Ο Μπεν Ζάιτλιν μας συστήνει «Τα Μυθικά Πλάσματα του Νότου»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 06 FEB 2013  /  Γιώργος Κρασσακόπουλος

Από το Sundance ως τα Οσκαρ, το υπέροχο φιλμ του Μπεν Ζάιτλιν, υπήρξε το αδιαμφισβήτητο success story της χρονιάς. Είχαμε την τύχη να συνομιλήσουμε μαζί του για την παράξενη περιπέτεια που γέννησε μια τόσο ιδιαίτερη και σπουδαία ταινία.

Τα «Μυθικά Πλάσματα του Νότου» είναι μόλις η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του και όποια λέξη κι αν προσπαθήσεις να χρησιμοποιήσεις για να την περιγράψεις, δεν μπορείς παρά να καταλήξεις να μιλάς για την θριαμβευτική της επιτυχία. Από το μεγάλο βραβείο στο φεστιβάλ του Sundance πέρσι, την Χρυσή Κάμερα στις Κάννες και τώρα τις υποψηφιότητες στα Οσκαρ, αυτή είναι η μικρή ταινία που μπορεί να φτάσει μακριά.

Η ιστορία ενός εξάχρονου κοριτσιού που μεγαλώνει σε μια κοινότητα που ζει με τους δικούς της κανόνες σε ένα νησάκι ανοιχτά της Νέας Ορλεάνης με τον πατέρα της που είναι βαριά άρρωστος, δεν είναι τίποτα λιγότερο από συγκλονιστική. Γεμάτη ενέργεια και ξεχωριστή κινηματογραφική ματιά και με μια μικροσκοπική πρωταγωνίστρια, την Κουαβεζανέι Γουόλις, που αναπληρώνει την πείρα που της λείπει σε πρωτογενές, διαμαντένιο ταλέντο.

Τα «Μυθικά Πλάσματα του Νότου» είναι μια ταινία «χειροποίητη» φτιαγμένη από την κολεκτίβα των Court 13, μιας ομάδας παραγωγής, αλλά κυρίως επεξεργασίας ιδεών όπως περιγράφει ο Ζάιτλιν που δουλεύουν χρόνια μαζί με ένα ξεκάθαρα συλλογικό πνεύμα. Ενα πνεύμα που ο σκηνοθέτης του φιλμ βρίσκει κάτι παραπάνω από απαραίτητο για να κάνει το σινεμά που θέλει. Και που βλέποντας τα «Μυθικά Πλάσματα του Νότου», ελπίζουμε να μην το χάσει ποτέ...

zeitlin

Το σενάριο του φιλμ είναι βασισμένο σε ένα θεατρικό έργο. Να κάτι που δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί εύκολα, βλέποντας την.

Είναι βασισμένο ε ένα θεατρικό έργο, οι χαρακτήρες έρχονται από εκεί, και είναι αυτοβιογραφικό. Ως ένα σημείο. Αλλά ήταν ένα πειραματικό τριαντάλεπτο έργο με σουρεαλιστικούς διαλόγους και πειραματική γραφή, οπότε δεν είναι ότι το μεταφέραμε λέξη προς λέξη, αλλά πήραμε αρκετές ιδέες από εκεί και τις μεταφέραμε στην ταινία. Αυτό που ήθελα να πετύχω στην ταινία ήταν ένα είδος ρεαλισμού, αλλά από την πλευρά ενός εξάχρονου κοριτσιού εκεί που η φαντασία και η πραγματικότητα δεν ξεχωρίζουν. Είναι κάτι που μπορώ να καταλάβω. Είχα έναν αόρατο φίλο όταν ήμουν μικρός και θυμάμαι κόμη την στιγμή που τον άφησα πίσω, την στιγμή που μεγάλωσα. Αλλά ήθελα να κάνω ένα φιλμ που να σέβεται τον τρόπο που βλέπουν τον κόσμο τα παιδιά. Είναι κοντά στον δικό μου τρόπο, μερικές φορές νιώθω κάτι αόρατο να ζει και να κινείται διπλά μου. Ακόμη κι αν καταλαβαίνω ότι ίσως ακούγομαι λιγάκι τρελός...

Πόσο εύκολο ήταν να βρεις την μικρή σου πρωταγωνίστρια, την Κουαβεζανέι Γουόλις;

Την βρήκαμε κάναμε κάστινγκ σε όλη την Λουιζιάνα, για να τα καταφέρουμε είδαμε 3.500 με 4.000 παιδιά. Είχαμε 8 ανθρώπους που έψαχναν για οχτώ ολόκληρους μήνες, σε σχολεία, σε θεατρικές ομάδες, σε εκκλησίες. Στην πραγματικότητα μένει μόλις είκοσι λεπτά μακριά από την πόλη που θα κάναμε τα γυρίσματα. Ηταν καθαρά θέμα τύχης. Είδαμε 4000 παιδιά , αλλά θα μπορούσαμε να είχαμε δει και 20.000 και να μην την είχαμε βρει. Εγώ την είδα στη δεύτερη ακρόασή της και ήταν μια από εκείνες τις στιγμές που οι ουρανοί ανοίγουν και το σύμπαν χαμογελά. Η στιγμή που ήξερα ότι μπορώ να κάνω την ταινία.

Είχες μια συγκεκριμένη ιδέα για το πως θα έπρεπε να είναι η ηρωίδα σου;

Ψάχναμε σε ένα ευρύ φάσμα ηλικιών, παιδιά μεταξύ 6 και 11 ετών, κάθε φυλής. Δεν ψάχναμε κάτι συγκεκριμένο αλλά κάτι πολύ δύσκολο: ένα κορίτσι που να μπορούσε να σηκώσει την ταινία στα χέρια της. Πριν βρούμε την Κουαβεζανέι, η ταινία ήταν περισσότερο κωμωδία. Είχαμε στο μυαλό μας ένα χαριτωμένο, αστείο, ομιλητικό κορίτσι. Αρχικά είχα γράψει τον χαρακτήρα για ένα παιδί 11 ετών αλλά καθώς κάναμε τις ακροάσεις αντιλήφθηκα ότι ο τρόπος που δουλεύει το μυαλό της δεν ταίριαζε σε ένα 11χρονο παιδί. Βάζοντας έναμεγαλύτερο παιδί να πει τις ατάκες, ακούγονταν ανόητες. Έτσι κατεβάσαμε την ηλικία μέχρι την στιγμή που καταλάβαμε ότι αυτό που ψάχνουμε είναι ένα εξάχρονο κορίτσι, αλλά δεν φανταζόμαστε ποτέ ότι θα το βρίσκαμε. Οταν ήρθε η Κουαβεζανέι, όχι μόνο απογείωσε τον ρόλο, αλλά έφερε μαζί και μια ειλικρίνεια και μια αλήθεια. Έχει μια σοφία στην κανονική της ζωή που είναι αξιοθαύμαστη, μια ηθική και μια ηρεμία που δεν πίστευα ότι θα βρω σε ένα παιδί. Ο χαρακτήρας της είναι τέτοιος ώστε γρήγορα καταλάβαμε ότι θα πρέπει να προσαρμόσουμε την ταινία σε αυτή. Έτσι ξαναγράψαμε σχεδόν ολόκληρη την ταινία πάνω της. Για παράδειγμα είχαμε μια σκηνή όπου ο πατέρας της και η Χασπάπι είχαν την τελευταία τους κουβέντα και ήταν ένας διάλογος που αν και κατά βάση δραματικός είχε αστεία, δεν ήταν μια καθαρά δραματική σκηνή. Είχε αυτή την απόσταση από το τι συνέβαινε στ' αλήθεια γιατί φοβόμαστε ότι ένα παιδί θα δυσκολευόταν να αποδώσει τα συναίσθημα που απαιτούσε. Σύντομα καταλάβαμε όμως ότι είχαμε να κάνουμε με μια ηθοποιό που μπορούσε να παίξει τη σκηνή και σχεδόν κάθε σκηνή, ακόμη κι αν είναι μόλις έξι χρονών. Και εφόσον ξέραμε που βρίσκεται η καρδιά της ταινίας δεν χρειαζόταν πια να κρατάμε απόσταση, να την προσεγγίζουμε με φοβισμένα βήματα, αλλά μπορούσαμε να πάμε κατευθείαν στο κέντρο της.

zeitlin Με την μικρή πρωταγωνιστριά του στα γυρίσματα

Οπότε να υποθέσω ότι ένα μεγάλο κομμάτι του σεναρίου χτίστηκε στα γυρίσματα;

Γράψαμε ένα ολοκληρωμένο σενάριο πριν ξεκινήσουμε γυρίσματα, αλλά με τρόπο που να μπορεί να χωρέσει, το απρόσμενο, μέρη και ανθρώπους που συναντάμε. Η γεωγραφία της ταινίας ήταν διαφορετική πριν βρω την πόλη που γυρίσαμε. Αντιμετώπισα τον τόπο σαν ένα ακόμη χαρακτήρα, σαν ένα ηθοποιό, οπότε γράφαμε συνεχώς, ακόμη και στην διάρκεια των γυρισμάτων, διορθώναμε, αλλάζαμε, προσθέταμε αφαιρούσαμε γιατί θέλαμε να μοιάζει ότι η ταινία γεννήθηκε, φύτρωσε σε εκείνο το μέρος με εκείνους τους ανθρώπους αντί να μοιάζει με ένα συγκεκριμένο έτοιμο όραμα που το φορέσαμε με το ζόρι στον τόπο.

Δεν μοιάζει μια εύκολη διαδικασία.

Δεν είναι μια εύκολη διαδικασία. Πρέπει να κρατάς συνέχεια στο μυαλό σου την μεγαλύτερη εικόνα. Σε ένα γύρισμα που δεν είναι λεπτομερώς σχεδιασμένο, σε ένα φιλμ με ανθρώπους, ζώα, στοιχεία της φύσης συμβαίνουν τόσα στην διάρκεια των γυρισμάτων. Υπήρχαν τόσοι απρόβλεπτοι παράγοντες και πρέπει να κατορθώσεις να γυρίσεις το φιλμ αποφεύγοντας όσα πάνε στραβά όσα δεν λειτουργούν όσα δεν έρχονται όπως τα θέλεις. Ήταν σαν κάποιος να σου πετάει πέτρες κι εσύ να προσπαθείς να τις αποφύγεις και την ίδια στιγμή να γυρίσεις την ταινία. Ήταν δύσκολο, απαιτητικό αλλά την ίδια στιγμή έδωσε στην ταινία μας, μια αυθόρμητη αίσθηση, μια ενέργεια που μας κρατούσε συνεχώς σε εγρήγορση. Και ήταν καλύτερα έτσι νομίζω τελικά. Γιατί δεν πρέπει να είσαι τόσο αφοσιωμένος σε αυτό που έχεις στο μυαλό σου, ώστε να μην αφήνεις την πραγματικότητα να εισβάλει στο φιλμ. Καταλήγεις να προσπαθείς να επιβάλεις την δική σου εικόνα για τον κόσμο αντί να αφήσεις τον κόσμο της ταινίας σου να γίνει ένα με τον αληθινό κόσμο γύρω σου.

Και όταν τελείωσαν τα γυρίσματα; Πόσο εύκολο ήταν να οργανώσεις μια τόσο ελεύθερη διαδικασία σε μια ταινία;

Χρειάστηκαν δύο χρονιά για να μοντάρουμε το φιλμ. Γυρίζοντας με αυτό τον χαοτικό τρόπο καταλήξαμε να έχουμε πολλές τρύπες από πράγματα που δεν καταφέραμε να κινηματογραφήσουμε πότε. Αλλά κι αυτό για μένα ήταν μέρος της πρόσκλησης. Σχεδόν καμιά μέρα δεν κατορθώναμε να ολοκληρώσουμε την λίστα των σκηνών που είχαμε να κάνουμε, αλλά γυρίζαμε τόσα πολλά πράγματα που είχαμε άφθονο υλικό για να χτίσουμε την ταινία που θέλαμε. Και για μένα είναι δυο διαφορετικές διαδικασίες, δυο διαφορετικές τέχνες αν θες. Και είναι ενδιαφέρον να κάνεις τα γυρίσματα με τον τρόπο που λειτουργούν καλύτερα για σένα και στην συνέχεια να δοκιμάσεις να αντλήσεις από το υλικό που έχεις μια ταινία. Που μπορεί να μην είναι απαραίτητα αυτή που είχες στο μυαλό σου όταν ξεκινούσες...

zeitlin

Πιστεύεις πως είναι κάτι που θα μπορέσεις να επαναλάβεις; Ειδικά από την στιγμή που αυτή η ταινία προφανώς έχει κινήσει το ενδιαφέρον των στούντιο για σένα και τη δουλειά σου;

Δουλεύουμε σκληρά για να μπορέσουμε το κάνουμε ξανά. Για μένα αυτός ο τρόπος να δουλεύω δεν ήταν απλά μια δοκιμασία, ένα αναγκαίο κακό μέχρι να μπορέσω να κάνω με άνεση το επόμενο «Final Destination». Για όλους όσους δουλεύουμε μαζί, είναι μέρος ενός μεγαλύτερου project. Είναι ο δικός μας τρόπος να κάνουμε σινεμά κι αν δεν μπορώ να κάνω ταινίες έτσι για ένα στούντιο, δεν πρόκειται να τις κάνω. Ίσως πάω κάπου αλλού, ίσως έρθω στην Ελλάδα όπου δεν είναι όλα τόσο οργανωμένα. Ευτυχώς ή δυστυχώς δεν είμαι ένας κανονικός σκηνοθέτης, δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να κάνω όποια ταινία μου προσφέρουν. Αυτός είναι ο τρόπος που δουλεύει ολόκληρη η κολεκτίβα μας. Σε αυτή την ταινία κανείς δεν προσπάθησε να ελέγξει τον τρόπο που γυρίστηκε, κανείς δεν προσπάθησε να καθορίσει τι είδους φιλμ είναι. Εγινε με τον δικό μας τρόπο Και νομίζω ότι αποτελεί ένα διαφορετικό παράδειγμα για το πως να κάνεις σινεμά. Δεν χρειάζεται να πάρεις επαγγελματίες ηθοποιούς δεν χρειάζεται να δουλέψεις με τα σωματεία, καν' το με τον δικό σου τρόπο και έχει πολλές πιθανότητες να πετύχει.

Πως θα περιέγραφες τον τρόπο που δουλεύετε σαν ομάδα;

Είναι περισσότερο σαν μια ομάδα ανθρώπων αλά κυρίως μια ένωση ιδεών. Μοιραζόμαστε τον ίδιο τρόπο που θέλουμε να πούμε τις ιστορίες που μας ενδιαφέρουν. Βρίσκουμε ενδιαφέρουσες μεγάλες, λαϊκές ιστορίες, σαν αυτή που λέει η ταινία μου. Ελπίζω ότι σύντομα θα αναδειχτούν και άλλοι σκηνοθέτες μέσα από αυτή την ομάδα καθώς όλοι δουλεύουμε στα σχέδια όλων των άλλων και όλοι προσπαθούμε να δέσουμε κομμάτια ιδεών σε κάτι μεγαλύτερο που θα γίνει κάποτε ταινία.

Μια τέτοια συλλογικότητα δεν είναι συχνή στο σινεμά. Ειδικά στο καλλιτεχνικό σινεμά όπου η θεωρία του auteur ανυψώνει τον δημιουργό στον απόλυτο κύριο ενός φιλμ. Μάλλον δεν έχεις μια τυπική ματιά για το τι σημαίνει σκηνοθέτης.

Εκανα ταινίες κατά κάποιο τρόπο απ όταν ήμουν παιδί. Οι πρώτες μου ταινίες γυρίστηκαν με τους φίλους μου όταν ήμουν έξι χρονών, αλλά δεν ήξερα από την αρχή ότι ήθελα να γίνω σκηνοθέτης. Ξεκίνησα γράφοντας μουσική, είχα μια μπάντα στο σχολείο, αλλά τα σαββατοκύριακα πήγαινα πάντα στα σπίτια των φίλων μου και κάναμε ταινιάκια. Στη συνέχεια στο κολέγιο είχε ένα πρόγραμμα κινηματογράφου, περισσότερο θεωρητικό, το οποίο παρακολούθησα κι εκεί έκανα την πρώτη μου ταινία κινουμένων σχεδίων. Τα καλοκαίρια πήγαινα στην Πράγα και προσπαθούσα να μάθω τις τεχνικές από ανθρώπους που δούλευαν με τον Γιαν Σβανκμάγιερ, οπότε το ενδιαφέρον μου ξεκίνησε αρχικά για το animation. Αλλά ήταν μια δουλειά πολύ μοναχική και σύντομα κατάλαβα ότι ήθελα να δουλεύω σαν μέρος μιας ομάδας. Κι όταν τελικά έκανα την πρώτη μου ταινία «Glory at Sea» λίγο πολύ με τους ανθρώπους που ακόμη δουλεύουμε μαζί, ήξερα ότι έχω βρει το δρόμο μου.


Το οποίο είχε γυριστεί κι αυτό στη Νέα Ορλεάνη

Τόσο εκείνη, όσο κυρίως αυτή η ταινία, είναι σαν εάν ερωτικό τραγούδι στον τόπο. Ξεκίνησα να κάνω σινεμά όταν μετακόμισα εκεί. Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντα είχα μια φαντασίωση να μετακομίσω στην Λουιζιάνα. Υποθέτω ότι υπάρχει κάτι μαγικό μαγνητικό εκεί, ένας διαφορετικός τρόπος ελευθερίας, μια ανοιχτή νοοτροπία, κανείς δεν σε κρίνει κανείς δεν νοιάζεται τι κάνεις, μπορείς να πίνεις στον δρόμο, μπορείς να καπνίζεις μέσα στα σπίτια. Σχεδόν κανένας κανόνας δεν ισχύει. Είναι ένα μέρος άγριο, ελεύθερο. Και είναι απολιτικό. Είναι σαν να ζεις σε μια υπέροχη φούσκα, που έχει την δική της ζωή. Είναι ένα συντηρητικό μέρος, αλλά ποτέ δεν έχω υπάρξει τόσο καλός φίλος με πραγματικά συντηρητικούς ανθρώπους. Μοιάζει σαν το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να γιορτάσουν τη ζωή, δεν υπάρχουν στεγανά μεταξύ των ηλικιών των τάξεων. Ήταν κάτι που δεν είχα βιώσει ποτέ και που με ενθουσίασε όταν το συνάντησα. Και η κοινότητα του Μπάθταμπ, προέκυψε μέσα από τις εμπειρίες μου εκεί, από τον τρόπο ζωής

Τι νομίζεις ότι δημιουργεί αυτή την τόσο μαγική ατμόσφαιρα;

Είναι ένα σκληρό μέρος να ζεις είναι γεμάτο θαρραλέους ανθρώπους που δεν φοβούνται να ζουν με την σκιά στου θανάτου. Κι ο θάνατος υπάρχει παντού. Από τις πλημμύρες μέχρι τα έντομα, όλα θεωρητικά μπορεί να σε σκοτώσουν. Οι άνθρωποι που επισκέπτονται την Λουιζιάνα είτε την ερωτεύονται είτε δεν την αντέχουν. Δεν γίνεται να ιδρώνεις για έξι μήνες. Αλλά, ακριβώς αυτό είναι που προσελκύει ένα συγκεκριμένο χαρακτήρα ανθρώπων και νομίζω ότι η ανοιχτή διάθεση τους προκύπτει από μια βαθιά συνειδητοποιήσει ότι μπορεί να πεθάνουν ανά πάσα στιγμή. Οπότε οφείλουν να ζήσουν την ζωή τους όσο καλύτερα γίνεται.

Και την ατμόσφαιρα του δικού σου σινεμά; Από τι υλικά είναι φτιαγμένη;

Νομίζω ότι η ταινία που με έκανε να θέλω να κάνω σινεμά ήταν τα φιλμ του Κουστουρίτσα, το «Underground» και το «Μαύρη Γάτα Ασπρος Γάτος». Θυμάμαι όταν τα είδα δεν ήθελα να γίνω σκηνοθέτης, αλλά μου φάνηκε ότι είναι ένας καλός τρόπος να ζεις και να κάνεις σινεμά. Επίσης αγαπώ τον τρόπο που οι ταινίες αυτές μοιάζουν ρεαλιστικές αλλά και βρίσκουν πάτησα στην ποίηση. Ο Μάλικ φυσικά είναι μια μεγάλη επιρροή, αλλά μου αρέσει ένα πιο αφηγηματικό σινεμά. Οι ταινίες της Disney είναι μια εξίσου σημαντική επιρροή στο σινεμά μου όσο και ο Μάλικ, αλλά και το «Die Hard» ή το «Alien». Mου αρέσει ένα πιο προσβάσιμο σινεμά, ιστορίες που μπορούν να γίνουν παγκόσμιες. Αλλά και την ίδια στιγμή ταινίες που είναι λυρικές. Και θέλω να τα συνδυάσω. Σε κάτι που θα είναι μαζί λυρικό και ποιητικό, αλλά που θα έχει μια λαϊκή μαζική απήχηση...

Τα «Μυθικά Πλάσματα του Νότου» του Μπεν Ζάιτλιν παίζονται στις ελληνικές αίθουσες από την Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.