Oταν το «Elvis» του Μπαζ Λούρμαν κατέκλυσε τις αίθουσες, δεν αναβίωσε απλώς έναν θρύλο αλλά τον ανασύνθεσε με όρους σύγχρονου θεάματος, μετατρέποντας τη βιογραφία σε φρενήρη συμφωνία εικόνας και ήχου. Ο Λούρμαν προσέγγισε τον μύθο του Βασιλιά με υπερβολή, ρυθμό και μια σχεδόν ποπ θεατρικότητα, επιμένοντας περισσότερο στην αίσθηση της λατρείας παρά στην ψύχραιμη αποτύπωση της ιστορίας. Εκείνη η ταινία λειτουργούσε ως φίλτρο, ως μεγεθυντικός φακός που έκανε τον μύθο ακόμη πιο εκτυφλωτικό.

Με το «EPiC: Ο Elvis Presley σε μια Μοναδική Συναυλία» ο σκηνοθέτης κάνει ένα βήμα πίσω από τη μυθοπλασία και στρέφεται στο αυθεντικό υλικό, φέρνοντας στο προσκήνιο τον ίδιο τον Ελβις Πρίσλεϊ μέσα από αποκατεστημένες συναυλιακές εικόνες της δεκαετίας του εβδομήντα, τις οποίες ανακάλυψε ο ίδιος ο Λούρμαν. Δεν υπάρχει ηθοποιός, δεν υπάρχει δραματοποιημένη αφήγηση, παρά μόνο ο ίδιος ο καλλιτέχνης επί σκηνής, με τον ιδρώτα να γυαλίζει κάτω από τους προβολείς και το κοινό να αντιδρά σαν να παρακολουθεί κάτι μεγαλύτερο από μια απλή μουσική παράσταση.

Η ταινία κορυφώνεται στις στιγμές όπου η σκηνική του παρουσία καταλαμβάνει ολοκληρωτικά το κάδρο. Στο «Polk Salad Annie» ο Ελβις κινείται με ένταση που θυμίζει πρωτόγονο ρυθμό, το σώμα του ακολουθεί το μπάσο με απόλυτη αυτοπεποίθηση και η κάμερα επιμένει στις λεπτομέρειες, στα βλέμματα, στις μικρές χειρονομίες που φανερώνουν έναν performer σε πλήρη έλεγχο. Λίγο αργότερα, στο «Burning Love», η ατμόσφαιρα γίνεται εκρηκτική, με τον ρυθμό να ανεβαίνει και τον ίδιο να παρασύρει την μπάντα και το κοινό σε μια συλλογική έκρηξη ενέργειας που αποδεικνύει γιατί οι εμφανίσεις του στο Λας Βέγκας θεωρούνταν γεγονός και όχι απλώς πρόγραμμα.

Υπάρχουν όμως και στιγμές όπου η ένταση μετατρέπεται σε συναίσθημα. Στο «Suspicious Minds» η ερμηνεία κουβαλά μια ελαφριά σκιά, μια αίσθηση εσωτερικής πάλης που διαπερνά τη φωνή του, ενώ στο «Can't Help Falling in Love» η σκηνή αποκτά μια σχεδόν οικεία τρυφερότητα, με το κοινό να σιγοτραγουδά και τον ίδιο να μοιάζει για μια στιγμή λιγότερο είδωλο και περισσότερο άνθρωπος.

Κι όμως, παρότι το υλικό είναι ανεκτίμητο, η κινηματογραφική επεξεργασία δεν κατορθώνει πάντοτε να του δώσει δραματουργικό βάθος. Η ταινία δεν λειτουργεί ως ντοκιμναντέρ, και δεν το επιδιώκει εξάλλου, αλλά ως μια γιορτή για τη μουσική και την καλλιτεχνική παρουσία του Πρίσλεϊ. Η δομή παραμένει χαλαρή και οι παρεμβάσεις δεν οδηγούν σε ουσιαστική εμβάθυνση στην ψυχοσύνθεση του Πρίσλεϊ εκείνης της περιόδου και η σύνδεση των τραγουδιών με μια βαθύτερη αφήγηση για τη φάση της ζωής του στην οποία βρίσκονταν τότε μένει ημιτελής. Η ταινία λειτουργεί κυρίως ως εμπειρία και λιγότερο ως ανάλυση, προτιμώντας να υμνήσει τη σκηνική του λάμψη παρά να εξερευνήσει τις ρωγμές πίσω από αυτήν. Σίγουρα απολαμβάνουμε το θέαμα, όμως δύσκολα αποκτάμε μια πιο σύνθετη κατανόηση της ανθρώπινης διάστασης πίσω από τον θρύλο.

Παρά τις αδυναμίες του, η ταινία λειτουργεί ως υπενθύμιση της ακαταμάχητης δύναμης ενός πραγματικού Θρύλου της μουσικής. Δεν προσφέρει το οριστικό πορτρέτο, ούτε επιχειρεί να αποδομήσει τον μύθο. Επιλέγει, όμως, να σταθεί μπροστά στη σκηνή και να αφήσει τη μουσική να μιλήσει. Εκεί βρίσκεται η δύναμή της, καθώς σε μια εποχή που η εικόνα συχνά υπερισχύει της ουσίας, το «EPiC» επιμένει ότι η αληθινή μαγεία γεννιέται τη στιγμή που ένα μικρόφωνο, μια φωνή και ένα κοινό συναντιούνται στο ίδιο σκοτάδι.