Από τα αρχεία | Καλοκαιρινοί Κινηματογράφοι: τα χαλίκια έγιναν λάσπες...

ΑΠΟΨΗ 07 AUG  /  Flix Team

Για κάθε μια μέρα του Αυγούστου, διαβάζουμε «επίκαιρα» κείμενα από το παρελθόν του ελληνικού σινεμά.

Για μια (όλο και περισσότερο σφιχτή και δεμένη) μερίδα θεατών, οι καλοκαιρινές επαναλήψεις αποτελούν την ευκαιρία να δει ή να επαναδεί κανείς την «καλή ταινία». Το κοινό, όσο λιγοστεύει και στήνεται μπροστά στους τηλεοπτικούς δέκτες, τόσο περισσότερο εκλεκτικό γίνεται: οι αιθουσάρχες κατάλαβαν έγκαιρα το γεγονός αυτό, και αρκετοί θερινοί κινηματογράφοι έσπευσαν να αυτοχαρακτηριστούν (o αυτοχαρακτηρισμός στο χώρο του νεοελληνικού κινηματογράφου αποτελεί κυρίαρχη έκφραση) «αίθουσες τέχνης» για να μη χάσουν κανένα μερίδιο στο ελαχιστοποιημένο, αλλά τουλάχιστον υπαρκτό, κυνήγι της ποιότητας (πολλές εκφράσεις του κειμένου είναι εμφανώς αδόκιμες, αλλά o γράφων αμφιβάλλει για τις «επίσημες» δυνατότητες ενός χρονικού πάνω στην επίσης αμφίβολη πανλαϊκότητα των θερινών αιθουσών).

Οι καλοκαιρινές προβολές, μακρινό βασίλειο της κινηματογραφοφιλίας; Από πρώτη ματιά, το καλοκαίρι φαντάζει στα μάτια μας (μια και μας δίνει την ευκαιρία να ξαναδούμε για πέμπτη φορά ταινίες) ως η εποχή του ξεψαχνίσματος των κινηματογραφικών προτιμήσεων, Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι και τόσο εύκολα και οι συνήθειές μας ως θεατών μετασχηματίζονται γοργά τα τελευταία χρόνια. Τώρα που όλες οι ταινίες έγιναν «τέχνης», από τα γουέστερν του Τον Στάρτζες μέχρι τις κωμωδίες του Τζέρι Λιούις, Τώρα που κανένας αιθουσάρχης που σέβεται πρώτα τον εαυτό του δεν αφήνει έξω από το πρόγραμμα το «Ρίο Μπράβο» του Χάουαρντ Χοκς ή το «Φίλησέ με με Πάθος» του Μπιούσμπι Μπέρκλεϊ, τι έχει μείνει σε εμάς να εξιχνιάσουμε ή να ανακαλύψουμε: Ούτε την ίδια μας την προτίμηση, ή την αγωνία μας μάλλον να ξεπεράσουμε την μακαριότητα που δημιούργησε η καταδίωξη των πάντων, του γουέστερν, της ανεξάρτητης ιταλικής κωμωδίας, των θρίλερ με το βλέμμα, ακόμη και του μάγου Ντάγκλας Σερκ. Σε μια εποχή όπου τα θεάματα παρελαύνουν με την απολυτότητα της ακρίβειας και τα μίντια εναλλάσονται υποδειγματικά, παραχωρώντας ευγενικά τη θέση τους το ένα στο άλλο, το κοινό αρχίζει να εκλέγει. Ανελίσσεται σε επιλεκτικό κοινό. Τώρα, αυτή τη στιγμή είναι πολύ αργά. Τώρα αυτό το κοινό δεν έχει τίποτα να επιλέξει.

Αυτή τη δυνατότητα επιλογής προσπαθεί να ανεύρει η αθηναϊκή κινηματογραφική ζωή στις καλοκαιρινές προβολές, μαζί με ένα κάποιο παρελθόν και ορισμένες αναφορές: οι καλοκαιρινοί κινηματογράφοι τέχνης έπαψαν να είναι οι ναοί της γνωριμίας με την ανανέωση της κινηματογραφικής γραφής, της κινηματογραφικής γλώσσας, με τις νέες τάσεις και ρεύματα σε όλο τον κόσμο (ας έκανε θερινός ακόμα και στο ανελπιδοφόρο σήμερα ένα αφιέρωμα στην τρέλλα του νοτιο-αμερικανικού σινεμα-νόβο κι αν δε μάζευε σε κάθε προβολή κοινό εγώ θα ήμουν το λιγότερο ηλίθιος). Εκείνο που χαρακτηρίζει τους καλοκαιρινούς κινηματογράφους είναι η έντονη τάση τους (μέσα από αφιέρωματα στα κλασσικά είδη) να δημιουργήσουν τη ψευδαίσθηση ότι ξαναζεί σήμερα η σχέση που είχε παλιότερα το συνοικιακό κυρίως κοινό με αυτές τις κλασσικές ταινίες. Υπάρχει όμως μια μικρή διαφορά: η σχέση αυτή επικαθοριζόταν τότε από το λαϊκό χαρακτήρα του κινηματογράφου, χαρακτήρα που χάθηκε για πάντα. Στη θέση του τα προγράμματα αυτών των αιθουσών τοποθετούν σήμερα τη γνωστή ιδιοτυπία της καλοκαιρινής προβολής, δηλαδή τη μυθοποίηση και το βλακώδη φετιχισμό των «ιδιαίτερων» συνθηκών προβολής. κάπνισμα (για να μη ξεχαρμανιάζει ο μανιακός 0εατής), πασατέμπος, δροσιά, κόκα-κόλα. σαΐτες. κεφτεδάκια (δεν υπάρχει θερινή αίθουσα χωρίς φαΐ - περισσότερα μπιφτέκια πουλάει ο κυρ Αρτέμης οτο «Αρκαδια» παρά o Κάβουρας στα Εξάρχεια), καλαμπούρι. χαλικάκι και μια αράδα από κλισέ που επανέρχονται στις δημοσιογραφικές παραινέσεις προς το «φιλοθεάμον» κοινό, Να όμως που και η ίδια η εξιδανίκευση της «βραδιάς στο καλοκαιρινό σινεμά» παύει να λειτουργεί από τη στιγμή που οι κινηματογράφοι παίζουν το παιχνίδΙ της ποιότητας: όπως να το κάνουμε είναι πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να βλέπεις σε άθλια κατάσταση μια ταινία του Μέρβιν Λερόι ίδίως όταν ξέρεςι πια ότι όλη η σύλληψη είναι στη σκηνοθεσία και δεν αντέχεις να μην ακούς τίποτε στις τελευταίες σκηνές του «Ζαμπρίσκι Πόιντ» Μικελάντζελο Αντονιόνι, Ιδίως όταν ξέρεις ότι κάποτε ακουγόταν σε αυτή τη σεκάνς η μουσική των Πινκ Φλόιντ (της μπαρετικής περιόδου).

Εκείνο που χαρακτηρίζει τους καλοκαιρινούς κινηματογράφους είναι η έντονη τάση τους (μέσα από αφιέρωματα στα κλασσικά είδη) να δημιουργήσουν τη ψευδαίσθηση ότι ξαναζεί σήμερα η σχέση που είχε παλιότερα το συνοικιακό κυρίως κοινό με αυτές τις κλασσικές ταινίες. Υπάρχει όμως μια μικρή διαφορά: η σχέση αυτή επικαθοριζόταν τότε από το λαϊκό χαρακτήρα του κινηματογράφου, χαρακτήρα που χάθηκε για πάντα.»

Οι διαμαρτυρίες τότε υπεραμύνονται μιας τεχνικής αρτιμέλειας: κατάσταση τελείως άγνωστη άσχετη με τις χειμερινές ή συνοικιακές προβολές, που όλοι γνωρίσαμε. Τι μένει λοιπόν; Οι ταινίες θα φώναζε κάποιος, Ίσως. Η ίδια η επιλογή των ταινιών ωστόσο τείνει όλο και περισσότερο στην κατασκευή ενός συμμετρικού ομοιώματος, που δεν έχει πια και τόσο μεγάλη σχέση με την κινηματογραφική επαγρύπνηση και απόλαυση, Ομοίωμα του κινηματογραφικού είδους ξαφνικά, που παρουσιάζεται αρχικά μουσειοποιημένο, έτοιμο σε κάθε στιγμή να πιθηκίσει την παλιά του αίγλη, την πρωτογενή του δόξα. Τότε, όμως, το είδος δεν περιλάμβανε μόνο τα αριστουργήματα του είδους και οι κινηματογραφόφιλοι μπορούσαν πράγματι να ανακαλύψουν το μεγάλο «διαμάντι»: αυτό ήταν που έκανε το είδος να υπάρχει άρα και να λειτουργεί. Σήμερα αυτό το είδος, αφού ψαλιδίζεται αυθαίρετα, υπάρχει μόνο από τα ματωμένα κομμάτια του, που κάποιος έχει προωθήσει. Έτσι μπαίνει μια για πάντα στο μουσείο ενώ, από μια διαφορετική άποψη, τα νεώτερα είδη: πορνό, καράτε κοιμούνται ανέμελα και ήσυχα στα γκέτο τους μια και κανείς «κάποιος» δε βρίσκεται να ρισκάρει την ειδίκευσή του στο άγνωστο και παρθένο έδαφός τους. Απλά είναι είδη ολοκληρωμένα, δείχνουν όλες τις στάσεις - όλες τις τεχνοτροπίες στο κρεβάτι, όλες τι τεχνικές στην πολεμική τέχνη.

Οι ειδικοί δεν τολμούν ούτε να τα δουν, περιφρονώντάς τα βαθιά και περιχαρακώνοντας με όλα τα δυνατά μέσα - τι όμορφο φιλμ-νουάρ - το συντηρητισμό τους. Τα χαρακτηριστικά αποσπάσματα του είδους, με την πολύτιμη βοήθεια του χάους που βασιλεύει στις αποθήκες των εισαγωγέων-διανομέων, έχουν καταστρέψει μια για πάντα τα είδη και τη λάμψη τους. Ομοίωμα του δημιουργού επίσης: όλοι γίνονται δημιουργοί το καλοκαίρι (o Ρόμπερτ Ζεμέκις, o Μάικ Νιούέλ, ο Ράσελ Μαλκάχι, o Τζέιμς Κάμερον κι άλλοι πολλοί κινηματοθραύστες) ή μάλλον προβάλλονται μόνο ταινίες - δημιουργήματα.

Η εβδομάδα Κεν Ράσελ ακολουθεί την εβδομάδα Πάολο-Πιερ Παζολίνι, την άλλη εβδομάδα αφιέρωμα στον απρόσιτο τρόμο του Τέρενς Φίσερ και πάει λέγοντας. Η γενικευμένη αυτή «πολιτική των δημιουργών» είναι τελικά αδιάφορη. Έτσι κι αλλιώς στον καλλιτεχνικό κόσμο, όλοι είναι καλλιτέχνες (όπως και στο περιοδικό «αντί- Κινηματογράφος« όλοι είμαστε αρθρογράφοι-κριτικοί). Μόνο που παλαιότερα μερικοί από αυτούς τους καλλιτέχνες δούλευαν πράγματι υπόγεια, μέσα στη μαζική κουλτούρα ενώ σήμερα η αγορά δε σηκώνει παρά προϊόντα σε σειρά που μπαίνουν στο γκέτο πλασαρισμένα σα δημιουργήματα, μοναδικές κι απαράμιλλες παραγωγές, υποχρεωτικές για όλο τον Κόσμο (το φιλμ «Ο Πόλεμος των Αστρων» του Λούκας καθώς και το «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» είναι τα παραδείγματα), κι ένα συμπερασμα: εκείνο αναζητούν οι καλοκαιρινές προβολές Τέχνης ανακυκλωνοντας αέναα προγράμματα χιλιοειδωμένα, είναι η εποχή που υπήρχαν καλοκαιρινές προβολές γενικά, μια εποχή γεμάτη συγκινήσεις, που έρχεται σήμερα να κυριεύσει τη νοσταλγία της άτονης κινηματογραφικής πραγματικότητάς μας, ακριβώς γιατί δεν υπάρχει πια. Η μίμηση της όμως πολλαπλασιάζει την πλήξη αντί για την κινηματογραφοφιλία, την αδιαφορία του κοινού αντί για τη σκεπτική παρακολούθηση. Φέτος το καλοκαίρι δε ξαναείδαμε το «Μπλε» του Κριστόφ Κισλόφσκι ή το «Στην Παγίδα του Νόμου» του Τζιμ Τζάρμους. Είδαμε ένα αφιερωματάκι στον Μπέρκμαν. Α, είδαμε και το «Αλφαβιλ» του Ζαν Λιλκ Γκοντάρ. Μόνο που κάποιος γέρας ρωτούσε από πίσω όλη την ώρα μανιιωδώς: «τι επιστημονική φαντασία είναι αυτή, που στο διάολο είναι τα διαστημόπλοια. είμαι μια ώρα εδώ και δεν έχει γίνει ούτε μια σύγκρουση αστέρων».

Σας το έχουμε πει: τα πολλά «προσεχώς» βλάπτουν υπερβολικά. και το χειρότερο είναι ότι φυτεύουν διαστημόπλοια εκεί που δεν τα σπέρνουν. Για μας το θερινό σινεμά χάθηκε μαζί με τις συνοικίες του: τα χαλίκια ειλικρινά έχουν γίνει λάσπες...

Το άρθρο του Σίμου Ιωσηφίδη «Καλοκαιρινοί Κινηματογράφοι: τα χαλίκια έγιναν λάσπες...» δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «αντί-Κινηματογράφος», τεύχος 12, τον Οκτώβριο του 1995.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.