Στον «13ο Κληρονόμο» όπως ήταν η ελληνική μετάφραση του «Kind Hearts and Coronets» του Ρόμπερτ Χάμερ, ένας νεαρός αστός προσπαθεί να αναρριχηθεί στην ιεραρχία ενός Δουκάτου, προκειμένου να εκδικηθεί την αδικία που έγινε στην μητέρα του όταν την απέκλεισαν από την περιουσία λόγω του «ανάρμοστου» ταξικά γάμου της. Το σχέδιο είναι απλό: αρχίζει και σκοτώνει έναν έναν τους ευγενείς που προηγούνται της λίστας που θα τον βρει στην κορυφή.
Από τις κορυφαίες στιγμές των βρετανικών Ealing Studios, το φιλμ του Ρόμπερτ Χάμερ διέθετε τις περισσότερες από τις αρετές του βρετανικού φλέγματος (πνεύμα, σωματική κωμωδία και αλάνθαστο σενάριο) αλλά και την ανάγλυφη εικονογραφία της ταξικής διάρθρωσης που όριζε (και ορίζει) την αγγλική αριστοκρατία. Περισσότερο από αυτά είχε μια ιδέα. Ή καλύτερα έναν σπουδαίο ηθοποιό, τον Αλεκ Γκίνες, να υποδύεται όλα τα μέλη της οικογένειας που έπρεπε να εξοντωθούν.
Fast forward στα 2020s, όπου ένα αμερικάνικο ριμέικ της ταινίας (με αναφορά και στην αρχική πηγή και της ταινίας του Χάμερ, το «Israel Rank: The Autobiography of a Criminal» του Ρόι Χόρνιμαν γραμμένο το 1907), ξεκινάει ήδη από μειονεκτική βάση, χάνοντας τον βρετανικό κοινωνικό περίγυρο και χωρίς την ιδέα του ενός ηθοποιού που υποδύεται όλα τα θύματα (ή τουλάχιστον κάποιον σαν το σαρωτικό πέρασμα του Αλεκ Γκίνες σε κάποιον ρόλο).
Η μόνη ιδέα πάνω στην οποία επενδύει η ταινία του Τζον Πάτον Φορντ (που έσκασε από το πουθενά ως μεγάλη ελπίδα με το «Emily the Criminal» το 2022) είναι ο πρωταγωνιστικός ρόλος του Γκλεν Πάουελ που δίνει εδώ ακόμη μερικά ψήγματα ενός star power που δεν έχει ακόμη αποκτήσει με το σπαθί του. Όσο περνάει η ώρα και οι φόνοι πληθαίνουν, το αρχικό αστείο δεν βγάζει πια γέλιο, ο αμοραλισμός δεν εξελίσσεται σε μια πραγματική μαύρη κωμωδία και τα κλισέ επανέρχονται σε κύκλους προκειμένου να ολοκληρώσουν με οποιονδήποτε τρόπο την ιστορία.
Καθώς η ιστορία ξεκινάει από το κελί της φυλακής όπου ο Μπέκετ Ρεντφέλοου περιμένει την εκτέλεση του και αφηγείται τον κύκλο των γεγονότων που τον οδήγησαν εκεί, η ταινία αποτελείται από μια ακολουθία από μικρές βινιέτες που πάνω στο ίδιο μοτίβο (γνωριμία με το νέο μέλος της οικογένειας, κατάστρωση σχεδίου για την εξόντωση του, φόνος, κηδεία) που διακόπτονται μόνο από μικρές σκηνές εκτός δράσης και από την παράλληλη ιστορία της σχέσης του πρωταγωνιστή με μια femme fatale που υποδύεται - ομολογούμε πιο απολαυστικά και από τον ίδιο τον Παόυελ η Μάργκαρετ Κουόλι.
Περισσότερο σαν κόμικ, παρά σαν νεο-νουάρ και μακριά από την μαύρη κωμωδία που μοιάζει να ήταν και η πρωταρχική αναφορά του (εξ ου και η αναπόφευκτη σύνδεση του με την ταινία των Ealing Studios), το «Θανάσιμα Πλούσιος» θα μπορούσε να ήταν και ένα (τύπου) ριμέικ του «Καμια Αλλη Επιλογή» του Παρκ Τσαν - γουκ, αν οπλιζόταν με ένταση τουλάχιστον x100. Σε κάθε περίπτωση θα μπορούσε να ήταν μια ταινία, αν όχι επικριτική για το «ταξικό» κυνήγι της εποχής μας, τουλάχιστον ένα απολαυστικό αστυνομικό φιλμ που να μοιράζει στιλ και ατάκες σε μια προσπάθεια ανανέωσης του είδους.
Δεν είναι τίποτα από όλα αυτά, παρά μια ασήμαντη, επίπεδη, ευγενικά αποτυχημένη προσπάθεια να είναι κάτι παραπάνω. Όπως ακριβώς ο ήρωας της.

