Ξεκινώντας - δικαιωματικά - από το τέλος, η έναρξη του 67ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης γράφεται ήδη στο μεγάλο βιβλίο των ενάρξεων ως μια από αυτές που θα κρατήσουν καιρό...
Κι αυτό εξαιτίας του Παύλου Παυλίδη που σε μια συναυλία ταυτόχρονα μαζική και ιδιωτική στην Αποθήκη Γ' , αφιέρωσε στο Φεστιβάλ, στη Θεσσαλονίκη, στην Παλαιστίνη και στις φωτιές που συνεχίζουν να καίνε στο Λιμάνι της πόλης τουλάχιστον τώρα τρεις δεκαετίες. Με ένα best of που πρόλαβε να κλείσει μέσα του τα Ξύλινα Σπαθιά, τις πυρκαγιές που χωράνε μέσα σε ένα σπιρτόκουτο, λευκές καταιγίδες και φυσικά τη Μαίρη που λέει απόψε να πάει σινεμά, ο Παύλος Παυλίδης φώναξε «Σαλόνικα» ακριβώς τη στιγμή που η πόλη τραγουδούσε απέξω φυσικά τους στίχους της μουσικογραφίας του.
Αναρωτιόμαστε, ποιο θα μπορούσε να είναι το επόμενο live act έναρξης Φεστιβάλ, μετά από αυτό.
Διαβάστε ακόμα: Οδηγός Επιβίωσης για το 67ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης
Λίγο πριν στο Ολύμπιον, η Τόνια Σωτηροπούλου και ο Κωστής Μαραβέγιας, cool παρουσιαστές της τελετής έναρξης, άνοιξαν το Φεστιβάλ παρουσιάζοντας τα highlights του φετινού προγράμματος. Ευτυχώς έλειψαν οι πολλοι λόγοι επισήμων, επειδή - ευτυχώς - έλειπαν και οι επίσημοι (!), με τον Κώστα Γιούτικα, Αντιπεριφερειάρχη Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος Κεντρικής Μακεδονίας να δίνει στίγμα αναφερόμενος στα σινεμά της Θεσσαλονίκης που χάθηκαν μέσα στα χρόνια και στην απόφασή του να προστατέψει όσα έχουν απομείνει.
H παρέμβαση της Πρωτοβουλίας Φοιτητριών Τμήμα Κινηματογράφου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης - αναφέρθηκαν στην παγίδα ενός κρατικού φεστιβάλ που ικανοποιεί όλους, αλλά ακινητοποιεί τη δράση και την αντίδραση που γεννιέται μόνο στους δρόμους - έδωσε τη σκυταλη στον «Μινώταυρο» του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, στην επίσημη πρώτη του στην Ελλάδα.
Αλλεπάλληλοι λαβύρινθοί, χωρίς προφανείς εξόδους κινδύνου...
Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου 2026, To Flix βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να σας μεταφέρει όλα όσα συμβαίνουν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες στο ειδικό τμήμα «67ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης» που ανανεώνεται συνεχώς.
ΟΙ ΤΑΙΝΙΕΣ
Μινώταυρος (Minotaur) του Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ | Ειδικές Προβολές
Φθινόπωρο, 2022. H Ρωσία έχει ξεκινήσει τους βομβαρδισμούς της Ουκρανίας και ταυτόχρονα συγκεντρώνει τον ανδρικό πληθυσμό για το χερσαίο στρατό της. Τεράστιες αφίσες στους αυτοκινητόδρομους προσκαλούν τους Ρώσους πολίτες να γίνουν ήρωες, ενώ από τις τηλεοράσεις διαφημίζονται οι αμοιβές για όσους θα καταταγούν εθελοντικά. Υπάρχει κι ο κρυφός, ανεπίσημος δρόμος: κυβερνητικές εντολές έρχονται στα γραφεία των επιχειρήσεων ζητώντας καθοδήγηση ως προς το ποιους να επιστρατεύσουν. Κάπως έτσι, μετά από πίεση του Δημάρχου (με τον οποίο εμμέσως πλην σαφώς εμπλέκονται τα συμφέροντα του), ο επιχειρηματίας Γκλεμπ Μορόζοφ πρέπει να φτιάξει τη δική του λίστα: 14 υπαλλήλους που μπορούν να φύγουν για τον πόλεμο, γιατί η απουσία τους δε θα διαταράξει σοβαρά την προσοδοφόρα γραμμή της παραγωγής.
Ο Γκλεμπ αγχώνεται και όλο παρατείνει αυτή τη δουλειά. Πώς στέλνει κανείς 14 ανθρώπους στο θάνατο; Ομως, στην πραγματικότητα δεν πολυασχολείται με τον πόλεμο. Ο δικός του μαίνεται στο σπίτι. Το πανάκριβο του σπίτι στη λίμνη, απομακρυσμένο και απρόσιτο, αλλά με γυάλινες τζαμαρίες κι επιφάνειες όπου κανένα πρόβλημα δεν μπορεί πραγματικά να κρυφτεί.
Οπως η ψύχρα που έχει σκεπάσει το γάμο του με την Γκαλίνα, την όμορφη γυναίκα του. Η Γκαλίνα εκπληρώνει υποδειγματικά τον ρόλο της ως σύζυγος και μητέρα του έφηβου γιου τους, Σεριόζα, όμως ο Γκλεμπ διαισθάνεται πως κάτι δεν πάει καλά. Για αυτό κι αναθέτει στον επικεφαλής της ασφάλειάς του, να κάνει μια ιδιωτική έρευνα. Τα αποτελέσματα της, δυστυχώς, τον δικαιώνουν: η γυναίκα του τον απατά με ένα νεαρό, όμορφο φωτογράφο.
Κι όπως οι δικτάτορες αυτού του κόσμου αποφασίζουν για την μοίρα των λαών, έτσι κι αυτός ο micro-ολιγάρχης θα αποφασίσει για την τύχη του ανταγωνιστή του. Οπως κι ο μύθος του Μινώταυρου (τυχαίο ότι τον τάιζαν, θυσιάζοντας καθημερινά 7 άνδρες και 7 γυναίκες - 14 άτομα) συμβολίζει το εκδικητικό κτήνος που κατοικεί στους λαβύρινθους του ασυνείδητου μας, έτσι κι ο Γκλεμπ έρχεται αντιμέτωπος με την πιο σκοτεινή πλευρά του εαυτού του.
Το 79ο Φεστιβάλ Καννών διεξάγεται φέτος από τις 12 μέχρι και τις 23 Μαΐου. Το Flix θα βρίσκεται στις Κάννες για να σας μεταφέρει όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες. Μαθαίνετε όλα τα νέα στο ειδικό τμήμα του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.
Ο Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ επιστρέφει με ένα -φαινομενικά- προσωπικό δράμα, το οποίο μάλιστα αποτελεί και άτυπη διασκευή της «Απιστης Συζύγου» (La Femme Infidele, 1969) του Κλοντ Σαμπρόλ. Αποδεικνύει όμως για ακόμα μία φορά ότι σε όλες τις ταινίες του το προσωπικό είναι πολιτικό.
Γιατί η δική του σεναριακή διασκευή (την οποία συνυπογράφει με τον νέο συνεργάτη του Σιμόν Λιασένκο) δεν μένει στην προδοσία ενός γάμου, αλλά επεκτείνεται στην προδοσίας μίας χώρας. Ο Ζβιάγκιντσεφ συνθέτει την πιο καταγγελτική του ταινία για τη Ρωσία του Πούτιν -μια χώρα βυθισμένη σε πολιτική, πνευματική και ηθική αποσύνθεση, όπου οι ισχυροί παραμένουν ατιμώρητοι για τα εγκλήματά τους, ενώ οι αόρατοι, οι απλοί άνθρωποι, συνεχίζουν να θυσιάζονται στα παιχνίδια εξουσίας τους.
Ο ρυθμός της αφήγησης είναι σφιχτός - σαν πτώμα τυλιγμένο σε χαλί. Σε αντίθεση με παλιότερες ταινίες του Ρώσου σκηνοθέτη, εδώ δεν νιώθεις την 141 λεπτών διάρκεια. Αντιθέτως, το σασπένς σε κρατά σε ένταση, η ατμόσφαιρα είναι υποβλητική. Ο Διευθυντής Φωτογραφίας Μιχαήλ Κρίτσμαν φωτίζει ψυχρά, με μπλε και γκρι τόνους, όσο οι σκηνογράφοι Μάσα Σλαβίνα και Αντρέι Πονκράτοφ αφήνουν άδειο, κλινικά αποστειρωμένο, το πλούσιο σπίτι αυτού του διαλυμένου γάμου. Ζεστό φως όμως πλημμυρίζει το σπίτι του νεαρού φωτογράφου - λούζει τους δύο εραστές όσο κάνουν έρωτα και η κάμερα του Ζβιάγκιντσεφ περιστρέφεται αργά σε μια κυκλική κίνηση 360 μοιρών, αποκαλύπτοντας ένα διαμέρισμα μικρό και ακατάστατο, αλλά γεμάτο τέχνη, νιάτα, επιθυμία και ζωή.
Πάνω απ’ όλα, όμως, ο θεατής συνδέεται με τη λεπτή ειρωνεία -εργαλείο αιχμηρής κριτικής- και την κατάμαυρη κωμωδία. Οριακά σλάπστικ χιούμορ διαπερνά τη σεκάνς της εξαφάνισης του πτώματος, ενώ η κανονικοποιημένη αδιαφορία των αστυνομικών για την επίλυση της υπόθεσης γίνεται επώδυνα πικρή: «ένα τηλεφώνημα από ψηλά» αρκεί για να μην ξαναενοχληθεί ο κολλητός του δημάρχου. Οπότε τι μένει να κάνουν; «Πάμε για φαγητό;»
Κι αυτό που μένει στο τέλος;
Μία ασπρόμαυρη προοπτική από ψηλά. Μία εικόνα όπου τα μαύρα σύννεφα (ή μήπως είναι ο καπνός από τις βόμβες) αντιστέκονται στον κυνισμό του φινάλε. Το βλέμμα του σκηνοθέτη (ή το μάτι του Θεού) επιμένει για αρκετή ώρα να τα παρατηρεί. Σαν να αρνείται να σε αφήσει να ξεχάσεις: ο πραγματικά τιμωρητικός Λαβύρινθος του σύγχρονου κόσμου είναι εκεί κάτω. Και είμαστε όλοι παγιδευμένοι. Πόλυ Λυκούργου
O «Μινώταυρος» προβάλλεται σε επαναληψη την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου στις 14.00 στην αίθουσα Σταύρος Τορνές

Λαμπραντόρ - Αυτοψία της Σιωπής (Labrador – Autopsy of Silence)του Ροντρίγκ Ζαν | Ανοιχτοί Ορίζοντες
Μια τρύπα στον μονοκόμματο, αράγιστο πάγο, δυο άντρες ψαρεύουν έμπειρα μια φώκια και, εκατοστό προς εκατοστό, τής αφαιρούν το δέρμα και τη διαμελίζουν. Σαν μάθημα ανατομίας, ή σαν μια πράξη ύψιστης οικειότητας, ή σαν μια άφατη τραγωδία μέσα στη συμπαντική σιωπή. Ησυχα-ήσυχα και με χειρουργική ακρίβεια.
Σε ένα φορτηγό πλοίο που διασχίζει τα παγωμένα νερά του βόρειου Καναδά, σιγά-σιγά ανάμεσα στις σιωπηλές αλλά ολοζώντανες λευκές μάζες, ο Ινούιτ μηχανικός Αλούπα βρίσκεται εγκλωβισμένος μεταξύ ενός κρυφού έρωτα κι ενός φόνου. Ο Αλεξ, μάγειρας του πλοίου και κρυφός εραστής του (όπως και, ταυτόχρονα, της αξιωματικού του πλοίου, της εικόνας της εξουσίας σε μια αντιστροφή των παραδοσιακών ισορροπιών του φύλου), βρίσκεται νεκρός στην καμπίνα του, τον τόπο της καλά προφυλαγμένης ερωτικής σχέσης των δυο αντρών, ενώ έξω μαίνεται η καταιγίδα. Καθώς η έρευνα προχωρά, ο Αλούπα γίνεται ο βασικός ύποπτος, χωρίς να επιχειρεί να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Η αφήγηση του Ροντρίγκ Ζαν ξεδιπλώνει τον χρόνο αντίστροφα, σε μια διαδρομή που δεν εξαντλείται στην αποκάλυψη του ενόχου.
Το «Λαμπραντόρ» προτιμά την υπομονή από την αγωνία και την παρατήρηση από την εξήγηση. Η φωτογραφία του Ματιέ Λαβερντιέρ αντιπαραβάλλει τα ασφυκτικά, λερωμένα, ζωισμένα εσωτερικά του πλοίου με την απεραντοσύνη του παγωμένου ωκεανού. Μπλε και γκρίζες αποχρώσεις, αργές κινήσεις, τριξίματα και μπάσοι ήχοι του πάγου συνθέτουν μια σχεδόν υπνωτική ατμόσφαιρα. Η χρονική σειρά της αφήγησης διαταράσσει τις βεβαιότητες, ενώ ο Κρίστοφερ Ανγκατουκαλούκ (βραβείο Ερμηνείας στο Φεστιβάλ της Τραϊμπέκα, μαζί με Καλύτερης Ταινίας και Φωτογραφίας), με ελάχιστα λόγια και ανεπαίσθητες κινήσεις, αποδίδει συγκλονιστικά έναν άνθρωπο που έχει μάθει όλη του τη ζωή να σωπαίνει.
Η σιωπή του Αλούπα, ωστόσο, δεν είναι απλώς προσωπική. Κουβαλά το βάρος μιας καλά χαραγμένης στο μυαλό και τη συνείδηση δυσπιστίας απέναντι στους θεσμούς των αποίκων, την ταξική ανισότητα και τον καθημερινό ρατσισμό. Ενα queer love story κρύβεται στο κοινωνικό αμπάρι, μια λάμψη τρυφερότητας, μοιράσματος, ελευθερίας, βρίσκει πρόσκαιρο καταφύγιο όσο πιο κοντά γίνεται στο βυθό.
Το «Λαμπραντόρ», από το τέλος ως την αρχή, καμουφλάρει με τη φόρμα του whodunnit ένα φιλμ για το ποιος έχει δικαίωμα να ακουστεί, να αγαπήσει και να διεκδικήσει δικαιοσύνη. Σε αντανακλαστική ισορροπία με το «Ανατομία μιας Πτώσης», λόγω ψυχρού τοπίου και μυστικών, λόγω συνδυασμού ανθρώπινων σχέσεων και δικαστικού, ένα πανέμορφο, χαμηλόφωνο, παγωμένο δράμα, όπου η αδικία δεν χρειάζεται να υψώσει τη φωνή της για να γίνει αισθητή. Λήδα Γαλανού
Tο «Λαμπραντόρ - Αυτοψία της Σιωπής» προβάλλεται σε επανάληψη την Κυριακή 8 Νοεμβρίου, στις 23.00, στην αίθουσα Σταύρος Τορνές.
Μια Προσευχή για τους Μελλοθάνατους (Α Prayer for the Dying) της Ντάρα Βαν Ντούσεν | Ανοιχτοί Ορίζοντες
Το δυστοπικό γουέστερν, ντεμπούτο της γεννημένης στην Νέα Υόρκη και τώρα μόνιμης κατοίκου Νορβηγίας Ντάρα Βαν Ντούσεν θα μπορούσε να εκτυλίσσεται σε οποιοδήποτε μέρος και οποιαδήποτε εποχή - αρκεί να ήταν κοντά στο τέλος του κόσμου. Εκεί δηλαδή όπου βρισκόμαστε στην πρώτη σκηνή του, με ένα πυκνό πορτοκαλί σύννεφο να έχει καλύψει τα πάντα και έναν άντρα να πυροβολεί στο κενό. Λίγα χρόνια πριν, θα μάθουμε πως ό,τι βλέπουμε εκτυλίσσεται λίγο μετά τον Αμερικάνικο Εμφύλιο στο Γουισκόνσιν, αλλά αυτό δεν αφαιρεί στιγμή από την ταινία της Βαν Ντούζεν τη διαρκή αίσθηση αυτής της άχρονης ιστορίας που μιλάει ταυτόχρονα για συγκεκριμένα και αφηρημένα πράγματα σε μια αγαστή κινηματογραφική εμπειρία.
Βασισμένο στο βιβλίο του Στιούαρτ Ο’ Ναν, που κυκλοφόρησε το 1999 και σε στάδιο προετοιμασίας τουλάχιστον μια δεκαετία, το φιλμ - που είναι ελληνική συμπαραγωγή (με τις εταιρίες Blonde και *asterisk στους παραγωγούς) αφηγείται την ιστορία του Τζέικομπ, βετεράνου του Εμφύλιου που εκτελεί χρέη σερίφη και πάστορα στη μικρή πόλη που ζει μαζί με τη γυναίκα του και την μικρή του κόρη. Οταν το πτώμα ενός στρατιώτη ανακαλυφθεί στα περίχωρα της πόλης, ο εφιάλτης του πολέμου θα επιστρέψει όταν ο τοπικός γιατρός θα διαγνώσει πως ο θάνατος του οφείλεται σε διφτερίτιδα, επιδημική νόσο του αναπνευστικού. Το δίλημμα αν η πόλη πρέπει να μπει σε καραντίνα θα γίνει επιτακτικό, καθώς οι ασθενείς πληθαίνουν, ο Τζέικομπ νιώθει ένοχος ότι έφερε στην πόλη το κακό και η ατμόσφαιρα γύρω του μοιάζει ήδη εκρηκτική.
Ακολουθώντας πιστά το θρησκευτικό του τίτλου της, η ταινία εκτυλίσσεται σαν μια προσευχή, καθώς η Βαν Ντούsεν ενδιαφέρεται περισσότερο για τον τρόμο που προκαλεί το άγνωστο μιας επιδημίας, τη συσσώρευση των ενοχών απέναντι σε ένα κοσμικό κρίμα και μαζί την ανθρωπιά που χάνεται μπροστά στην επιβίωση. Χωρίς συναισθηματισμούς ή τεχνικές τρόμου, αφηγείται την ιστορία της με αριστοτεχνικό τελετουργικό τρόπο, σκηνές ανθολογίας ειδικά στις στιγμές που πλέον δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη ζωή και το θάνατο και μια διαρκή αποπνιχτική ατμόσφαιρα που επιτείνεται από τη χρωματική παλέτα της ταινίας.
Καθώς ο ουρανός κοκκινίζει από μια επικείμενη φωτιά που έρχεται να ισοπεδώσει τα πάντα, δεν είναι παράλογο να σκεφτεί κανείς πως αυτή η ταινία μιλάει για πολλές εποχές, πολλές επιδημίες, πολλές φωτιές, πολλές φορές που ο άνθρωπος στάθηκε απέναντι στο θάνατο για να αντιληφθεί πόσο μικρός είναι μέσα στον μεγάλο κόσμο. Με δύο υπέροχες ερμηνείες που συγκινούν και μόνο από τον ελεγειακό τρόπο με τον οποίο ενσωματώνονται μέσα στο τοπίο, ο Τζον Φλιν και ο Τζον Σ. Ράιλι δίνουν τον τόνο σε μια τολμηρή ταινία που δεν φοβάται να δοκιμάσει και να δοκιμαστεί σε ανεξερεύνητα μέρη που διατρέχουν και την ιστορία του σινεμά και του κόσμου για να αφήσουν ένα μικρό, αλλά ξεχωριστό αποτύπωμα για το μέλλον. Μανώλης Κρανάκης
Το «Μια Προσευχή για τους Μελλοθάνατους» προβάλλεται σε επανάληψη την Τρίτη 10 Νοεμβρίου στις 23.00 στο Ολύμπιον
Η Ψηλή Ούλια (Ulya) του Βιέστουρς Κάιρις | Ανοιχτοί Ορίζοντες
Η Ουλιάνα «Ουλζάνα» Σεμιόνοβα (1952-2026) υπήρξε μία φιγούρα-φαινόμενο στην ιστορία του γυναικείου μπάσκετ της Σοβιετικής Ενωσης. Με ύψος 2.13, η Λετονή παίκτρια δέσποζε στα γήπεδα και τρομοκρατούσε τις αντιπάλους της, καθώς κατείχε το μυθικό ρεκόρ να παραμείνει αήττητη σε επίσημους διεθνείς αγώνες καθ' όλη τη διάρκεια της 18ετούς καριέρας της. Ποιο όμως ήταν αυτό το παράξενο, δυνατό, ατσούμπαλο, συνεσταλμένο κορίτσι; Ο Λετονός ηθοποιός Κάρλις Αρνολντς Αβοτς είχε την ιδέα αυτής της ιδιότυπης βιογραφίας, την πρότεινε στον Βιέστουρς Κάιρις («January», «The Chronicles of Melanie»), παρέμεινε στην ομάδα των σεναριογράφων (Λίβια Ούλμαν και Αντρις Φέλντμανις) κι ανέλαβε να ερμηνεύσει ο ίδιος τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Αυτή η μελαγχολική, τρυφερή, ευάλωτη διαφυλική ερμηνεία (παρόλο που μπορεί να θεωρηθεί μονοτονική κι όχι πολυδιάστατη) ενισχύει την αίσθηση του άβολου, του ξένου, του «μη ανήκειν» που κουβαλάει ένας διαφορετικός άνθρωπος ως τραύμα κι όχι ως μοναδικότητα, ή φαινομενικό ταλέντο.
Η ιστορία ξεκινά το 1964, στο μικρό χωριό της σοβιετικής επαρχίας όπου η Ούλια γεννήθηκε, και το ύψος της έφηβης κοπέλας προκαλούσε ακόμα περισσότερους ψιθύρους στην χριστιανική κοινότητα Παλαιόπιστων που ανήκε η οικογένεια της. Ηταν αταίριαστη, ήταν λάθος της φύσης, ήταν βάρος. Οταν ο αρραβωνιαστικός της αδελφής της έστειλε μία φωτογραφία της σε έναν προπονητή μπάσκετ στη Ρίγα, η απόφαση να τη στείλουν στην μεγάλη πόλη για να βρει την τύχη της έμοιαζε με τιμωρία και ξερίζωμα. Και παρόλο που σταδιακά στα γήπεδα άρχισε να βρίσκει σκοπό κι επιβράβευση, η ζωή της παρέμενε δύσκολη. Στους δρόμους ήταν αντικείμενο χλευασμού από τους περαστικούς, οι συμπαίκτριές της την κουτσομπόλευαν, στρατιώτες στα σύνορα την υποχρέωναν σε ταπεινωτικό έλεγχο, επιμένοντας να εξετάσουν τα γεννητικά της όργανα. Σε μία τρυφερή, συμβολική σκηνή η Σεμιόνοβα πλησιάζει μια αιχμάλωτη καμηλοπάρδαλη του ζωολογικού κήπου. Δυο πλάσματα κοιτιούνται ανταλλάζοντας βουβά την αλήθεια τους: εκεί «ψηλά» υπάρχει μοναξιά κι απομόνωση.
Ο Κάιρις καταγράφει αυτές τις στιγμές με λιτότητα, κομψότητα, αυτοσυγκράτηση και ευαισθησία στα mise-en-scène του, ενώ ο DP του, Βόιτσεχ Στάρον, δημιουργεί μία καθηλωτική ατμόσφαιρα, επιλέγοντας το ασπρόμαυρο για να ενισχύσει την αίσθηση του αλλόκοτου, του απόκοσμου, του ανοίκειου.
Το αποτέλεσμα είναι ένα γλυκόπικρο, απρόσμενο βιογραφικό πορτρέτο που κοιτά περισσότερο εμάς, παρά την ίδια την αθλήτρια. Τι κοινωνίες, τι κόσμους έχουμε δημιουργήσει που αδυνατούν να υποδεχθούν το θαύμα και το χειρίζονται ως περίγελο; Πόλυ Λυκούργου
Η «Ψηλή Ούλια» προβάλλεται ξανά το Σάββατο 14 Νοεμβρίου στις 16.00 στην αίθουσα Τζον Κασαβέτης
Το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα πραγματοποιηθεί από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου 2026, To Flix βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη για να σας μεταφέρει όλα όσα συμβαίνουν μέσα κι έξω από τις σκοτεινές αίθουσες στο ειδικό τμήμα «67ο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης» που ανανεώνεται συνεχώς.
