Για μία βραδιά, το Χόλιγουντ συγκεντρώθηκε στο νέο μουσείο του Τζορτζ Λούκας στο Λος Αντζελες.
Λίγο πριν ανοίξει επίσημα για το κοινό στις 22 Σεπτεμβρίου, το Lucas Museum of Narrative Art υποδέχθηκε κινηματογραφικούς αστέρες, σκηνοθέτες, μουσικούς και εκπροσώπους της αμερικανικής ποπ κουλτούρας, σηματοδοτώντας την ολοκλήρωση ενός πρότζεκτ που χρειάστηκε περίπου 17 χρόνια για να πάρει την τελική του μορφή.
Στίβεν Σπίλμπεργκ, Φράνσις Φορντ Κόπολα, Γκιγιέρμο ντελ Τόρο και Πίτερ Τζάκσον.
Ο Λούκας και η σύζυγός του, Μέλοντι Χόμπσον, έχουν επενδύσει περίπου 1 δισεκατομμύριο δολάρια για τη δημιουργία του μουσείου, το οποίο διαθέτει περισσότερα από διαθέτει πάνω από 900 τετραγωνικά μέτρα εκθεσιακών χώρων. Η συλλογή περιλαμβάνει περίπου 40.000 έργα και εκτείνεται από εικονογραφήσεις και κόμικς μέχρι κινηματογραφικά αντικείμενα και έργα καλλιτεχνών όπως ο Νόρμαν Ρόκγουελ και η Φρίντα Κάλο, ενώ ξεχωριστή θέση καταλαμβάνει το «Star Wars».
Σύμφωνα με δημοσιεύματα, την τελετή άνοιξε η Κουίν Λατίφα, στενή φίλη του ζευγαριού, η οποία στάθηκε στη σημασία της δημιουργίας ενός νέου μουσείου αυτού του μεγέθους. Οπως σημείωσε, πρόκειται για μια εμπειρία που ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την ευκαιρία να ζήσουν, συγκρίνοντας τη θέση που φιλοδοξεί να αποκτήσει το Lucas Museum στο Λος Αντζελες με εκείνη του Λούβρου στο Παρίσι και του Metropolitan Museum of Art στη Νέα Υόρκη.
Η Λατίφα αναφέρθηκε επίσης στη μακρά διαδρομή μέχρι την ολοκλήρωση του μουσείου, με τον Λούκας και τη Χόμπσον να έχουν αντιμετωπίσει σειρά από εμπόδια και γραφειοκρατικές δυσκολίες. Το πρότζεκτ είχε εξεταστεί αρχικά για το Σαν Φρανσίσκο και το Σικάγο, πριν το ζευγάρι καταλήξει στο Λος Αντζελες.
Η Χόμπσον αστειεύτηκε πως αν ένας σύντροφος επιστρέψει στο σπίτι και ανακοινώσει ότι θέλει να χτίσει ένα μουσείο, η αυθόρμητη απάντηση θα πρέπει να είναι «όχι». Στη δική της περίπτωση, ωστόσο, έγινε τελικά μέρος του εγχειρήματος, περιγράφοντας τον εαυτό της ως τη φωνή που προσπαθούσε να κρατά τον Λούκας προσγειωμένο, μέχρι που τελικά παρασύρθηκε και η ίδια από το όραμά του.
Γκέιλ Κινγκ, Κέιτ Κάπσο, Λόρα Ντερν, Γκρέτα Γκέργουιγκ και Οπρα Γουίνφρεϊ.
Στον πυρήνα του μουσείου βρίσκεται μια διευρυμένη αντίληψη για το τι μπορεί να θεωρηθεί τέχνη. Ο Λούκας έχει συγκεντρώσει περίπου 40.000 έργα, ξεκινώντας από ένα σκίτσο του «Alley Oop» που είχε αγοράσει για 35 δολάρια, και θέλησε να δημιουργήσει έναν χώρο για εικονογράφους και δημιουργούς που, όπως υποστηρίζει, συχνά δεν αντιμετωπίζονται ως ισότιμοι με τους καλλιτέχνες της παραδοσιακής τέχνης.
«Εσύ αποφασίζεις τι είναι τέχνη», δήλωσε κατά την τελετή, υποστηρίζοντας πως ένα έργο μπορεί να θεωρηθεί τέχνη εφόσον προκαλεί συναίσθημα στον θεατή.
Στο ίδιο πνεύμα, η Χόμπσον απάντησε στην πιθανή κριτική ότι η narrative art βρίσκεται πολύ κοντά στην ποπ κουλτούρα και το κινηματογραφικό θέαμα. «Στην οικογένειά μας, μας αρέσουν οι popcorn movies», σχολίασε, χαρακτηρίζοντας το μουσείο μια «director’s cut» του οράματος του Λούκας.
Ανάλογη είναι και η προσέγγιση στην αρχιτεκτονική. Το κτίριο σχεδιάστηκε από τον Κινέζο αρχιτέκτονα Μα Γιανσόνγκ και έχει συχνά συγκριθεί με διαστημόπλοιο, αν και ο ίδιος έχει διευκρινίσει πως η βασική έμπνευση ήταν ένα σύννεφο.
Στην επίσημη έναρξη έδωσαν το «παρών» μεταξύ άλλων ο Στίβεν Σπίλμπεργκ, ο Γκιγιέρμο ντελ Τόρο, η Γκρέτα Γκέργουιγκ, ο Λιούις Χάμιλτον, ο Φάρελ Γουίλιαμς, ο JR και η Τζούλι Μπελ, ενώ στη λίστα των καλεσμένων βρέθηκαν ο Χάρισον Φορντ, ο Μαρκ Χάμιλ, ο Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, ο Κρίστοφερ Νόλαν, ο Φράνσις Φορντ Κόπολα, ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, ο Αλ Πατσίνο, ο Σπάικ Λι, ο Ντενί Βιλνέβ και η Εμα Γουάτσον.
Λεονάρντο ΝτιΚάπριο, Ρόμπερτ Ντε Νίρο και Αλ Πατσίνο.
Το «Star Wars» είχε ιδιαίτερη παρουσία στη βραδιά, με τον Χάρισον Φορντ και τον Μαρκ Χάμιλ να επισκέπτονται τον ειδικά αφιερωμένο χώρο του franchise και να επιστρέφουν, έστω και για λίγο, σε έναν κόσμο που αποτελεί πλέον κομμάτι της κινηματογραφικής ιστορίας. Η παρουσία των ταινιών του Λούκας στο μουσείο δεν περιορίζεται, ωστόσο, σε μια νοσταλγική αναφορά στο πιο αναγνωρίσιμο δημιούργημά του. Εντάσσεται στη συνολική προσέγγιση του Lucas Museum γύρω από την «αφηγηματική τέχνη», φέρνοντας στον ίδιο χώρο κινηματογραφικά props και concept art μαζί με εικονογραφήσεις, κόμικς, animation, design και άλλες μορφές οπτικής αφήγησης. Με αυτόν τον τρόπο, το μουσείο επιχειρεί να παρουσιάσει τον τρόπο με τον οποίο εικόνες, χαρακτήρες και ολόκληροι φανταστικοί κόσμοι μπορούν να διαμορφώσουν τη συλλογική πολιτιστική μνήμη, ανεξάρτητα από το αν προέρχονται από μια γκαλερί, μια σελίδα κόμικ ή τη μεγάλη οθόνη.
Τζορτζ Λούκας, Χάρισον Φορντ, Καλίστα Φλόκχαρτ και Μέλοντι Χόμπσον.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με μουσική εμφάνιση του Τζον Μπατίστ και performances των Taboo, George Pajon, will.i.am και J. Rey Soul των Black Eyed Peas. Με το Lucas Museum να ανοίγει πλέον επίσημα τις πόρτες του, το επόμενο βήμα για τον Λούκας είναι να αποδειχθεί στην πράξη αν η διαφορετική αυτή προσέγγιση μπορεί να καθιερώσει έναν νέο τρόπο συνύπαρξης της τέχνης, του κινηματογράφου και της ποπ κουλτούρας μέσα σε έναν μουσειακό χώρο.
