Σκηνοθέτης αντιφάσεων, αλλά και ακούραστης επιθυμίας για ένα νέο βλέμμα σε παλιές ιστορίες, ο Ντέιβιντ Λόουερι είναι, θα έλεγε κανείς, μια μοναδική περίπτωση στο σύγχρονο σινεμά: ένας δημιουργός που κινείται στα όρια του mainstream κι ένας εν δυνάμει κλασικός παραμυθάς που κάπως όμως δεν ονειρευόταν ποτέ να γίνει π.χ. ο Στίβεν Σπίλμπεργκ της γενιάς του, φιλοδοξώντας περισσότερο να επιβάλλει ένα προσωπικό στιλ, διακριτό ακόμη και ανάμεσα σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη.

Εξι μεγάλου μήκους ταινίες μετά, είναι αδύνατον να δώσεις χαρακτηριστικά στο στιλ του Ντέιβιντ Λόουερι, αφού διασχίζοντας τον κόσμο της μυθοπλασίας μέσα από ρομαντικά δράματα («Μείνε Δίπλα Μου»), παιδικές περιπέτειες («Ο Πιτ και ο Δράκος του»), παράδοξες ταινίες τρόμου («A Ghost Story» - δεν βγήκε ποτέ στην Ελλάδα) και κλασικές βιογραφικές ταινίες («The Old Man and the Gun»), το μόνο που ενώνει όλους αυτούς τους κόσμους είναι ένα άγγιγμα εκσυγχρονισμού παραδοσιακών κινηματογραφικών ειδών. Αλλοτε το κάνει πετυχημένα (βλ. «Pete and the Dragon«) και άλλοτε με τα πιο στριφνά αποτελέσματα («A Ghost Story»), σε μια φιλμογραφία τελιικά όμως που είναι κατώτερη του hype που έχει δημιουργηθεί γύρω από το όνομά του, όσο κι αν μοιάζει δύσκολο να μην παραδεχτείς την αγάπη του για το σινεμά.

Ο «Πράσινος Ιππότης» είναι με διαφορά η πιο φιλόδοξη ταινία του, ίσως η πιο προσωπική του απ’ όλες, κινούμενη στο χώρο του φανταστικού και της περιπέτειας που ίσως είναι και το genre στο οποίο ο Λόουερι νίωθει τελικά πιο άνετα. Ταυτόχρονα είναι και αυτή που την ίδια στιγμή που μπορείς να την επαινέσεις για όλα σχεδόν τα επιμέρους στοιχεία της, μοιάζει αδύνατον να την παρακολουθήσεις με τον ίδιο ενθουσιασμό, αφού η επιμονή στο meta, την τοποθετεί μακριά από τον θεατή, σε ένα ιδιάζον, σε στιγμές ενοχλητικά εμμονικό και τελικά όχι και τόσο βαθύ σε ουσία σύμπαν που δεν φτάνει ποτέ στην καρδιά των πραγμάτων.

Ελεύθερη και ριψοκίνδυνη κινηματογραφική μεταφορά ενός ρομαντικού ποιήματος του 14ου αιώνα, ο «Πράσινος Ιππότης» μας μεταφέρει στα χρόνια της Αγγλίας του Βασιλιά Αρθούρου. Ο ήρωας μας είναι ο Σερ Γκάουεν, ανηψιός του Αρθούρου και της Γκουινεβίρ και γιος της Μόργκαν Λε Φε, μιας γυναίκας που κατηγορείται ότι είναι μάγισσα. Καλεσμένος στη χριστουγεννιάτικη γιορτή του παλατιού, ο Σερ Γκάουεν θα νιώσει για πρώτη φορά την εύνοια του Βασιλιά και ο ερχομός του Πράσινου Ιππότη στο παλάτι θα είναι η ευκαιρία που χρειάζεται για να την ανταποδώσει. Μισός άνθρωπος, μισός δέντρο, ο Πράσινος Ιππότης ζητάει εθελοντή για ένα παιχνίδι με πολύ συγκεκριμένους όρους. Προκαλεί όποιον από τους ιππότες του Αρθούρου θελήσει να αναμετρηθεί μαζί του - αν τον νικήσει θα του χαρίσει το σπαθί του, αλλά ο ιππότης θα πρέπει τα επόμενα Χριστούγεννα να βρει τον Πράσινο Ιππότη στην Πράσινη Εκκλησία για να τον αντιμετωπίσει ξανά. Ο Σερ Γκάουεν θα στεφθεί νικητής κι έτσι θα ξεκινήσει το ταξίδι του προς τη μεγάλη αναμέτρηση…

Είναι σαφές ήδη από τις πρώτες σκηνές πως το φιλμ του Ντέιβιντ Λόουερι δεν (θα) είναι μια εντυπωσιακή περιπέτεια για όλη την οικογένεια με ισχυρές δόσεις δράσης, ρομάντζου και οικολογικής ευαισθησίας. Η σκηνογραφία είναι εκλεκτική, τα κοστούμια είναι meta, αλλά και ο μεσαίωνας του μύθου είναι περισσότερο σαν να σκηνοθετούσε το «Game of Thrones» ο Ντέρεκ Τζάρμαν με λίγη βοήθεια από τον Μπρούνο Ντιμόν της «Jeannette» και της «Jeanne». Και αυτό, όσο κι αν ακούγεται ενδιαφέρον, δεν το λέμε ακριβώς για καλό.

Η μοναδική ισχυρή δόση με την οποία ο Ντέιβιντ Λόουερι ποτίζει το μύθο του είναι αυτή μιας διαρκούς αποστασιοποίησης από τα πάντα: του ήρωα από την αποστολή του, των υπέροχων στίχων που απαγγέλονται από το νόημα τους, του θεατή από το κέντρο της ιστορίας. Η πρόθεση του να είναι όλα κάπως πιο μετατοπισμένα από μια mainstream περιπέτεια με ιππότες, σπαθιά και μυθικά τέρατα, μετατοπίζουν τελικά και το ενδιαφέρον απέναντι σε όλα τα στοιχεία που το νιώθεις ότι βρίσκονται απλωμένα μπροστά σου περιμένοντας απλά τη σωστή καθοδήγηση και έναν σωστό ρυθμό για να λειτουργήσουν.

Ο φόβος της «ταινίας για όλη την οικογένεια» που τελικά είναι ο «Πράσινος Ιππότης», αφού παρά την εμμονή του στο weird και την επιτήδευση δεν είναι παρά ένα παραμύθι με τελικά απλοϊκά, αν και βαρυσήμαντα οικολογικά μηνύματα, εμποδίζει την αξιοποίηση στο έπακρο της επιβλητικής και πραγματικά μοντέρνα εικόνα του Ντεβ Πατέλ στο ρόλο του γενναίου Σερ Γκάουεν, όλων των χαρακτήρων που συνοδεύουν τον ιππότη στο ταξίδι του (από την Αλίσια Βικάντερ μέχρι τον Τζόελ Ετζερτον και τον Μπάρι Γκέογκαν), της ενορχήστρωσης των σκηνών στην ύπαιθρο που μοιάζουν σαν να έρχονται από την «Εβδομη Σφραγίδα» του Ινγκμαρ Μπέργκμαν και τελικά υποβιβάζει το όλο εγχείρημα σε ένα μικρό «αξιοπερίεργο» φιλμ που κάνει τα πάντα για να το θαυμάσεις, αλλά ελάχιστα για να φανεί αντάξιο των υποσχέσεων του στον θεατή, αλλά και την φιλοδοξία του δημιυργού του για ένα πραγματικά μοντέρνο ξαναδιάβασμα ενός πανάρχαιου μύθου πάνω στη ζωή, τον ηρωισμό, τον έρωτα και την οικολογία.