Το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην ταινία του Τζον Κρόμγουελ είναι η διαρκής αίσθηση ότι σχεδόν σε κάθε σκηνή η ταινία αλλάζει ατμόσφαιρα και τροπή. Ξεκινάει ως ένα πολεμικό δράμα που διαδραματίζεται μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, υποψιάζει για μια υπόθεση κατασκοπείας, εξελίσσεται σε μια αστυνομική περιπέτεια επίλυσης ενός εγκλήματος και καταλήγει να συμπυκνώσει τα πάντα σε ένα φιλμ νουάρ που προσπαθεί να σταθεί στο ύψος ενός «Γερακιού της Μάλτας» ή ενός «Μεγάλου Υπνου» - τις δύο ταινίες που φέρνουν τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ να επαναλαμβάνει το ρόλο του σκληροτράχηλου, cool τύπου που τον έκανε διάσημο. Εστω και με ένα twist.
To twist βρίσκεται στο γεγονός πως εκτός από την ίδια την ταινία (και την φορτωμένη σαν βγαλμένη από κάποιο μεγάλο μυθιστόρημα ιστορία της), διαθέσεις και ατμόσφαιρα αλλάζει διαρκώς και ο «ρόλος» της πιθανής femme fatale της ταινίας, που στο πρόσωπο της Λίζαμπεθ Σκοτ έρχεται να επιβεβαιώσει όχι μόνο το (άδικο μόνο εν μέρει) στίγμα της ομοιότητάς της - ελέω και της βραχνής φωνής της - με την Λορέν Μπακόλ αλλά και τον (δικαιολογημένο καθόλα) τίτλο που τη συνόδευε ως «το πιο όμορφο πρόσωπο των film noirs στα 40s και τα 50s».
Πρότζεκτ που προοριζόταν ως ο επόμενος μεγάλος ρόλος της Ρίτα Χέιγουορθ μετά την «Γκίλντα», το «Dead Reckoning» δεν ευτύχησε να καταχωρηθεί ως η μεγάλη συνάντηση της Χέιγουορθ με τον Μπόγκαρτ. Εν μέσω συμβολαίων, η Χέιγουορθ αρνήθηκε το ρόλο και αυτός πήγε στην Λίζαμπεθ Σκοτ, δάνειο στην Columbia από την Paramount, όπως δάνειο ήταν και ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ από τη Warner. Δυσαρεστημένος ο Μπόγκαρτ από το γεγονός πως η Warner τον είχε «δανείσει» ακριβώς πάνω στο απόγειο των επιτυχιών του απαίτησε εκτός από περισσότερα χρήματα να επιλέξει αυτός σκηνοθέτη για το «Dead Reckoning» και έτσι διάλεξε τον Τζον Κρόμγουελ που του είχε δώσει τον πρώτο του μεγάλο ρόλο στο θέατρο το 1922.
Σημάδι μιας μεταπολεμικής Αμερικής που προσπαθεί εκτός από τα τραύματα της, να επουλώσει και τον ανδρισμό της, το «Dead Reckoning» (ωραίος αν και υπερβολικά λυρικός ο ελληνικός τίτλος της "Ανθρώπινης Κόλασης") μοιάζει τελικά με ένα b-movie, παρά τις a-list επιλογές του, χωρίς να καταφέρνει ποτέ να αγγίξει τα εμβληματικά νουάρ στα οποία αναφέρεται.»
Η ιστορία του «Dead Reckoning» μοιάζει μπερδεμένη, αλλά στην πραγματικότητα δεν ικανοποιεί παρά μόνο λίγα από όσα υπόσχεται στην πραγματικά δυνατή της αρχή.
Ενας άντρας προσπαθεί να ξεφύγει από την αστυνομία μέσα στο κέντρο μιας πόλης. Βρίσκει καταφύγιο σε μια εκκλησία. Εκεί αναζητά έναν ιερέα που υπήρξε και αυτός αλιξεπτωτιστής και τον παρακαλεί να ακούσει την ιστορία του, πώς έφτασε μέχρι εδώ να καταδιώκεται άδικα από την αστυνομία. Το voice over ξεκινά (και δεν θα σταματήσει μέχρι όταν επιστρέψουμε ξανά στην ίδια σκηνή είκοσι λεπτά πριν το τέλος της ταινίας) και ο χαρακτήρας του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, ο Ριπ αφηγείται πως μαζί με τον φίλο του και συμπολεμιστή στον πόλεμο Τζον επιλέχτηκαν - προς έκπληξή τους - να παρασημοροφηθούν στην Ουάσινγκτον. Στο δρόμο προς τα εκεί, ο Τζον θα το σκάσει και τελικά θα χαθεί από προσώπου γης, αφήνοντας τον Ριπ να ερευνά τους λόγους της εξαφάνισης του.
Η έρευνα θα τον οδηγήσει σε μια δολοφονία ενός ισχυρού στο Γκαλφ Σίτι στον αμερικάνικο Νότο, δολοφονία για την οποία «ευθύνεται» ο Τζον ο οποίος άλλαξε όνομα για να καταταγεί στο στρατό και έτσι να γλιτώσει τη φυλακή. Τα πράγματα βέβαια δεν μοιάζουν να έχουν γίνει έτσι ακριβώς και η υπόθεση θα αρχίσει να θολώνει όταν ο Ριπ θα γνωρίσει τη γυναίκα για την οποία έγινε ο φόνος, μια μοιραία τραγουδίστρια που μοιάζει να έχει τον τρόπο της στην υψηλή κοινωνία της περιοχής και πρόσβαση στο πιο δημοφιλές νυχτερινό κλαμπ - καζίνο στο οποίο είναι θαμώνας.
Ο,τι ακολουθεί είναι μια κλασική ιστορία που θα συναντούσε κανείς σε ένα φιλμ νουάρ, με τον Μπόγκαρτ και την Σκοτ να βρίσκονται φυσικά στο επίκεντρο μιας πλοκής που τελικά αποδεικνύεται πιο ισχνή από το ειδικό της βάρος, επαναλαμβάνοντας μοτίβα και ανατροπές που νιώθεις να έχεις ξαναδεί. Είναι αλήθεια πως εδώ ο Μπόγκαρτ παίζει ακόμη πιο παιχνιδιάρικα το ρόλο του αρσενικού που είναι αποφασισμένος να ξεσκεπάσει την αλήθεια, την ίδια όμως στιγμή - και ειδικά σε αυτήν την ταινία - αγγίζει τα όρια ενός μισογυνισμού που, ειρωνικά, συνοψίζεται σχεδόν στην ωραιότερη στιγμή της.
Προϊόν αυτοσχεδιασμού, όπως έχει γραφτεί, ο Μπόγκαρτ μιλάει κάποια στιγμή στην Λίζαμπεθ Σκοτ εξηγώντας της πως «το πρόβλημα με τις γυναίκες είναι ότι ρωτούν πάρα πολλές ερωτήσεις ενώ θα έπρεπε να περνάνε τον καιρό τους απλά με το να είναι όμορφες». Και συνεχίζει πως «οι γυναίκες θα έπρεπε να κυκλοφορούν σε μέγεθος κάψουλας περίπου τέσσερις ίντσες και να ζουν στις τσέπες των αντρών» και πως όταν τις χρειάζονται σε πραγματικό μέγεθος να μεγαλώνουν. Παρά την έξυπνη απάντηση της Λίζαμπεθ Σκοτ πως ουσιαστικά αυτό που αναφέρει ο Μπόγκαρτ είναι ότι «οι γυναίκες πρέπει να υπάρχουν μόνο για να τις ερωτεύονται οι άντρες», η φιλοσοφία περί των γυναικών που «ενοχλούν» και των «γυναικών αντικειμένων» θα επαναληφθεί σχεδόν σε όλη την ταινία, θα ανατραπεί το κατα δυνάμει από το σκοτάδι που φέρει ο χαρακτήρας της Σκοτ και θα επικυρωθεί όταν ο Μπόγκαρτ θα ομολογήσει πως έτσι κι αλλιώς περισσότερο από οτιδήποτε «αγαπούσε» τον φίλο του με τον οποίο πολέμησαν μαζί.
Σημάδι μιας μεταπολεμικής Αμερικής που προσπαθεί εκτός από τα τραύματα της, να επουλώσει και τον ανδρισμό της, το «Dead Reckoning» (ωραίος αν και υπερβολικά λυρικός ο ελληνικός τίτλος της «Ανθρώπινης Κόλασης») μοιάζει τελικά με ένα b-movie, παρά τις a-list επιλογές του, χωρίς να καταφέρνει ποτέ να αγγίξει τα εμβληματικά νουάρ στα οποία αναφέρεται. Κερδίζει ωστόσο από αυτή τη δυσαναλογία, καθώς δίνει χρόνο και χώρο στο πρωταγωνιστικό ζευγάρι να ξεδιπλώσει μια σχέση που διαταρράσσεται συνεχώς από τις αμφιβολίες, σε μια πεσιμιστική τελικά εκδοχή των εκτός χαρακωμάτων διαδρομών που οδηγούν δύο καθημερινούς ανθρώπους στο να γίνουν ήρωες - και με βαριά παράσημα.

