές συνεχίζουν να εναλλάσσονται μέχρι το τέλος του χρόνου, και το ερημητήριο παραμένει το σπίτι του πνεύματος, που ταλαντεύεται ανάμεσα στο τώρα και το πάντα.

Η ταινία που έκανε τον Κιμ Κι-ντουκ το διεθνές όνομα που στη συνέχεια δεν σταμάτησε ποτέ να φιλοξενείται στα διεθνή φεστιβάλ και να προκαλεί με τις συνθέσεις του πάνω στην αντίθεση του καλού και του κακού, δεν είναι παρά ένα φιλοσοφικό δοκίμιο πάνω στο χρόνο που περνά, τη σοφία που αποκτάς μόνο όταν πονέσεις, τον κύκλο της ζωής που δεν σταματά ακόμη κι όταν είσαι σίγουρος πως όλα έχουν τελειώσει. Στην ίσως πιο όμορφη αισθητικά αλλά και στην ίσως πιο «φωτεινή» ταινία του, ο Κιμ Κι-ντουκ χώνεψε όλη τη μέχρι τότε κοσμοθεωρία του για ένα σινεμά σιωπηλό, ερεθιστικό, ικανό να γίνει θέμα συζήτησης ή ακόμη και παράδειγμα για την ίδια την ανθρώπινη ζωή.

Η ταινία συμμετείχε επίσημα στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο όπου διακρίθηκε πολλαπλώς και στο Φεστιβάλ του Σαν Σεμπαστιάν όπου κέρδισε το βραβείο κοινού.

samaritan girl

Το Κορίτσι με το Αγγελικό Πρόσωπο (Samaritan Girl, 2004)

Η Γιάε Γιουνγκ είναι μια περιστασιακή πόρνη ενώ η καλύτερή της φίλη, Γιέο Γιν, κανονίζει τα ραντεβού της με τους πελάτες και είναι υπεύθυνη για τις χρηματικές συναλλαγές. Η Γιάε ερωτεύεται κάποιον από τους πελάτες, όμως αναγκάζεται να κρύψει τα αισθήματά της γνωρίζοντας την παθολογική ζήλεια της φίλης της. Κάποια μέρα, από λάθος της Γιέο, το τμήμα ηθών παγιδεύει την Γιάε Γιουνγκ. Στην προσπάθειά της να ξεφύγει πέφτει από ένα παράθυρο και τραυματίζεται σοβαρά. Σχεδόν μελλοθάνατη, ζητά να ξαναδεί τον άνδρα που ερωτεύθηκε και απαρνήθηκε. Ο άνδρας δέχεται υπό έναν όρο. Να κοιμηθεί με την Γιέο. Αυτό γίνεται, μα όταν οι δυο τους πάνε στο νοσοκομείο, η Γιάε είναι ήδη νεκρή. Η Γιέο, σε μια προσπάθεια να γνωρίσει την ζωή της φίλης της, βρίσκει όλους τους πελάτες της και κοιμάται μαζί τους. Ομως κάποια στιγμή ο πατέρας της θα μάθει, τα αποτελέσματα θα είναι μοιραία...

Λυτρωτικό, παρά το επώδυνο της ιστορίας του, το «Κορίτσι με το Αγγελικό Πρόσωπο» μοιάζει με την πιο αισιόδοξη ταινία της φιλμογραφίας του Κιμ Κι-ντουκ και μαζί η απόπειρά του για μια βόλτα στη γυναικεία ψυχοσύνθεση. Εννοιες όπως φιλία, αφοσίωση, πίστη και εμπιστοσύνη κλονίζονται μέσα από μια διαδρομή που μοιάζει να έχει για κατάληξή της την οριστική διάψευση κάθε σταθεράς, αλλά ο Κιμ Κι-ντουκ κινηματογραφεί τη Σεούλ και τα προάστιά της μέσα από το πρίσμα μιας νέας εποχής όπου ό,τι είναι δεν είναι αυτό που φαίνεται και κάπου στο τέλος του δρόμου κρύβεται μια μεγάλη ανάσα.

Η ταινία κέρδισε το Βραβείο Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου.

3-Iron 607

Ολομόναχοι Μαζί (3-Iron, 2004)

Ο Τάε Σουκ τριγυρνά με την μοτοσικλέτα του γυρεύοντας άδεια σπίτια όπου και εγκαθίσταται. Κολλάει μικρά χαρτιά στις εξώπορτες για να τσεκάρει αν οι ένοικοι λείπουν ή όχι. Ο Τάε Σουκ ζει μέχρι να επιστρέψουν οι ιδιοκτήτες, χωρίς να κλέβει ή να καταστρέφει τίποτα. Μια μέρα θα μπει σε ένα πλουσιόσπιτο κι εκεί θα συναντήσει την Σουν Χουά που υποφέρει από την συμπεριφορά του συζύγου της. Γίνεται μάρτυρας απόπειρας βιασμού της από τον άνδρα της και του επακόλουθου ξυλοδαρμού της. Ο Τάε Σουκ θα προσπαθήσει να πάρει την Σουν Χουά μακριά από τον βάναυσο άνδρα. Μαζί, θα αρχίσουν να ψάχνουν άδεια σπίτια με το ίδιο σύστημα. Σε κάθε σπίτι που «καταλαμβάνουν», ο Τάε Σουκ μαγειρεύει και αναλαμβάνει το νοικοκυριό. Η Σουν Χουά για πρώτη φορά στη ζωή της αισθάνεται τη θαλπωρή ενός σπιτιού. Με τον καιρό ο Τάε Σουκ την ερωτεύεται. Ο πόνος και η μοναξιά θα τους ενώσουν. Κάποια μέρα, σε ένα καινούργιο σπίτι, ανακαλύπτουν το πτώμα ενός ηλικιωμένου. Αφού το θάψουν ακολουθώντας το τυπικό, αρχίζουν μια νέα ζωή στο σπίτι, σαν να ήταν δικό τους. Ομως, αυτή η ευτυχισμένη περίοδος σύντομα θα τελειώσει, όταν o γιος του νεκρού άνδρα θα εμφανιστεί ξαφνικά. Καλεί την αστυνομία, το ζευγάρι συλλαμβάνεται. Ο Τάε Σουκ κατηγορείται για φόνο, διάρρηξη κι απαγωγή, η Σουν Χουά μεταφέρεται απρόθυμη πίσω στον νόμιμο σύζυγό της. Καθώς η Σουν Χουά περιμένει την μέρα που ο Τάε Σουκ θα αποφυλακιστεί, αυτός εφευρίσκει έναν μυστικό τρόπο για να ξαναζήσουν τις παλιές χαρές,

Από τις πιο τρυφερές (αν αυτό είναι κάτι που μπορεί να ειπωθεί τόσο απερίφραστα για μια ταινία του Νοτιοκορεάτη) ταινίες του Κιμ Κι-ντουκ, το «Ολομόναχοι Μαζί» ήταν σχεδόν η δεύτερη, μετά το «Ανοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνα και... Ανοιξη» ταινία ικανή να συστήσει το δημιουργό του σε ένα μεγαλύτερο, πιο μαζικό κοινό. Η βία δεν λείπει, εδώ με τη μορφή της μοναξιάς, της απόγνωσης, της κακοποίησης, αλλά σε μια διαρκή αναζήτηση απελευθέρωσης από τα δεσμά μιας απάνθρωπης κοινωνίας, ο Κιμ Κι-ντουκ γίνεται πιο λυρικός από ποτέ, σχεδόν ποπ στην έκφραση μιας ερωτικής επιθυμίας που μπορεί να υπάρξει μόνο στα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο.

Η ταινία κέρδισε τον Αργυρό Λέοντα Καλύτερης Σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Arirang 607

Arirang (2011)

Μπορεί ο ίδιος να το χαρακτηρίζει, ειρωνικά, ως δράμα, αλλά το «Arirang» του Κιμ Κι-Ντουκ είναι παραπάνω κι από ντοκιμαντέρ, είναι, στην ουσία, ένα home movie που γύρισε ο ίδιος, με πρωταγωνιστή, θέμα και αποκλειστική συμμετοχή τον εαυτό του.

Με το ξεκίνημα της ταινίας μαθαίνουμε ότι ο Κιμ Κι-Ντουκ ζει τα τελευταία τρία χρόνια σ’ ένα παράπηγμα, στη μέση του πουθενά, χωρίς καν τουαλέτα ή τρεχούμενο νερό. Τον βλέπουμε να κόβει ξύλα, να τρώει καρπούς που έχει συλλέξει, να κάνει το νούμερο δύο του, τρεις φορές, να κατασκευάζει μια εσπρεσιέρα, να μαγειρεύει ρύζι. Στη συνέχεια, και όταν ο μονόλογος ξεκινά, ο σκηνοθέτης εξηγεί ότι η μεγαλύτερη ανάγκη του είναι να κάνει, τώρα, μια ταινία, αλλά ότι δεν μπορεί. Νοιώθοντας συναισθηματικά τραυματισμένος – από το παραλίγο μοιραίο ατύχημα της πρωταγωνίστριάς του στην τελευταία του ταινία κι από την προδοσία των δύο βοηθών του που τον εγκατέλειψαν για τον εμπορικό κινηματογράφο – δεν μπορεί να ξεκινήσει κάποιο project κι έτσι γυρίζει την κάμερα στον εαυτό του, με ομολογουμένως αφοπλιστική αμεσότητα και έντονο, μαγνητικό λόγο.

Ποτέ, μάλλον, δεν έχει εκτεθεί τόσο στο κοινό του σκηνοθέτης, όσο ο Κιμ Κι-Ντουκ που, βυθισμένος στο ποτό, ερημίτης και πικραμένος, προσπαθεί να εξηγήσει και να καταλάβει γιατί η επιτυχία του φρενάρησε. Διαρκώς επαναλαμβάνει το πόσο το έργο του έχει εκτιμηθεί διεθνώς, το πόσο ήταν παραγωγικός και αναγνωρισμένος, οι αφίσες, τα σενάρια, αλλά και ολόκληρη σεκάνς από ταινίες του είναι οι μόνοι του σύντροφοι στο ντοκιμαντέρ. Πιθανότατα σκηνοθέτες που ακόμα δεν έχουν βρει το δρόμο τους θα ενθουσιαστούν βλέποντας ότι ένας καταξιωμένος συνάδελφός τους τραβάει μεγάλα ζόρια, κι αυτό είναι οπωσδήποτε ένα από τα πλεονεκτήματα της ταινίας, παρότι εσωτερικής κατανάλωσης μόνο. Επιπλέον, είναι συγκλονιστική η συνειδητοποίηση ότι αυτός ο σκηνοθέτης – ποιητής – φιλόσοφος είναι τόσο αφοσιωμένος στον κινηματογράφο που χρησιμοποιεί το ίδιο το μέσο του για την προσωπική του ψυχανάλυση και το κοινό ως εμψυχωτή ή σύμβουλο ή κριτή του.

Η ταινία κέρδισε το μεγάλο βραβείο στο τμήμα «Ενα Κάποιο Βλέμμα» του Φεστιβάλ Καννών.

Διαβάστε εδώ περισσότερα για το «Arirang»

Pieta 607

Pieta (2012)

Εχοντας προσληφθεί ως μπράβος από τοκογλύφους, ένας άντρας εκφοβίζει και απειλεί αυτούς που χρωστάνε ώστε να επιστρέψουν τα χρήματα που έχουν δανειστεί. Μια ημέρα, μια γυναίκα εμφανίζεται μπροστά του και ισχυρίζεται ότι είναι η μητέρα του. Ο άντρας την απορρίπτει ψυχρά στην αρχή, όμως σταδιακά την δέχεται στη ζωή του. Τότε είναι που αποφασίζει να εγκαταλείψει τη σκληρή δουλειά του και να ζήσει μια φυσιολογική, πιο κόσμια και λογική ζωή. Ξαφνικά όμως η μητέρα του απαγάγεται. Υποθέτοντας ο ίδιος ότι πιθανώς να είναι κάποιος από το παρελθόν που του έχει φερθεί βίαια, ξεκινάει και βλέπει έναν έναν αυτούς που είχε κάποτε ενοχλήσει ώστε να βρει τη μητέρα του. Τελικά βρίσκει τον απαγωγέα για να έρθει αντιμέτωπος όμως με τρομερά σκοτεινά μυστικά του παρελθόντος που τον φοβίζουν πραγματικά, και που είναι προτιμότερο να μην τα είχε μάθει ποτέ.

Δεν είναι τυχαίο πως το «Pieta» γεννήθηκε ακριβώς την εποχή όπου ο Κιμ Κι-ντουκ έζησε μια βασανιστική περίοδο ενδοσκόπησης, αποσυρμένος από τα εγκόσμια και αποφασισμένος να αφήσει πίσω του το ένδοξο παρελθόν που τον είχε ανακηρύξει – με 17 ταινίες μέσα σε 15 χρόνια - σε μια από τις πιο υπολογίσιμες δυνάμεις του ασιατικού σινεμά, τόσο εντός φεστιβαλικού κυκλώματος αλλά και στις αίθουσες του πλανήτη. Ούτε φυσικά είναι τυχαίο πως μετά το «Arirang», την αυτοβιογραφική ταινία που ο Κιμ Κι-ντουκ γύρισε μέσα στο παράπηγμα όπου ζούσε απομονωμένος στη μέση του πουθενά και παρουσίασε αυτοπροσώπως στο Φεστιβάλ των Καννών πριν από δύο χρόνια, ήταν λίγοι αυτοί που διατήρησαν ζωντανή την ελπίδα πως κάποια μέρα ο σκηνοθέτης του «Ανοιξη, Καλοκαίρι, Φθινόπωρο, Χειμώνα και Ανοιξη» και του «3-Iron») θα μπορούσε να γυρίσει ξανά μια «κανονική» Κιμ Κι Ντουκ ταινία. Αν, όμως, ισχύει πως ακόμη και στη ζωή ενός καλομαθημένου (για πολλούς και όχι άδικα υπερεκτιμημένου) δημιουργού χρειάζεται μόνο μια στιγμή για να ανατρέψει τα πάντα, αυτή η στιγμή για τον Κιμ Κι Ντουκ ήταν όταν συνειδητοποίησε πως δεν υπάρχει καμία λύτρωση αν πριν δεν έχει προηγηθεί η φρίκη.

Η ταινία κέρδισε το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για το «Pieta»

Moebius 607 2

Moebius (2013)

Η απατημένη σύζυγος και μητέρα ενός έφηβου αγοριού θέλει να εκδικηθεί τον άπιστο σύζυγό της, ευνουχίζοντάς τον. Οταν δεν θα το καταφέρει, η μανία της θα είναι τόσο σαρωτική που θα τιμωρήσει με τον ίδιο τρόπο τον γιο της. Ο,τι ακολουθεί στα 90 περίπου λεπτά της ίσως πιο «επί τούτου» προκλητικής ταινίας του Κιμ Κι Ντουκ είναι κάτι που πραγματικά δεν περιγράφεται με λέξεις, αλλά μόνο με εκφράσεις δυσφορίας, αποτροπιασμό του θεατή, μια αγωνιώδη προσπάθεια να μην δεις κάτι από όλα τα απεχθή που εκτυλίσσονται μπροστά στα μάτια σου, σε έναν κύκλο απόλυτης βίας που δεν σταματάει πουθενά παρά μόνο αφού έχει ισοπεδώσει μαζί με τον όποιο θεσμό της οικογένειας και κάθε ίχνος ανθρωπιάς, ηθικής και κυρίως κάθε πεπατημένης σεξουαλικής συμπεριφοράς.

Πιο βίαιος από ποτέ (τα αγκίστρια στο «Νησί» ήταν απλά παιδικά παιχνίδια), με απόλυτα σαφή τον εσωτερικό τρόπο με τον οποίο χτίζει μια απεχθή αιματηρή τραγωδία χωρίς ούτε μια λέξη από τους ήρωες του και ικανός να σε κάνει να κοιτάς συνεχώς το παντελόνι σου (αν είσαι άντρας), ο Κιμ Κι-ντουκ οδηγεί στα απόλυτα άκρα την ιστορία μιας - προσοχή ακολουθεί ευφημισμός - «προβληματικής» ενηλικίωσης, χωρίς ωστόσο να απαρνείται λεπτό τις θεματικές του γύρω από την ανθρώπινη μοναξιά, τη δυσλειτουργική αγία οικογένεια και το σχήμα μιας χριστιανικής παραβολής για έναν κόσμο που δεν έχει παρά ελάχιστες ελπίδες για σωτηρία.

Η ταινία συμμετείχε στο Διαγωνιστικό Τμήμα του Φεστιβάλ Βενετίας.

Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για το «Moebius»

The Net 607

Το Δίχτυ (Geumul, 2017)

Ο Ναμ, ένας φτωχός, φιλήσυχος ψαράς στη Βόρεια Κορέα, ζει σε μια από τις πλέον επικίνδυνες περιοχές του πλανήτη, κοντά στην αποστρατικοποιημένη ζώνη των συνόρων με τη Νότια Κορέα, και τα νερά στα οποία απλώνει καθημερινά τα δίχτυα του είναι μια εν δυνάμει εμπόλεμη ζώνη ανάμεσα στα δύο κράτη ενός διχασμένου επί δεκαετίες λαού. Η βάρκα του είναι το μοναδικό μέσο βιοπορισμού που διαθέτει γι’ αυτόν και την οικογένεια του και ζει μία ήρεμη κι ευτυχισμένη για τα δικά του δεδομένα ζωή, έστω κι αν η τρώγλη στην οποία κατοικεί και στην οποία δεσπόζει στρατηγικά και ειρωνικά μια τεράστια αφίσα των Κιμ Ιλ Σονγκ και Κιμ Τζογκ Ιλ φαντάζει στο θεατή ως άλλη μια απόδειξη της εξαθλίωσης στο απομονωμένο διεθνώς σοσιαλιστικό καθεστώς. Ολα θα ανατραπούν μοιραία, ωστόσο, όταν το δίχτυ του πιαστεί στην προπέλα της βάρκας του και το θαλάσσιο ρεύμα τον μεταφέρει αβοήθητο και παρά τη θέλησή του στο νότιο άκρο της κορεατικής χερσονήσου. Εκεί οι αρχές της χώρας θα τον αντιμετωπίσουν ως κατάσκοπο του εχθρού, θα τον υποβάλλουν σε ανακρίσεις και θα προσπαθήσουν να τον προσηλυτίσουν στον καπιταλιστικό τρόπο ζωής παρά τις έντονες κι απέλπιδες διαμαρτυρίες του να γυρίσει στην πατρίδα του και την οικογένειά του.

Κινούμενος ανάμεσα σ’ αυτό το μανιχαϊστικό δίπολο δύο εκ διαμέτρου αντίθετων καθεστώτων, ο Κιμ Κι-ντουκ μετατρέπει τον πρωταγωνιστή του σε ένα καφκικό σύμβολο της καταπίεσης που υφίσταται ο απλός, καθημερινός άνθρωπος από την εξουσία, η οποία απλώνει το δίχτυ της (προφανής, αλλά όχι απλοϊκος, ο συμβολισμός του τίτλου) και τον εγκλωβίζει στον ιδεολογικό μηχανισμό της, στερώντας του κάθε δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού. Προς τιμήν του, μάλιστα, ο σκηνοθέτης δεν χαρίζεται σε καμία από τις δύο πλευρές και στέκεται επικριτικά τόσο ως προς τον σοσιαλιστικό Βορρα, όσο και ως προς τον καπιταλιστικό Νότο.

Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για το «Δίχτυ»


Δείτε την ταινία μικρού μήκους που γύρισε ο Κιμ Κι-ντουκ για το πρότζεκτ «Venezia 70 - Future Reloaded» για τα 70 χρόνια του Φεστιβάλ Βενετίας:


Δείτε εδώ το «Arirang» με αγγλικούς υπότιτλους


Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.