Τρία χρόνια μετά το μικρού μήκους «Τα Περιστέρια Αρρωσταίνουν όταν η Πόλη Φλέγεται», ο Σταύρος Μαρκουλάκης επιστρέφει με την νέα του μικρού μήκους «Ο Τροπικός του Θρηνούντος Γκέκο»», η οποία κάνει απόψε την παγκόσμια πρεμιέρα της στο τμήμα Orizzonti του 83ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας.
Νότια Κρήτη, καλοκαίρι. Ο Γιώργος, ένα 18χρονο αγόρι εγκλωβισμένο στις συμβάσεις της επαρχίας και κρυμμένο ακόμη κι από τον ίδιο του τον εαυτό, συνειδητοποιεί πως, για να αναπνεύσει ελεύθερος, πρέπει να «αλλάξει δέρμα» — όπως ο πύθωνάς του, ο Αχιλλέας. Θα το τολμήσει;
Παίζοντας με στοιχεία μαγικού ρεαλισμού και αξιοποιώντας την εξωτική φύση ως έναν ισχυρό συμβολισμό διαφορετικότητας, μεταμόρφωσης και ελευθερίας, ο Μαρκουλάκης καταθέτει μία ακόμη ταινία για την αυτοδιάθεση - την αναζήτηση ταυτότητας, αλλά και το απόλυτο δικαίωμα στην ευτυχία.
Το Flix τον συνάντησε στη Βενετία, λίγες ώρες πριν την πρεμιέρα του στη Μόστρα.
Το 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας διεξάγεται φέτος από τις 2 μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου. Το Flix βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες. Συντονιστείτε στο ειδικό stream του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.
Αν τα «Περιστέρια» ήταν μία ερωτική ιστορία εγκλωβισμένη στο τσιμέντο της πόλης, εδώ βρισκόμαστε σ’ έναν Παράδεισο, αλλά το ασφυκτικό αδιέξοδο παραμένει. Τι σε έκανε να γυρίσεις στην Κρήτη (έναν τόπο που η έννοια του «αρσενικού» είναι ριζωμένη σε ακλόνητα στερεότυπα) για αυτή την ταινία; Πόσο βιωματική είναι;
Η Κρήτη είναι η μεγάλη μου αγάπη, ταξιδεύω σε αυτήν νοητικά κάθε μέρα, και το να επιστρέψω κινηματογραφικά ήταν μονόδρομος. Η ιστορία γεννήθηκε εκεί και δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να μιλήσω καλύτερα για την επιθυμία από ένα μέρος όπου αυτή μπορεί πολύ εύκολα να γίνει απαγορευμένη. Μεγαλώνοντας στο νησί, το «αρσενικό» είναι πράγματι μια έννοια που ακούς πριν καν προλάβεις να καταλάβεις τι σημαίνει. Αλλά και το «θηλυκό», αντίστοιχα. Η κοινωνική επιβολή, δυστυχώς, δεν γνωρίζει φύλο. Υπάρχει συνεχώς ένας ολόκληρος κώδικας για το πώς στέκεσαι, πώς μιλάς, ποια είναι τα όρια μέσα στα οποία επιτρέπεται να ζεις.
Δίπλα σε αυτούς τους ανθρώπινους κανόνες, όμως, υπάρχει πάντα η άγρια φύση της, που δεν δίνει δεκάρα για όλα αυτά. Τα πάντα γεννιούνται, φιλιούνται, πεθαίνουν, αλλάζουν μορφή. Αυτή η σύγκρουση με γοητεύει πολύ.
Οι ταινίες μου, για μένα, είναι ντοκιμαντέρ. Ό,τι έχω κινηματογραφήσει, το έχω πρώτα ζήσει. Ετσι και η συγκεκριμένη είναι σίγουρα βιωματική, μιας και έχω κλέψει χαμόγελα, δάκρυα, αναμνήσεις, ανθρώπους. Στην πορεία, όλα αυτά τα προσωπικά φυλαχτά εξελίχθηκαν λίγο πιο «φαντασιακά», αν θες, τόσο που πλέον δεν είμαι σίγουρος τι συνέβη πραγματικά και τι έχω επινοήσει. Και ίσως, εν τέλει, προτιμώ να μην ξέρω.
Πώς ήταν η εμπειρία των γυρισμάτων στην Κρήτη;
Τραμπάλα! Νομίζω βάλαμε από μόνοι μας σχεδόν κάθε πιθανή δυσκολία που μπορούσαμε. Κατεβάσαμε στην Κρήτη ένα μεγάλο συνεργείο από Ελλάδα, Γαλλία και Ολλανδία, αποφασίσαμε να γυρίσουμε σε 16άρι φιλμ, με ζώα (τον Venom και τα τρία Geckos), μέσα στον Αύγουστο, σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα μέρη του νησιού. Οπότε, τη μία στιγμή ψηνόμασταν στους σαράντα βαθμούς ανάμεσα σε εκατοντάδες τουρίστες και την επόμενη κουβαλούσαμε εξοπλισμό μέσα στη νύχτα, σε ένα δύσβατο φοινικόδασος. Ηταν λίγο παράλογη, αλλά και αξέχαστη εμπειρία. Σαν μια ακόμη μικρή ενηλικίωση.
Η φύση (παρότι είχε διαβάσει το σενάριο) είχε τα δικά της σχέδια. Το νερό, ο αέρας, ο ήλιος και όλα τα ζώα που μας χάρισαν την ενέργειά τους άλλαζαν συνεχώς το πρόγραμμα της αγαπημένης μου Φαίδρας. Αλλά αυτές είναι για μένα και οι πιο υπέροχες στιγμές στο γύρισμα, όταν το απρόβλεπτο εισβάλλει και σου χαρίζει μια εικόνα που δεν θα μπορούσες ποτέ να έχεις φανταστεί από την ασφάλεια του σπιτιού σου.
Είναι τόσο θλιβερό, ωστόσο, το ότι ένα τόσο γιορτινό γεγονός έρχεται σήμερα σε αντίθεση με το κάψιμο του δάσους της Πρέβελης. Ολα γύρω μας τελειώνουν και χάνονται τόσο γρήγορα, και σύντομα τίποτα δεν θα μείνει ακριβώς όπως το γνωρίσαμε. Με θλίβει βαθιά αυτό, κάθε λεπτό που περνά. Προτιμώ όμως κάπως να κρατάω μέσα μου τα πλάσματα του δάσους που γνώρισα τότε, πιστεύοντας ότι είναι ακόμη ζωντανά εκεί, ανάμεσα στους φοίνικες.
Οι ταινίες σου ισορροπούν μεταξύ πραγματικότητας και αλληγορίας, αλλά ο «Τροπικός…» μοιάζει με μια πιο φιλόδοξη βουτιά στο σινεμά φαντασίας. Τι σε ενθουσίασε και τι σε δυσκόλεψε στην κατασκευή του, παίζοντας με το χρώμα, την εικονογραφία, τα οπτικά εφέ;
Νομίζω ότι πρόσφατα άρχισα να αποδέχομαι ότι η ζωή μου ισορροπεί μεταξύ πραγματικότητας και αλληγορίας.
Οπότε με τον «Τροπικό…» σταμάτησα λίγο να φοβάμαι μήπως και ο τρόπος που κινηματογραφώ τη ζωή είναι λίγο «υπερβολικός». Ή, τουλάχιστον, προσπάθησα να ακούσω την ίδια την ιστορία, αλλά και τον τρόπο που τόσο συνειδητά όσο, κυρίως, ασυνείδητα τη βλέπω και τη βιώνω μέσα μου.
Κάπως έτσι, προχωρώντας μέσα στο δάσος της Πρέβελης, αρχίσαμε όλοι να βλέπουμε μεταμορφώσεις, γκέκο και φίδια, χρώματα και σχήματα να αλλάζουν διάθεση, και απλώς τα ακολουθήσαμε. Για κάποιους η ταινία θα είναι ποιητική ή ονειρική, για άλλους κιτς, μελόδραμα ή υπερβολική. Ίσως είναι όλα αυτά μαζί. Είναι απλώς η γλώσσα που γεννήθηκε για να ειπωθεί αυτή η ιστορία.
Το πιο δύσκολο ήταν να μη γίνει όλο αυτό διακοσμητικό. Το «φανταστικό», για μένα, πρέπει πάντα να ξεκινάει από κάτι βαθιά βιωμένο. Και η ενσάρκωσή του στην εικόνα δεν θα ήταν δυνατή χωρίς την ιδιαίτερη ματιά του Γιώργου Βαλσαμή, τα δεξιοτεχνικά χέρια της Νίκης Οβάκογλου στα ειδικά εφέ, αλλά και των εξαιρετικών Κρέοντα Κρυωνά και Χριστίνας Αγαπητού στα οπτικά εφέ. Και όλα αυτά με πολύ περιορισμένα μέσα, όπως συνήθως συμβαίνει σε μια ταινία μικρού μήκους.
Στο κέντρο των ιστοριών σου έχεις πάντα ένα ζώο — ήταν το περιστέρι, τώρα είναι ο Αχιλλέας, το φίδι. Κι αυτά λειτουργούν ως προβολείς του ψυχισμού των ηρώων σου. Τι σε κάνει να εκφράζεσαι μέσα από τα ζώα;
Από παιδί με γοήτευαν τα πλάσματα που αντιλαμβάνονται τον κόσμο με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από εμάς, και τα ζώα είναι κάποια από αυτά. Συνήθως έρχονται μόνα τους στη ζωή μου, είτε είμαι ξύπνιος, είτε κοιμάμαι, μαζί με την πρώτη σπίθα μιας ταινίας. Μετά με ακολουθούν, μπλέκονται στην ιστορία και χτίζουν σιγά σιγά τη δική τους μυθολογία γύρω της. Στο σινεμά μού αρέσει να τους δίνω χώρο χωρίς να προσπαθώ να τα τοποθετήσω αναγκαστικά σαν σύμβολα.
Στο τέλος δεν ξέρω πια ποιος είναι προβολή ποιου: το ζώο του ήρωα, ο ήρωας του ζώου ή εγώ όλων τους. Ισως απλώς ονειρευόμαστε για λίγο ο ένας μέσα στον άλλον.
Παρόλο που η ταινία είναι ένα μελαγχολικό και σε στιγμές σκοτεινό παραμύθι, τη βρίσκω αισιόδοξη. Το «βλέμμα» του Γιώργου μυρίζει ελευθερία, είναι έτοιμος να αλλάξει δέρμα. Στέλνεις ένα έμμεσο μήνυμα στα queer παιδιά της ελληνικής επαρχίας;
Ελπίζω ότι το μήνυμα είναι άμεσο και αφορά οποιοδήποτε άτομο δεν του επιτρέπεται να ονειρευτεί τη ζωή όπως την επιθυμεί. Ανεξαρτήτως φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού, χρώματος ή ταυτότητας.
Θα ήθελα ένα παιδί, queer ή όχι, που μεγαλώνει σήμερα κάπου στην Κρήτη ή σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, να δει τον Γιώργο και να σκεφτεί έστω για ένα δευτερόλεπτο ότι αυτά που του έχουν παρουσιαστεί ως δεδομένα δεν είναι δεδομένα. Όλη η ζωή είναι μια προσπάθεια να ξεμάθεις αυτά που έχεις μάθει. Και πράγματι, ο δρόμος γίνεται όλο και πιο δύσβατος και στενός όσο προχωράς, αλλά πρέπει να συνεχίζουμε να πορευόμαστε και να τον ανοίγουμε κάθε μέρα και λίγο περισσότερο.
Και δεν εννοώ μόνο σε σχέση με τη σεξουαλικότητα. Νομίζω ότι μεγαλώνουμε με πάρα πολλές έτοιμες ζωές. Σου παραδίδεται ένα μικρό σενάριο. Έτσι θα αγαπήσεις, έτσι θα γεράσεις, αυτά θα θυμάσαι και εκείνα θα φοβάσαι, έτσι πρέπει να ζήσεις και έτσι μπορείς να πεθάνεις. Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι ίσως περάσει πολύς καιρός μέχρι να καταλάβεις ότι κανείς και τίποτα δεν σε υποχρεώνει πραγματικά να το ακολουθήσεις.
Οπότε ναι, ο Γιώργος αλλάζει δέρμα, αλλά δεν είναι έτοιμος να το κάνει. Και πονάει. Δεν θέλω να παρουσιάσω την ελευθερία σαν ένα τσιτάτο απόφθεγμα σε Instagram reel. Για να μεταμορφωθείς και να καταφέρεις να ελευθερωθείς, πρέπει πρώτα να διαλύσεις μια εκδοχή του εαυτού σου που σε κρατούσε ασφαλή και ζωντανό μέχρι τώρα. Μια από τις πιο δύσκολες μάχες που θα δώσεις με τον εαυτό σου σε αυτή τη ζωή.
Ισως γι’ αυτό, παρόλο που η ταινία περνάει από αρκετά σκοτεινά μέρη, κι εγώ τη βλέπω ως αισιόδοξη. Ο Γιώργος φοβάται την επιθυμία του γιατί καταλαβαίνει ότι, αν αφεθεί σε αυτήν, κάτι από την προηγούμενη ζωή του θα πρέπει να καεί.
Αλλά κάπως έτσι είναι και η επιθυμία, σαν τη φωτιά. Μπορεί να σε κάψει, μπορεί να καταστρέψει τα πάντα γύρω σου, αλλά είναι ταυτόχρονα και το μεγαλύτερο δώρο που δόθηκε στον άνθρωπο για την επιβίωσή του, από την αρχή της ζωής. Ο στόχος δεν είναι να μην καείς ποτέ, αλλά να μάθεις να συνεχίζεις να ξαναπλησιάζεις τη φωτιά, ακόμη κι αν έχεις καεί.
Πώς αισθάνεσαι που η ταινία κάνει πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Βενετίας; Τι σημαίνει αυτό για σένα;
Απαντώντας αυτές τις ερωτήσεις δίπλα σε μια γόνδολα, όλο αυτό μοιάζει εξωπραγματικό.
Προφανώς είμαι τρομερά χαρούμενος και προσπαθώ, όσο περνούν οι μέρες, να αντιληφθώ πώς μια τόσο προσωπική και τοπική ιστορία ταξίδεψε ως εδώ και σύντομα θα γίνει μέρος του συλλογικού.
Σε λίγες ώρες, με την πρεμιέρα, η ταινία δεν θα μας ανήκει πια με τον ίδιο τρόπο. Άγνωστοι θεατές θα προβάλουν πάνω της τις δικές τους ιστορίες, φόβους και σκέψεις, και ανυπομονώ να δω σε ποιες κατευθύνσεις θα με οδηγήσει αυτό. Ανυπομονώ αυτό το τροπικό πλάσμα που γεννήσαμε να φύγει από μένα, να μπει για λίγο μέσα σε κάποιον άλλον και να μεταμορφωθεί ξανά.
Και μετά, εντάξει, είμαστε στη Βενετία. Δεν θα προσποιηθώ ότι όλο αυτό δεν είναι ένα από τα πιο όμορφα όνειρα στα οποία έχω ταξιδέψει…
Το 83ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας διεξάγεται φέτος από τις 2 μέχρι τις 12 Σεπτεμβρίου. Το Flix βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει, ζωντανά, όλα όσα συμβαίνουν μέσα και έξω από τις αίθουσες. Συντονιστείτε στο ειδικό stream του Flix που ανανεώνεται συνεχώς.
