O Χάρι Χόροβιτς είναι ένας 80χρονος κουρδιστής πιάνων, λάτρης της τζαζ με ιστορίες να διηγηθεί από παλιότερες δεκαετίες που τα ημιυπόγεια κλαμπς της Νέας Υόρκης γέμιζαν από τις άναρχες μελωδίες των πλήκτρων των Χέρμπι Χάνκοκ, Τόμι Φλάναγκαν, Κιθ Τζάρεντ. Και τις αφηγείται, καθημερινά, στον protégé του, τον Νίκι - ένα πάλαι ποτέ παιδί-θαύμα σολίστα, ο οποίος όταν διαγνώστηκε με «υπερακουσία» (υπερευαισθησία στους ήχους, επώδυνη στις υψηλές συχνότητες) σταμάτησε πεισματικά να παίζει πιάνο. Τώρα φοράει τα ακουστικά του που απομονώνουν την επιθετική βαβούρα της πόλης και των κατοίκων της, και -βολικά και μελαγχολικά- αποκόπτεται κι ο ίδιος από κάθε κοινωνικοποίηση. Μέχρι που γνωρίζει την Ρουθ, μία φιλόδοξη φοιτήτρια πιάνου, και την ερωτεύεται.

Κάτι που χαροποιεί ιδιαίτερα τον Χάρι, που τον έχει σαν παιδί του. Στενός φίλος του πατέρα του, όταν εκείνος πέθανε τον πήρε υπό την προστασία του και του δίδαξε την τέχνη του κουρδίσματος. Μια τέχνη στην οποία ο Νίκι διαπρέπει.Τόσο το παρελθόν του ως βιρτουόζος πιανίστας, όσο και η εξαιρετικά οξυμένη ακουστική του αντίληψη, του έχουν χαρίσει, ειρωνικά, αυτό που οι μουσικοί αποκαλούν «απόλυτο αυτί» (perfect pitch): την ικανότητα να αναγνωρίζει με απόλυτη ακρίβεια κάθε νότα, να αντιλαμβάνεται κάθε λεπτή μεταβολή στο ηχόχρωμα.

Οταν ο Χάρι παθαίνει έμφραγμα και καταλήγει στο νοσοκομείο, αποκαλύπτεται το τεράστιο χρέος του από απλήρωτα ιατρικά έξοδα. Ο Νίκι κλονίζεται και ψάχνει τρόπους να τον στηρίξει. Κι η ευκαιρία παρουσιάζεται με ρίσκο κι επικινδυνότητα: μία συμμορία διαρρηκτών αντιλαμβάνεται το ταλέντο του στην οξύτητα των ήχων και τον προσλαμβάνει να τους ανοίγει χρηματοκιβώτια, κόβοντάς του μερίδιο στα λάφυρα. Αυτό αρχικά του δίνει τα μετρητά που χρειάζεται, όμως η εύκολη τέλεια αρμονία είναι απλώς θέμα χρόνου να φαλτσάρει...

O Ντάνιελ Ρόερ («The AI Doc: Or How I Became an Apocaloptimist», «Once Were Brothers: Robbie Robertson and the Band»), βραβευμένος με Οσκαρ ντοκιμαντερίστας για τη μικρού μήκους «Navalny», αποφασίζει να αναμετρηθεί με το είδος του heist thriller, έχοντας όμως την ιδέα να παίξει με αρκετά ακόμα ευρήματα: την νευροδιαφορετικότητα που είναι κατάρα κι ευχή, το ταλέντο που δεν εγγυάται επιτυχία και χρήματα (αντιθέτως, τα πιο ακριβά πιάνα καταλήγουν απλώς διακοσμητικά στα φουαγιέ των πλουσίων), τις εναλλακτικές οικογένειες, την τζαζ ως σύμβολο των αυτοσχεδιασμών που καμιά φορά πρέπει να κάνεις στη ζωή για να επιβιώσεις της κακοφωνίας της.

Προτού ο τόνος της ταινίας αλλάξει για να οικειοποιηθεί το αγωνιώδες τέμπο του νεονουάρ, η αποτύπωση της σχέσης του μοναχικού Νίκι και του γεροντοπαράξενου, τρυφερού και πεισματάρη Χάρι που λατρεύει την μουσική, το junk food και τη γυναίκα του είναι απόδειξη πώς ένας ντοκιμαντερίστας που έχει μάθει να παρατηρεί τις νανολεπτομέρειες της ζωής έχει κι αυτός «απόλυτο βλέμμα»: οι πρώτες σεκάνς διάδρασης «πατέρα/γιου» στην εργασιακή τους καθημερινότητα, κομμένες και ραμμένες σε διάσημα κλασικά τζαζ κομμάτια έχουν πληροφορία, χιούμορ, συναίσθημα και σε «κουρδίζουν» ότι θα δεις μια έξυπνη, διαφορετική, υπέροχη ταινία.

Δυστυχώς όμως, το σενάριο (ο Ρόερ το συνυπογράφει με τον Ρόμπερτ Ράμσι του «Intolerable Cruelty» των αδελφών Κοέν) είναι γεμάτο παραφωνίες. Και στη ρομαντική σχέση των Νίκι-Ρούθι που είχε την ευκαιρία να εξελιχθεί λιγότερο προβλέψιμα, αλλά και στο κομμάτι των διαρρήξεων και των ισορροπιών με τους επικίνδυνους συμμορίτες, το οποίο δεν πείθει. Ειδικά όταν οι «συμπτώσεις» που υποκινούν την εξέλιξη της αφήγησης δεν είναι καθόλου πιστευτές.

Κι είναι κρίμα. Γιατί ο Λίο Γούνταλ (που ανακαλύψαμε στην «Δουνκέρκη» του Κρίστοφερ Νόλαν, και ως αγόρι που μετέπειτα ερωτεύτηκε τρελά η Μπρίτζετ Τζόουνς) ερμηνεύει τον Νίκι με σπάνια ακρίβεια, συναισθηματική αρμονία και μία ακαταμάχητη μελαγχολία. Το δέσιμό του με τον βιρτουόζο Ντάστιν Χόφμαν είναι απόλυτα συντονισμένο, απολαυστικό, μελωδικό. Σε αντίθεση, η ενορχήστρωση του με την συμμορία είναι ξεκούρδιστη.

Κάπως έτσι, καθώς η παρτιτούρα της ταινίας την προδίδει, ακόμα κι η ευκαιρία για κινηματογραφικό παιχνίδι του Ρόερ με τον ήχο (να χτίσει σασπένς όχι μόνο με το μοντάζ των εικόνων, αλλά και την ηχητική του μπάντα που ακολουθεί την υπερακουσία του ήρωα) είναι μία νότα που μένει μετέωρη.