«Η Πεντάμορφη και το Τέρας» αλλιώς: Επτά διαφορετικά κινηματογραφικά παραμύθια

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ 15 MAR  /  Θανάσης Πατσαβός 0 Σχόλια

Αφήνουμε για λίγο στην άκρη την Disney και τις μουσικοχορευτικές διασκευές της για να θυμηθούμε μερικές από τις πιο προκλητικά εναλλακτικές και γοητευτικά σκοτεινές κινηματογραφικές εκδοχές του γνωστού παραμυθιού.

Ενα από τα πιο δημοφιλή παραμύθια όλων των εποχών, η κλασική ιστορία φαντασίας που έγραψε το 1757 η Γαλλίδα Ζαν-Μαρί Λεπρίνς ντε Μπομόν (βασισμένη με τη σειρά της στην ιστορία της συμπατριώτισσάς της, Γκαμπριέλ-Σουζάν Μπαρμπό ντε Βιλνέβ) έχει αποτελέσει το υλικό για εκατοντάδες κινηματογραφικές, τηλεοπτικές και θεατρικές διασκευές, αλλά και έμπνευση για ακόμα περισσότερες παραλλαγές σε κάθε πιθανό μέσο.

Με αφορμή την πιο πρόσφατη μεταφορά του στη μεγάλη οθόνη, με πρωταγωνίστρια την Εμα Γουάτσον, αφήνουμε για λίγο στην άκρη τις ανώδυνες, παιδικές ονειροφαντασίες και τις μουσικοχορευτικές βερσιόν της Disney, μέσα από τις οποίες έχει γίνει κυρίως διάσημο το γνωστό παραμύθι, για να θυμηθούμε μερικές από τις πιο προκλητικά εναλλακτικές και γοητευτικά σκοτεινές κινηματογραφικές εκδοχές του.

Διαβάστε ακόμη: Η μοντέρνα Βίβλος των μιούζικαλ του 21ου αιώνα

Beauty and the Beast 607

La Belle et la Bête (1946) του Ζαν Κοκτό

Πρότυπο αναγεννησιακού καλλιτέχνη (συγγραφέας, ποιητής, ζωγράφος, σκηνοθέτης, θεατρικός συγγραφέας), ο Ζαν Κοκτό θα γνώριζε την καλύτερη κινηματογραφική στιγμή του με την πιο αιθέρια, ονειρική και απροσδιόριστα αισθησιακή μεταφορά του γνωστού παραμυθιού στο σινεμά. Με εμφανείς τις εικαστικές καταβολές του δημιουργού του και επιρροές από τη δουλειά του χαράκτη Γκιστάβ Ντορέ, παραμυθένια κοστούμια και σκηνικά (με τα «ζωντανά» κηροπήγια να αποτελούν ακόμα και σήμερα υπόδειγμα απλοϊκών αλλά άκρως λειτουργικών εφέ), εξαίσια ασπρόμαυρη φωτογραφία και ένα ανάλογα ρομαντικό σκορ από τον Ζορζ Ορίκ, το «La Belle et la Bête» κατόρθωνε να ζωντανέψει με απαράμιλλα εκθαμβωτικό τρόπο την παραμυθένια ατμόσφαιρα της ιστορίας του, περιβάλλοντάς την ταυτόχρονα με έναν σκληρό, καταπιεστικό κόσμο που μοιάζει να κυριαρχείται από την ανθρώπινη αλαζονεία και ματαιοδοξία. Χαρίζοντας στον σύντροφό του, Ζαν Μαρέ, τον πιο χαρακτηριστικό ρόλο της καριέρας του και στο σινεμά ένα από τα πιο αξέχαστα τέρατα που το επισκέφθηκαν ποτέ, ο Κοκτό θα επιφύλασσε επιπλέον για το φινάλε έναν ειρωνικό υπαινιγμό για αυτό που όλοι μας έχουμε σκεφτεί: Μερικές φορές τα τέρατα είναι πιο γοητευτικά από τους πρίγκιπες. Ή όπως θα έλεγε η Γκρέτα Γκάρμπο μετά το τέλος της ταινίας, όταν την είδε για πρώτη φορά: «Δώστε μου πίσω το Τέρας μου!».

King Kong 607

King Kong (1933) των Μέριαν Σ. Κούπερ και Ερνεστ Μπ. Σόντσακ

«Δεν ήταν τα αεροπλάνα. Ηταν η πεντάμορφη που σκότωσε το τέρας». Η αθάνατη ατάκα που ακολουθεί τον χαμό του γιγαντιαίου γορίλα στο φινάλε του κλασικού «King Kong» είναι ενδεικτική της φιλοδοξίας των δύο σκηνοθετών του (και δημιουργών ντοκιμαντέρ, μέχρι τότε), Μέριαν Σ. Κούπερ και Ερνεστ Μπ. Σόντσακ, να συνδυάσουν μια άνευ προηγουμένου εξωτική περιπέτεια και μια θεαματική ταινία καταστροφής με ένα αντισυμβατικό love story ανάμεσα στην καλλονή Φέι Ρέι (η αρχετυπική screaming queen του Χόλιγουντ) και τον βασιλιά Κονγκ. Η συνάντησή τους είναι ταυτόχρονα μια σύγκρουση ανάμεσα στα πιο πρωτόγονα ανθρώπινα ένστικτα και την υποκρισία του σύγχρονου πολιτισμού, ανάμεσα στο παρθένο τοπίο του ανεξερεύνητου νησιού που αποτελεί το βασίλειο του μαλλιαρού τιτάνα και στη ζούγκλα της Νέας Υόρκης, αλλά και μια αθέλητη (;) και εξαιρετικά πρώιμη αλληγορία για τους αδίστακτους μηχανισμούς του θεάματος. Οσα εκκωφαντικά ριμέικ της ιστορίας κι αν ακολουθήσουν, όσα εξελιγμένα ειδικά εφέ κι αν αντικαταστήσουν τις πρωτοποριακές για την εποχή stop-motion animation τεχνικές, τίποτα δεν θα μπορέσει να εξαλείψει την αίσθηση της αυθεντικής ρομαντικής τραγωδίας που σημάδεψε αυτό το πρώτο μοιραίο ραντεβού της ωραίας και του κτήνους στην κορυφή του Empire State Building.

Panna a netvor 607

Beauty and the Beast (Panna a netvor, 1978) του Γιουράι Χέρτς

Αν ο Ζαν Κοκτό φρόντισε να ντύσει την «Πεντάμορφη και το Τέρας» με ανείπωτο λυρισμό, ο Σλοβάκος Γιουράι Χερτς, ένας από τους πρωτεργάτες του τσεχοσλοβάκικου Νέου Κύματος, ανέλαβε να αναδείξει όπως κανείς άλλος μέχρι τότε τη γοτθική καρδιά της. Πιο πιστή στην πρωτότυπη ιστορία, αλλά κυρίως στη διάχυτη απειλητική ατμόσφαιρα των κατάμαυρων διηγήσεων παραμυθάδων όπως οι αδελφοί Γκριμ, η δική του εκδοχή φλερτάρει ανοιχτά με την ταινία τρόμου, προσφέροντας παράλληλα μια από τις πιο ευφάνταστες απεικονίσεις του Τέρατος ως ένα πλάσμα με κάπα βρικόλακα, αιμοδιψείς ορέξεις και ράμφος αρπακτικού πτηνού, συνοδευόμενο από ένα voice over που εκπροσωπεί την κτηνώδη συνείδησή του. Πλημμυρισμένο από δυσοίωνα πορτρέτα, ζοφερές παρουσίες, αποπνικτικό μπαρόκ διάκοσμο και μια σαγηνευτική αίσθηση πολυτελούς παρακμής, το φιλμ του Χερτς αποτελεί ένα από τα καλύτερα και πιο σκοτεινά δείγματα της παράδοσης του ανατολικοευρωπαϊκού σινεμά των ’70s, που βρήκε στις ευρηματικές κινηματογραφικές διασκευές γνωστών παραμυθιών ένα αντίδοτο στο καταπιεστικό πολιτικό κλίμα και μια διέξοδο από τη λογοκρισία της εποχής.

Edward Scissorhands 607

Ο Ψαλιδοχέρης (Edward Scissorhands, 1990) του Τιμ Μπάρτον

Μια ωδή στα κάθε είδους freaks και τους απόκληρους αυτού του κόσμου, κι ένας φόρος τιμής στα αγαπημένα κινηματογραφικά τέρατα του Τιμ Μπάρτον (με το ίνδαλμα του σκηνοθέτη, τον cult ηθοποιό Βίνσεντ Πράις, να πραγματοποιεί εδώ το κύκνειο άσμα του, στο ρόλο του δημιουργού του επώνυμου χαρακτήρα), ο «Ψαλιδοχέρης» παντρεύει τους μύθους του Φρανκενστάιν και του Πινόκιο με μια ανεκπλήρωτη ερωτική ιστορία που φαντάζει ξεκάθαρα ως μακρινός απόγονος της «Πεντάμορφης και του Τέρατος». Ενισχυμένο από την αδιαμφισβήτητη χημεία ανάμεσα στο τότε ζεύγος Γουινόνα Ράιντερ και Τζόνι Ντεπ (εδώ στην ιδανική ισορροπία του μεταξύ ευαισθησίας και εκκεντρικότητας), ο «Ψαλιδοχέρης» αποτελεί την πιο παραμυθένια στιγμή των ’90s, ξετυλίγοντας με την αισθητική ενός ποπ μελαγχολικού ονείρου την ιστορία ενός συνεσταλμένου νεαρού με κόμμωση αλλά Ρόμπερτ Σμιθ και ψαλίδια αντί για δάχτυλα, ο οποίος βρίσκει απρόσμενο σύμμαχο και αδελφή ψυχή στο πρόσωπο της έφηβης κόρης της οικογένειας που τον περιμαζεύει συμπονετικά από την καταθλιπτική του έπαυλη. Με όχημα το κλισέ του παρεξηγημένου περιθωριακού ήρωα που το μόνο που αναζητά απεγνωσμένα είναι η αποδοχή, ο Μπάρτον συνθέτει ταυτόχρονα μια αιχμηρή σάτιρα των φαινομενικά ειδυλλιακών, παστέλ αμερικανικών προαστίων που δεν διστάζουν να ανακαλύψουν αποδιοπομπαίους τράγους σε οτιδήποτε δεν χωρά βολικά στα καλοκουρεμένα τους παρτέρια.

Creature from the Black Lagoon 607

Creature from the Black Lagoon (1954) του Τζακ Αρνολντ

Στον μακρινό απόηχο της χρυσής εποχής τρόμου του Χόλιγουντ και της Universal, που τη δεκαετία του ’30 άφησε παρακαταθήκη κλασικά monster movies όπως ο «Δράκουλας», ο «Φρανκενστάιν», η «Νύφη του Φρανκενστάιν» και ο «Αόρατος Ανθρωπος», το τερατολάγνο στούντιο εμπνεύστηκε ένα από τα πιο αφελή και συνάμα απολαυστικά creature features της πληθωρική παραγωγής του. Η περιπέτεια μιας ομάδας επιστημόνων (ανάμεσά τους, φυσικά, και η γοητευτική δεσποσύνη που τραβά την προσοχή του βραγχιοφόρου πλάσματος) η οποία αναζητά τα ίχνη ενός προϊστορικού, αμφίβιου τέρατος στα βάθη της ζούγκλας του Αμαζονίου χρωστά πολλά στον πρωτοπόρο «King Kong», ειδικά όσον αφορά τη συμπαθητική απεικόνιση του ανθρωπόμορφου κτήνους από τον σκηνοθέτη Τζακ Αρνολντ (δημιουργού του επίσης κλασικού «The Incredible Shrinking Man»), αλλά και το αλλόκοτο love story μεταξύ δύο μάλλον μη συμβατών σεξουαλικά ειδών. Ο μύθος θέλει το φιλμ να αποτελεί μια από τις αγαπημένες ταινίες του Ινγκμαρ Μπέργκμαν, ο οποίος κατά παράδοση την έβλεπε κάθε χρόνο την ημέρα των γενεθλίων του – υποθέτουμε σαν ένα ευχάριστο διάλειμμα από τα δικά του δράματα δυσλειτουργικού συζυγικού βίου! Με σκηνές που προαναγγέλλουν τα «Σαγόνια του Καρχαρία» κι ένα εμβληματικό τέρας, ωστόσο, το «Creature from the Black Lagoon» αποτελεί κάτι παραπάνω από ξεπερασμένη ένοχη απόλαυση.

Mask 607

Mask (1985) του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς

Πιο κοντά στον ρεαλισμό του «Ανθρώπου Ελέφαντα» (1980) του Ντέιβιντ Λιντς, και βασισμένο επίσης σε αληθινή ιστορία, το «Mask» ξεδιπλώνει τη δραματική εφηβεία του Ρόκι Ντένις, ενός νεαρού που πάσχει από μια σπάνια εκφυλιστική ασθένεια η οποία του επιβάλλει να αντιμετωπίζει καθημερινά την περιφρόνηση και την αποστροφή των γύρω του. Ομως το τεράστιο κρανίο και το παραμορφωμένο του πρόσωπο δεν αποθαρρύνουν την Νταϊάνα, μια τυφλή κοπέλα που γνωρίζει σε μια κατασκήνωση, η οποία γοητεύεται από τον ευγενικό χαρακτήρα του – δυστυχώς η σχέση τους κάθε άλλο παρά ενθουσιάζει τους γονείς της. Μια αναμφίβολα συγκινητική ιστορία που πολύ εύκολα θα μπορούσε να κατρακυλήσει σε απύθμενα βάθη μελοδραματισμού και διδακτισμού στα χέρια κάποιου λιγότερου ικανού επιτελείου, απογειώνεται χάρη στον διακριτικό χειρισμό του Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, το συγκρατημένο σενάριο και, κυρίως, τις ερμηνείες των Ερικ Στολτζ και Λόρα Ντερν, στους ρόλους των δύο εφήβων, αλλά και της Σερ, στο ρόλο της αλκοολικής, μηχανόβιας μητέρας του πρώτου, η οποία απέσπασε μάλιστα το βραβείο καλύτερης γυναικείας ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών.

The Toxic Avenger 607

The Toxic Avenger (1984) των Μάικλ Χερτς και Λόιντ Κάουφμαν

Η κορωνίδα της ανυπέρβλητα trash παραγωγής της εταιρείας Troma, διαβόητης για μια σειρά τραγελαφικών, low budget ταινιών τρόμου, είναι το φιλμ που κατέχει το μεγαλύτερο cult status ανάμεσα στις ανίερες δημιουργίες της. Ενα βδελυρό μείγμα υπερηρωικών κόμικ αναφορών και χοντροκομμένης εφηβικής σεξοκωμωδίας από το έξω διάστημα, η ταινία διαθέτει έναν χαρακτηριστικά αουτσάιντερ ήρωα στο πρόσωπο ενός ντροπαλού, λιπόσαρκου επιστάτη που πέφτει θύμα διαρκούς χλεύης από τους φουσκωτούς θαμώνες του γυμναστηρίου όπου δουλεύει, μέχρι που η ταπεινωτική πτώση του σε τοξικά απόβλητα τον μεταμορφώνει σε αποκρουστικό αλλά μυώδη εκδικητή. Ο,τι ακολουθεί είναι μια απολαυστικά μη πολιτικά ορθή και ντελιριακά camp παρωδία των ταινιών με σούπερ ήρωες, με τον πρωταγωνιστή να σκορπά χαρωπά το μακελειό γύρω του, σε μια προσπάθεια να πάρει το αίμα του πίσω, να αποδώσει δικαιοσύνη και να κερδίσει το κορίτσι – τουτέστιν μια τυφλή, πλην χυμώδη νεαρά που θα εκτιμήσει τον εσωτερικό του κόσμο και θα ανακαλύψει τις κρυφές του χάρες. Ενα ανεπανάληπτο ρεσιτάλ κακού γούστου που θα ζήλευε και ο Τζον Γουότερς, το φιλμ απευθύνεται ωστόσο αναμφίβολα σε δυνατά στομάχια που θα εκτιμήσουν το μαύρο χιούμορ και την καρτουνίστικη βία, η οποία περιλαμβάνει μεταξύ άλλων ουκ ολίγες αγριότητες εναντίον ανηλίκων!

Διαβάστε ακόμη

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας.