Μάρκο Μπελόκιο: «Αυτό που ενώνει τους ανθρώπους βρίσκεται μακριά από εκκλησίες και δόγματα»

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 26 DEC 2012  /  Μανώλης Κρανάκης

Συναντήσαμε τον Μάρκο Μπελόκιο στο Φεστιβάλ Βενετίας, λίγο μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της «Ωραίας Κοιμωμένης» και αναπόφευκτα μιλήσαμε μαζί του για την πίστη που αναζητούν ακόμη και αυτοί που δεν πιστεύουν.

Ιερό τέρας του ιταλικού σινεμά, ο Μάρκο Μπελόκιο έφτασε στο φετινό 69ο Φεστιβάλ Βενετίας με την «Ωραία Κοιμωμένη» του, σχεδόν σαν αδιαφιλονίκητο φαβορί για το Χρυσό Λέοντα. Και είχε πολλούς λόγους για να το πιστεύει και ο ίδιος...

Βραβευμένος μόνο με ένα τιμητικό βραβείο για την καριέρα του στο ακριβώς προηγούμενο Φεστιβάλ Βενετίας και με τη μεγαλύτερη διάκριση της καριέρας του να παραμένει η Αργυρή Αρκτος που κέρδισε το 1991 για το «Conviction» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, ο Μπελόκιο γύρισε την «Ωραία Κοιμωμένη», όπως δηλώνει και ο ίδιος, από μια ανάγκη.

Οχι για να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη την ιστορία της Ελεάνα Ενγκλάρο που το 2009 συγκλόνισε την Ιταλία με αφορμή την απόφαση της οικογένειάς της να δώσει τέλος στη ζωή της μετά από 17 χρόνια όπου βρισκόταν σε κώμα, αλλά περισσότερο να προσθέσει στη φιλμογραφία του ακόμη μια ταινία για τα ηθικά διλήμματα που γεννά στους ανθρώπους η σύγκρουσή τους με την ίδια τους την ανθρώπινη φύση και φυσικά να βρει ακόμη μια ευκαιρία για να χτυπήσει κάτω από τη ζώνη τόσο την Καθολική Εκκλησία όσο και το διαβρωμένο ιταλικό πολιτικό σύστημα.

Βλέπετε, τα χρόνια μπορεί να έχουν περάσει, από τότε που ο Μάρκο Μπελόκιο ξεκινούσε να κάνει σινεμά ως - το 1965 με το «Fists in the Pocket» - αλλά ο 73χρονος σκηνοθέτης παραμένει ο ίδιος αριστερός που θα απέρριπτε τον Μαρξισμό ως ξεπερασμένο, ο ίδιος άθεος που τελικά μιλούσε με απόλυτη ειλικρίνεια για την Καθολική Εκκλησία, ο ίδιος προβοκάτορας που πλέον δηλώνει πως δεν πιστεύει στις ταινίες - σκάνδαλα.

Και, όμως, η «Ωραία Κοιμωμένη» έφτασε στη Βενετία αφού είχε προκαλέσει αντιδράσεις ήδη από την εποχή που γυριζόταν (διαβάστε περισσότερα εδώ) και με το τέλος του Φεστιβάλ - όταν η ταινία έφυγε χωρίς κανένα βραβείο - ο Μπελόκιο κατηγόρησε τον Μάικλ Μαν για το γεγονός πως η κριτική επιτροπή αγνόησε την ταινία του.

Εμείς τον συναντήσαμε λίγες ημέρες πριν την ανακοίνωση των βραβείων του 69ου Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας, όταν η «Ωραία Κοιμωμένη» είχε κάνει την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Λίντο και τα πρωτοσέλιδα των ιταλικών εφημερίδων μιλούσαν για έναν θρίαμβο αλλά η παγκόσμια κριτική δεν θα συμφωνούσε μαζί τους, και μιλήσαμε μαζί του για την πολιτική, την Ιταλία προ και μετά Μπερλουσκόνι, για όλα αυτά που τον κάνουν να συνεχίζει να πιστεύει πως το σινεμά είναι πριν από οτιδήποτε μια πολιτική πράξη.

Ποια ήταν η ανάγκη που σας οδήγησε να κάνετε μια ταινία για τα γεγονόταν γύρω από το θάνατο της Ελουάνα Ενγκλάρο και γιατί αποφασίσατε να την αφηγηθείτε μέσα από πολλές μικρές ιστορίες;

Η ταινία αποτελείται από διαφορετικές ιστορίες που λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικά μέρη της Ιταλίας, χαρακτηριστικές των διαφορών στην ιδεολογία και τις αντιδράσεις που προέκυψαν το 2009 με αφορμή το τέλος της ζωής της Ελουάνα Ενγκλάρο. Αυτό που ήθελα να σκιαγραφήσω ήταν αυτή η διαφορά στις απόψεις, γι' αυτό επέλεξα ένα νοσοκομείο στο κέντρο της Ρώμης, μια βίλα που θα μπορούσε να βρίσκεται στη Βόρεια Ιταλία, η κλινική στην οποία βρισκόταν η Ελουάνα ήταν στο Ούντινε, το σπίτι του γερουσιαστή θα μπορούσε να βρίσκεται και αυτή στο Βορρά. Οι ιστορίες προέκυψαν φυσικά σαν ένας καθρέφτης ολόκληρης της Ιταλίας, μιας χώρας που εκείνη την εποχή κυριολεκτικά τρελάθηκε με αφορμή τη μοίρα μιας ανθρώπινης ζωής. Ξεκίνησα να γράφω με κέντρο την ιστορία της Ελουάνα και ανέπτυσσα τις ιστορίες γύρω από αυτήν με βάση όλα όσα άκουγα και ένιωθα εκείνη την εποχή. Δεν είχα ποτέ πρόθεση να κάνω μια ταινία για το θάνατο. Οπως και με το πέρασμα των χρόνων, άλλαξαν πολλά στο πως ένιωθα και εγώ το 2009. Το πάθος που είχα τότε και η ανάγκη μου για να κάνω μια ταινία με αυτό το θέμα με περιόριζαν, αντί να με απελευθερώσουν δημιουργικά. Ετσι περίμενα λίγο, άφησα τους χαρακτήρες να εξελιχθούν σχεδόν από μόνοι τους και τελικά έγιναν αυτοί το κεντρικό θέμα της ταινίας.

Πόσο κοντά βρίσκεστε στους χαρακτήρες της ταινίας; Βάλατε μέσα στον καθένα πράγματα από τον εαυτό σας;

Είναι αλήθεια πως η «Ωραία Κοιμωμένη» είναι μια πολύ προσωπική ταινία. Και κάθε χαρακτήρας κρύβει κάτι δικό μου μέσα του. Οπως στον γερουσιαστή (σ.σ. τον υποδύεται ο Τόνι Σερβίλιο του «Il Divo») που από τη μια είναι σίγουρος για την ειλικρίνεια του αλλά και διστακτικός στο να πάρει θέση. Ή στα δύο αδέρφια που μου θυμίζουν ήρωες από προηγούμενες ταινίες μου. Ή στον χαρακτήρα που υποδύεται η Ιζαμπέλ Ιπερ, η οποία θέλει να πιστέψει αλλά δεν μπορεί. Είναι αυτό το αίσθημα που ενυπάρχει σε όσους είναι άθεοι σαν εμένα, όχι σαν πειρασμός, αλλά σαν μια συνεχή διαπραγμάτευση με το αν υπάρχει όντως πίστη και αντικείμενο για να πιστέψεις. Μια αμφιβολία...

Δείχνετε με αυτήν την ταινία να αντιμετωπίζετε την Καθολική Εκκλησία με περισσότερο σεβασμό, αν όχι διαλλαξία. Τι έχει αλλάξει από τις μέρες που καταφερόσασταν εναντίον της ανοιχτά και χωρίς ενδοιασμούς;.

Οχι οι απόψεις μου δεν έχουν αλλάξει καθόλου απέναντι στην Καθολική Εκκλησία. Στην ταινία ένας άθεος και μια Καθολική ερωτεύονται, αλλά αυτό δεν έχει να κάνει με το ότι αποδέχομαι τη μία ή την άλλη επιλογή απέναντι στην πίστη. Εχει να κάνει με τα αισθήματα που γεννιούνται πέρα και πάνω από το τι πιστεύει ο καθένας. Η πίστη παραμένει για μένα ένα μυστήριο. Είναι κάτι που δεν καταλαβαίνω, αλλά σίγουρα μπορεί να παραμεριστεί μπροστά στα όσα νιώθουμε ως άνθρωποι. Αυτό δεν σημαίνει ότι γίνομαι πιο διαλλακτικός σε σχέση με την κακή πλευρά του καθολικισμού, αλλά ότι αναγνωρίζω πως αυτό που ενώνει τους ανθρώπους βρίσκεται μακριά από εκκλησίες και δόγματα. Δεν αρνούμαι να σεβαστώ τον κάθε πιστό, όσο αυτός ο πιστός σέβεται τη δική μου ελευθερία μου να μην πιστεύω.

Πόσο πιστεύετε ότι επηρεάζει τη σημερινή ιταλική κοινωνία η Καθολική Εκκλησία;.

Αυτό που είναι σίγουρο, είναι ότι ο καθολικισμός βρίσκεται παντού. Και πως οι υποστηρικτές του επιθυμούν την ταύτιση της χώρας με την Καθολική Εκκλησία και την ταύτιση της εθνικής μας ταυτότητας με τον καθολικισμό. Και επίσης είναι σίγουρο πως ακόμη και ανάμεσα στους κύκλους της Καθολικής Εκκλησίας υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για διάφορα θεματα, ανάμεσα σε αυτά και για την ευθανασία.

Στην ταινία - που εκτυλίσσεται όσο ακόμη ήταν Πρωθυπουργός ο Σίλβιο Μπερλουσκόνι - αναφέρεστε στους πολιτικούς ως «διανοητικά ασθενείς». Είναι αυτή η επίσημη θέση σας απέναντι στο πολιτικό σύστημα και τι πιστεύετε ότι έχει αλλάξει μετά την αποχώρηση του Μπερλουσκόνι;

Οταν κάνεις μια ταινία ή γράφεις ένα βιβλίο δεν κάνεις μια στατιστική έρευνα ή μια επιστημονική αναφορά. Σίγουρα όλοι οι πολιτικοί δεν είναι ηλίθιοι. Αλλά ένας κινηματογραφιστής μπορεί να υπερβάλλει και φυσικά μην ξεχνάμε και το στοιχείο της σάτιρας. Σε κάθε περίπτωση δεν απεχθάνομαι τους Ιταλούς πολιτικούς, αλλά δε νιώθω και κανένα οίκτο για το γεγονός πως είναι τελείως ανίκανοι. Και αυτό δεν ισχύει μόνο για την Ιταλία. Οσο για το γεγονός αν τα πράγματα είναι καλύτερα στην μετά-Μπερλουσκόνι εποχή, δεν μπορώ να ξέρω. Φυσικά τα πράγματα δεν είναι σε τόσο άσχημη κατάσταση όσο στην Ελλάδα, αλλά δεν νομίζω ότι είμαστε και πολύ μακριά. Οι περισσότεροι Ιταλοί δεν εμπιστεύονται πλέον τους πολιτικούς και δεν πιστεύουν πως έχουν την ικανότητα να λύσουν τα προβλήματα της χώρας.

Πόσο πιστεύετε ότι ωφελήθηκε η ταινία από το θόρυβο που δημιουργήθηκε γύρω από αυτήν, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της αλλά και εδώ στην πρεμιέρα της όταν έξω από την αίθουσα προβολής υπήρχαν διαδηλωτές που διαμαρτύρονταν εναντίον της;

Δεν είμαι κυνικός. Το σκάνδαλο στον κινηματογράφο δεν υπάρχει πια, γιατί υπάρχουν πλέουν άλλοι τρόποι να επικοινωνήσει με τον κόσμο πολύ πιο άμεσα, όπως μέσω του διαδικτύου. Πάντοτε προσπαθούσα να κάνω απλώς καλές ταινίες. Το να χρησιμοποιήσω στοιχεία σκανδαλοθηρικά δεν με ενδιέφερε ποτέ.

Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για την «Ωραία Κοιμωμένη» που παίζεται στις ελληνικές αίθουσες από τις 27 Δεκεμβρίου 2012 σε διανομή Videorama.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.