Ο Μπιλ είναι ένας νεαρός φιλόδοξος συγγραφέας, που έχει μπλοκάρει. Η ζωή του είναι τόσο άδεια και αδιάφορη, όσο και η λευκή σελίδα στη γραφομηχανή του. Για αυτό αποφασίζει να αντλήσει έμπνευση από τις ζωές των άλλων. Θα ακολουθεί αγνώστους στο δρόμο, θα καταγράφει τις διαδρομές, τις συμπεριφορές, τους προορισμούς τους για να εμπνευστεί το θέμα και τους ήρωες του βιβλίου του.
Βάζει κανόνες στον εαυτό του: ποτέ τα ίδια άτομα, ποτέ γυναίκες τα βράδια, ποτέ δε θα πλησιάσει επικίνδυνα ώστε να αποκαλυφθεί, ποτέ δε θα συνδεθεί με όσους ακολουθεί. Και τους σπάει όλους - έναν έναν.
Γιατί μία μέρα κάποιος τον παίρνει χαμπάρι. Ο γοητευτικός Κομπ, από αντικείμενο παρακολούθησης, τον αιφνιδιάζει, γίνεται υποκείμενο χειραγώγησης. Του αποκαλύπτει ότι είναι διαρρήκτης, αλλά κι αυτός για παρόμοιους λόγους παραβιάζει τις ζωές των άλλων - με αδηφάγα περιέργεια και κάπως σαδιστική διάθεση- τον εξιτάρει η αναστάτωση που θα προκαλέσει στα θύματα του.
Ο Μπιλ γοητεύεται και τον ακολουθεί. Μόνο που δεν γνωρίζει ότι έχει πέσει στη φάκα μίας καλοστημένης απάτης. Ένα παιχνίδι γάτας και ποντικού ξεκινά, με γκάνγκστερ, μοιραίες γυναίκες, διπλές ταυτότητες και τριπλές προδοσίες.
Ο νεαρός Κρίστοφερ Νόλαν είχε 4.500 λίρες στην τσέπη του, μερικές μπομπίνες 16άρι φιλμ, ημιερασιτέχνες ηθοποιούς και μόνο τα σαββατοκύριακα για να κάνει γυρίσματα. Και κάπως έτσι έκανε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο. Γράφοντας ένα σενάριο ανατροπών, αναλαμβάνοντας όλους τους ρόλους (σκηνοθέτη, οπερατέρ, διευθυντή φωτογραφίας), παίζοντας με ιδέες και εμμονές στις θεματικές και το ύφος που έμελλαν να γίνουν υπογραφή στο σινεμά του.
Δείτε εδώ όλες τις νέες ταινίες της εβδομάδας.
Μπορεί οι διαρρήξεις να γίνονται μέρα μεσημέρι, αλλά κι αυτό ο Νόλαν το πουλάει ως φόρμα: λούζει με φυσικό φως κάτι παραβατικό κι επικίνδυνο, μάς υποχρεώνει να κρυφοκοιτάξουμε κι εμείς με κάθε ιδιωτική λεπτομέρεια, να παραβιάσουμε με αδιακρισία κλειστές πόρτες και συρτάρια, να παραδεχθούμε ότι το σινεμά είναι το υπέρτατο σύμβολο ηδονοβλεψίας.»
Οσα θα συνθέσουν το σήμα-κατατεθείν μελλοντικό του στιλ μάς κλείνουν το μάτι - όπως και το αυτοκόλλητο του Batman στην πόρτα του διαμερίσματος του Μπιλ (ειρωνική Dark Knight σύμπτωση φυσικά). Όλα τα φετίχ του Νόλαν είναι παρόντα. Ο χαμένος στη ζωή ήρωας, οι διπλές αναγνώσεις της πραγματικότητας, η ανατροπή του τέλους. Η μη γραμμική αφήγηση, ο χρόνος που θολώνει το timeline της πλοκής με τις τεχνικές των flash backs και flash forwards, ο θεατής που πρέπει να συλλέξει λεπτομέρειες στο κάδρο (μία ξύλινη σπασμένη κούκλα, ένα χαμένο σκουλαρίκι) για να συνθέσει στο μυαλό του το παζλ της εξήγησης. Ο φρενήρης ρυθμός, η ενέργεια που διατρέχει την ταινία με παράλληλα μοντάζ. Η χρήση της μουσικής που παίζει με το σασπένς και τις χορδές αντίδρασης του θεατή. Και φυσικά το φιλμ. Η αγάπη για το πώς το φιλμ αποτυπώνει την αλήθεια αυτού του κόσμου, ακόμα και μέσα από το μεγάλο ψέμα που είναι το σινεμά.
Ακόμα κι αν η επιλογή του ασπρόμαυρου φιλμ και τα γυρίσματα στους δρόμους του Σόχο ήταν λύσεις ταπεινού προϋπολογισμού, όμως αυτό το μονοχρωματικό θρίλερ λειτουργεί - παίζει κάπου ενδιάμεσα στο στιλιζαρισμένο ύφος και τον οικείο ρεαλισμό. Μπορεί οι διαρρήξεις να γίνονται μέρα μεσημέρι, αλλά κι αυτό ο Νόλαν το πουλάει ως φόρμα: λούζει με φυσικό φως κάτι παραβατικό κι επικίνδυνο, μάς υποχρεώνει να κρυφοκοιτάξουμε κι εμείς με κάθε ιδιωτική λεπτομέρεια, να παραβιάσουμε με αδιακρισία κλειστές πόρτες και συρτάρια, να παραδεχθούμε ότι το σινεμά είναι το υπέρτατο σύμβολο ηδονοβλεψίας.
Μπορεί οι συνεχείς ανατροπές του φινάλε να μην είναι καλοκουρδισμένες. Μπορεί οι ηθοποιοί του να μην είχαν το περιθώριο τρίτων και τέταρτων λήψεων για να πετυχαίνουν πάντα την τέλεια ερμηνεία. Σίγουρα ένα μεγαλύτερο μπάτζετ και χρόνια εμπειρίας θα χτένιζαν το αποτέλεσμα σε κάτι παραπάνω από μία άσκηση στο νουάρ.
«Κάθε άνθρωπος έχει ένα κουτί, όπου συλλέγει αντικείμενα που συμβολίζουν όσα απαρτίζουν την ταυτότητα του» Και το «Following» είναι αδιαμφισβήτητα το κουτί του Νόλαν.

