Ο Τζέι Σι Τσάντορ μιλά για το «Ολα Χάθηκαν», τον Ρέντφορντ και τη συνταγή της επιτυχίας

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 07 NOV 2013  /  Λήδα Γαλανού

Ο Αμερικανός σκηνοθέτης εξηγεί στο Flix πώς έπεισε τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ να πει το ναι στην τρέλα και τι χρειάζεται για να κάνεις μια ταινία που θα επιβιώσει. Και, πραγματικά, τον εμπιστευόμαστε!

Με την πρώτη του ταινία, το «Margin Call», ένα δράμα δωματίου με συγκλονιστικούς διαλόγους και ερμηνείες, ο Νεοϋορκέζος Τζέι Σι Τσάντορ βρέθηκε, στα 37 του χρόνια, υποψήφιος για Οσκαρ σεναρίου και αντικείμενο συζήτησης της ενθουσιασμένης παγκόσμιας κινηματογραφικής κοινότητας. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Τσάντορ εξαργύρωσε αυτή του την επαφή με τη δόξα για να κάνει μια άλλη ταινία, απαιτητική, ένα παράλογο σχέδιο που μεταφράστηκε σε απλό αριστούργημα: το «Ολα Χάθηκαν», μια φιλοσοφική περιπέτεια, γυρισμένη στη θάλασσα, με έναν μόνο ηθοποιό - αλλά τότε αυτός έπρεπε να είναι ο Ρόμπερτ Ρέντφορντ - χωρίς ίχνος διαλόγων. Στη διάρκεια του Φεστιβάλ Καννών όπου η ταινία έκανε την πρεμιέρα της, ο Τσάντορ εξήγησε στο Flix τη συνταγή της επιτυχίας του.

Μεγάλωσα στη δεκαετία του ’80, αγαπώντας τις περιπέτειες. Για μένα αυτή η ταινία είναι ένα διαφορετικό «Die Hard». Ενας άνθρωπος (και σ’ αυτές τις ταινίες ένας είναι ο ήρωας, οι υπόλοιποι βρίσκονται εκεί για να του προσφέρουν έδαφος να δράσει), ζει σε κύκλους έξι λεπτών: δύο λεπτά όπου διαπιστώνει το πρόβλημα, δύο λεπτά όπου το αντιμετωπίζει με ένταση και ψυχαγωγική διάθεση και δυο λεπτά με έξυπνο κυνικό διάλογο. Αυτή η ταινία απλώς αντικαθιστά το τελευταίο μέρος. Ο ήρωας είναι ένας άνθρωπος που έρχεται αντιμέτωπος με τη θνητότητά του. Αυτό είναι το μόνο πράγμα που όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη Γη έχουμε κοινό. Ολοι γνωρίζουμε, παρότι μπορεί να το αρνούμαστε, ότι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή. Η ταινία μου είναι για έναν άνθρωπο που αρνείται πεισματικά να πεθάνει κι εσύ τον βλέπεις να περνά μέσα από τα 7 χαρακτηριστικά στάδια της άρνησης. Μέχρι να φτάσει σε μια αρμονία, ένα χαμόγελο, μια αποδοχή.

Για να χρηματοδοτήσεις ένα δύσκολο πρότζεκτ… αποκτάς μια οσκαρική υποψηφιότητα-έκπληξη από κει που δεν το περιμένεις. Αυτή είναι η αλήθεια. Μακάρι να μπορούσα να πω κάτι άλλο. Αυτό βοήθησε τρομερά. Πήγαμε στο Βερολίνο, ακριβώς την εβδομάδα που είχε ανακοινωθεί η υποψηφιότητά μου, οπότε η εταιρεία παραγωγής μπόρεσε να προ-πουλήσει την ταινία στο ζενίθ της δημοτικότητάς μου. Πριν με νικήσει ο Γούντι Αλεν! Είμαι πολύ πρακτικός άνθρωπος. Και η ταινία, ο τρόπος που στήθηκε η παραγωγή της, το τι ζητούσαμε σε σχέση με το τι θα μπορούσε να αποδώσει, ήταν λογικό, έβγαζε νόημα. Κι έτσι μπορέσαμε να τη χρηματοδοτήσουμε. Ο πατέρας μου ήταν τραπεζίτης και η μητέρα μου καλλιτέχνης, οπότε έχω το πλεονέκτημα να συνδυάζω και τα δυο μέσα μου, πράγμα εξαιρετικά χρήσιμο για ένα σκηνοθέτη.

chandor

Το σενάριό μας ήταν ακριβώς 32 σελίδες, δεν ήταν σενάριο, απλώς περιέγραφε ακριβώς τι θα συμβαίνει στην οθόνη. Σκηνή προς σκηνή. Οπότε όλα ήταν γνωστά με λεπτομέρεια. Το μοναδικό ρίσκο ήταν αν θα μπορέσουμε να τα καταφέρουμε, να το υλοποιήσουμε – και δεν εννοώ ότι αυτό είναι μικρό ρίσκο, τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί καταστροφικά. Από την άλλη πλευρά εγώ είχα τη βεβαιότητα – και την αυτοπεποίθηση – ότι αν πραγματοποιούσαμε την αρχική μας ιδέα, θα ήμαστε μια χαρά. Και μάλλον έπεισα και τους υπόλοιπους! Στην εποχή μας υπάρχουν τόσοι τρόποι, τόσες εναλλακτικές για να κάνεις μια ταινία, μπορώ να κάνω μια ταινία σ’ αυτό εδώ το κινητό τηλέφωνο και σε τρία χρόνια μάλλον θα μπορώ και να τη μοντάρω στο ίδιο. Στην πραγματικότητα μπορείς να κάνεις ό,τι ταινία θέλεις, σε όποιο σημείο του κόσμου κι αν βρίσκεσαι, αν την προϋπολογίσεις σωστά. Εμένα αυτό μ’ ενθουσιάζει γιατί θεωρώ αυτή τη δουλειά επιχείρηση: δεν είμαι ζωγράφος, δεν είμαι σόλο καλλιτέχνης. Για να κάνω την ταινία μου χρειάζομαι εκατοντάδες ανθρώπους και μετά κι άλλες εκατοντάδες για να τη διαδώσουν στον κόσμο. Δε θέλω να κάνω μια ταινία που δε θα δει κανείς, θέλω ο κόσμος να βλέπει τις ταινίες μου, αλλά θέλω και να είναι κάτι που δεν έχουν ξαναδεί ως τώρα. Κι αν μπορέσεις αυτά τα δύο στοιχεία να τα συνδυάσεις, είναι τρομερά διασκεδαστικό.

Η ιδέα να ζητήσω από τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ μου ήρθε, φυσικά, στο Σάντανς. Είχα πάει στο Φεστιβάλ, μας καλωσόρισε εκεί, ήμουν στο πίσω μέρος μιας αίθουσες με περίπου 200 σκηνοθέτες. Ηταν όλοι ενθουσιασμένοι που θα τον έβλεπαν, βρισκόμαστε μέσα στο δάσος, στη μέση του πουθενά. Οπότε έρχεται μέσα ο Ρέντφορντ και το μεγάφωνο δεν ήταν στην πρίζα – μιλούσε και δεν τον άκουγα σχεδόν καθόλου, ό,τι άκουγα απ’ την άλλη άκρη της αίθουσας και ξαφνικά παίρνει μπρος το μεγάφωνο πάνω απ’ τον ώμο μου και αυτή η φωνή που έχει, σα βούτυρο, σα να βρισκόταν δίπλα στο αυτί μου, μιλούσε για το «Τζερεμάια Τζόνσον», πώς πήγε στις Κάννες και μετά το στούντιο εγκατέλειψε την ταινία. Δυο χρόνια αργότερα έπαιζε ακόμα σε μια αίθουσα και λόγω του word of mouth ξαναέβγαλαν την ταινία σε μεγάλο κύκλωμα κι αμέσως έγινε εμπορική επιτυχία. Ελεγε αυτή την υπέροχη ιστορία, απ’ την οποία εγώ άκουσα μόνο το τέλος και κάποια στιγμή το μεγάφωνο ξαναχάλασε και πάλι σταμάτησα να τον ακούω. Και σκέφτηκα, αν αφαιρέσω τη φωνή του που είναι ένα από τα καλύτερα όπλα του, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει όλα τα άλλα δώρα που έχει. Τρεις βδομάδες αργότερα του έστειλα το σενάριο και τέσσερις μέρες μετά μου τηλεφώνησαν και μου ζήτησαν να πάω να τον συναντήσω. Η γυναίκα του το διάβασε πρώτη και του το έδωσε. Μπήκα στο δωμάτιο και πέντε λεπτά μετά μου είπε, «ήθελα απλώς να βεβαιωθώ ότι δεν είσαι τρελός, νομίζω δεν είσαι και τόσο τρελός, οπότε ας το κάνουμε». Μου έσφιξε το χέρι κι αυτό ήταν. Ηθελε να πιέσει τον εαυτό του να κάνει κάτι καινούριο κι αυτό ήταν μια ταινία χωρίς διάλογο.

Υπάρχουν μόνο έξι πλάνα με κασκαντέρ – κι εννοώ έξι πλάνα, όχι έξι σκηνές. Είναι κάτι το απίστευτο. Πολύ λιγότερα απ’ όσα θα χρειαζόμουν εγώ, ή απ’ όσα θα ευχόταν η ασφαλιστική μου. Μόλις μπήκε στο παιχνίδι, επειδή είναι και πολύ δυνατός κολυμβητής, ακόμα και τα υποβρύχια γυρίσματα (με εξαίρεση εκείνο που η βάρκα αναποδογυρίζει, που δεν είναι CGI αλλά πράγματι είναι κασκαντέρ), είναι ο ίδιος. Κάποια από τα πιο επικίνδυνα πράγματα που βλέπεις στην ταινία είναι αυτός. Κανονικά οι βάρκες έχουν πολλές λαβές στο εσωτερικό κι εμείς κατασκευάσαμε μία με ακόμα περισσότερες για να διευκολύνεται το γύρισμα. Αυτή η στιγμή που πηδά από το κοντέινερ πίσω στο σκάφος, δεν επρόκειτο να το κάνει ο ίδιος, μάλιστα η ασφαλιστική μου το είχε απαγορεύσει, δεν είχα καν υπολογίσει να το τραβήξω με την κάμερα κι έτυχε ο κάμεραμαν που βρισκόταν μέσα στο νερό να το τραβήξει. Το έκανε αυθόρμητα. Πήδηξε ενάμιση μέτρο μακριά, πάνω από το κενό. Από εκεί και πέρα κατάλαβα ότι αν έπρεπε να του ζητήσω να μην κάνει κάτι ριψοκίνδυνο, έπρεπε να του πω ότι δε θα είχα την κάμερα έτοιμη και τότε δεν το έκανε. Δυστυχώς σε μια ταινία με έναν μόνο ηθοποιό, το μεγαλύτερο άγχος μου κάθε βράδυ και κάθε πρωί ήταν να είναι εκείνος καλά και να μη χτυπήσει. Είναι πολύ αθλητικός, πολύ ανταγωνιστικός, καμιά φορά τα γόνατά του κουράζονται γιατί τρέχει όλη του τη ζωή και είναι και 76 χρόνων, αλλά το σώμα του εύχομαι να το είχα τώρα, όχι όταν φτάσω στην ηλικία του!

Το «Ολα Χάθηκαν» βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου από την Audio Visual. Διαβάστε τη γνώμη του Flix για την ταινία εδώ

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.