Flixibility: Ο Νίκος Πετρουλάκης μας βάζει στο παρασκήνιο του «Vinyl» και των ηλεκτρισμένων 70ς

BUZZ 21 FEB 2016  /  Νίκος Πετρουλάκης

Αφορμής δοθείσης ο Νίκος Πετρουλάκης εστιάζει, με κομμένη την ανάσα, σε 2-3 πράγματα που ακούστηκαν, ή δεν ακούστηκαν, στo παρθενικό παίξιμο του «Vinyl»…

Αν και είναι θέρος του ’73, τριάντα σχεδόν χρόνια μετά το τέλος του δεύτερου μεγάλου πολέμου, φαίνεται πως οι μνήμες παραμένουν ακόμα νωπές ακόμα και στους απατηλά σαγηνευτικούς κόλπους της μουσικής βιομηχανίας, ενώ οι κόκκινες γραμμές μεταξύ των γόνων όσων βρέθηκαν αντιμέτωποι πυρακτωμένες σε σημείο τήξης. Γιατί πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι κάποιος βέρος Λονδρέζος σαν τον Peter Grant γίνεται μπουρλότο στη σκέψη και μόνον ότι το συγκρότημα που μανατζάρει ενδέχεται να ηχογραφεί για λογαριασμό ενός γερμανικού κολοσσού όπως η PolyGram; Πράγματι η εν λόγω επιχείρηση, της οποίας τα μισά συμφέροντα τότε ήταν ολλανδικά (αλλά στα τέτοια του ο Grant), είχε ξαμοληθεί στην αμερικάνικη πιάτσα και εξαγόραζε την μια πίσω από την άλλη ετικέτες όπως την Mercury, την MGM και την Verve, ώστε να πιάσει ένα στόχο που είχε βάλει από τις αρχές ήδη της προ-προηγούμενης δεκαετίας: να γίνει η μεγαλύτερη δισκογραφική εταιρεία επί ευρωπαικού εδάφους!

Robert Plant Peter Grant 607

Ηταν λοιπόν δυνατόν να προσπεράσει την American Century που, σύμφωνα με το προσεκτικό στις κακοτοπιές σενάριο, εκμεταλλευόταν το έργο τόσο διαφορετικών μεταξύ τους ονομάτων, όπως οι μηχανόβιοι ροκάδες του χαβαλέ Grand Funk, ο άσπιλος μορμόνος έφηβος Donny Osmond, o βαρύτονος μορφονιός παλαιάς κοπής Robert Goulet και οι απόλυτοι ρυθμιστές του σκληρού παιχνιδιού Led Zeppelin, των οποίων την ονομαστική αξία ήταν διαπιστευμένος να διαφυλάσσει ο προαναφερθείς και πρώην παλαιστής συνάμα κύριος Grant! Εξ αιτίας ίσως και αυτής της ιδιότυπης ξάπλας στη θαλπωρή του κανναβάτσου ο ροκ μύθος τον θέλει μόνιμα βουτηγμένο στην ζοχάδα, και η σειρά όχι μόνον συναινεί αλλά και επαυξάνει, καθώς τον δείχνει στα παρασκήνια του Madison Square Garden να τα χώνει στους μικροαπατεώνες που πουλάνε μπλούζες της μπάντας - όχι τόσο γιατί δεν ζήτησαν άδεια, όσο για το ότι προσπάθησαν να την σκαπουλάρουν χωρίς να ακουμπήσουν κάποιο ποσοστό της προκοπής!

Vinyl 607 A

Oντως στα τέλη του Ιουλίου εκείνης της χρονιάς το συγκρότημα όχι μόνον έκανε εκεί τρεις εμφανίσεις στη σειρά με σκοπό να γράψει το διπλό άλμπουμ και να τραβήξει το δίωρο και κάτι φιλμ που μοιράζονταν τον τίτλο «The Song Remains the Same», αλλά και επαναδιαπραγματευόταν το συμβόλαιο του με την Atlantic. Δυστυχώς δεν γνωρίζω την ποιότητα των συναισθημάτων που έτρεφε ο αγύρτης Grant για τους Τούρκους, αλλά με τον Ahmet Ertegun μια χαρά τα βρήκε μιας και, ξύπνιος ων, ο συνιδρυτής αυτής της θρυλικής εταιρείας αντιμετώπισε το όραμα για την δική τους ετικέτα Swan Song με την δέουσα, για την περίσταση, προσοχή και γενναιοδωρία!

Peter Grant 607

Peter Grant 607 3

Το εντελώς ανάποδο με αυτό που επιχείρησε η American Century: να πετάξει δηλαδή το συμβόλαιο με το ήδη συμφωνημένο στο 20% ποσοστό των Led Zeppelin μειωμένο στο … μισό(!) σαν τον τελευταίο άσσο σε αυτό το ιδιότυπο πόκερ που έπαιζε με … «τις κουφάλες τους ναζί», σύμφωνα πάντα με τον φίλτατο Grant. Το θέτει άλλωστε με περίσσεια απλότητα αυτός ο απελπιστικά λίγος (όσο και οποιοσδήποτε άλλος δηλαδή που θα προσπαθούσε να υποδυθεί έναν κούκλο όπως ο Robert Plant) στον πελαγωμένο ιδιοκτήτη της πριν ανέβει στη σκηνή : «Πας να μας τον φορέσεις! Κανονικά!» Με δάκρυα στα μάτια ο Richie Finestra παίρνει την άγουσα προς την έξοδο ενώ τον ακολουθεί ο απόηχος εκδοχών του «Somethin' Else» (’59, Eddie Cochran) και του «You Shook Me» (’62, Muddy Waters ) - αγνώστου προέλευσης αμφότερες ώστε να μην εμπίπτουν στον νόμο περί φειδωλούς, έως μηδενικής, εμπορικής χρήσης του υλικού του συγκροτήματος σε κινηματογράφο, τηλεόραση, ραδιόφωνο, διαφημίσεις κλπ!


Κλασσική περίπτωση καλλιτέχνη, ο Sturgill Simpson από το Jackson του Kentucky, που μετά από χρόνια στην αυτοδιάθεση βρέθηκε, με το άλμπουμ «To The Wind And On To Heaven» (’11) ως το εν τρίτον των Sunday Valley και τα δύο προσωπικά «High Top Mountain» (’13) και «Metamodern Sounds In Country Music» (’14), στο σημείο όπου η ίδια του η, στηριγμένη τόσο στην παραβατικότητα του Νότου όσο και στις ψυχεδελικές εκτροπές, καριέρα απαιτεί διαχείριση που μόνο ένα έμπειρο στα πράγματα μαγαζί μπορεί να προσφέρει. Πρώτο δείγμα λοιπόν του τι πρόκειται να ακολουθήσει μετά τις τζίφρες που έπεσαν στα γραφεία της Atlantic το, τρόπον τινά σήμα-κατατεθέν της σειράς και άσχετο με το ομότιτλο άσμα των συγκοινωνούντων μουσικά Delbert McClinton & Glen Clark από το ‘72, «Sugar Daddy», όπου προσεγγίζει τα ηλεκτροβόρα αλυχτήματα του Howlin’ Wolf περισσότερο με την εκσυγχρονισμένη λογική των Black Keys παρά με την μανιέρα που, εκεί στο πρώτο μισό των 70ς, ακολουθούσαν όσοι αναζητούσαν μια θέση κάτω από τον ήλιο των αμερικανικών FM.

Peter Grant 607

Vinyl 607 B

Μεταξύ αυτών και οι εκ Αγγλίας ορμώμενοι Foghat των οποίων άλλωστε η διασκευή στο «I Just Want To Make Love To You» του Muddy Waters ξεφυτρώνει κάποια στιγμή κάπου μέσα στο επεισόδιο. Το συγκρότημα μάλιστα από το οποίο προέρχονταν στην πραγματικότητα τα τρία του τέταρτα, αυτό των Savoy Brown δηλαδή, απολάμβανε τότε το ζενίθ της δημοτικότητας του στις Ηνωμένες Πολιτείες με το άλμπουμ «Hellbound Train» (’72, Parrott / Decca) και καθώς υποτίθεται ότι ανήκε στον κατάλογο της μπίζνας που, με διακριτικό τίτλο American Century, είχε στήσει ο Richie Finestra, θα επιβεβαίωνε οσονούπω την κακία που κυκλοφορούσε γι’ αυτήν στην δισκογραφική πιάτσα: «American Cemetery - η εταιρεία που πάνε οι καλλιτέχνες για να πεθάνουν»!


Μια ολοκαίνουργια εκδοχή του «Personality Crisis», από τον ίδιον μάλιστα τον David Johansen, που μαζί με τον Sylvain Sylvain είναι οι μόνοι εν ζωή σήμερα από εκείνους τους πέντε που, στριμωγμένοι σε έναν καναπέ, πόζαραν όλο νάζι στο ασπρόμαυρο εξώφυλλο του New York Dolls [’73, Mercury]. Μία έκδοση ηχογραφημένη ειδικά για το επεισοδιακό φινάλε, με την συναυλία να τελειώνει πριν την ώρα της, καθώς το υποτιθέμενο Mercer Arts Center, όπου γίνεται το όλο τζέρτζελο, καταρρέει και ένας σωρός από σοβάδες, τούβλα και δοκάρια πλακώνουν τον σε φάση γερής επιφοίτησης Richie Finestra, ο οποίος συνειδητοποιεί ότι, παρά τα όσα έχουν τραβήξει, τα χρυσά του αυτιά και τα ασημένια του ρουθούνια διατηρούν ακόμα αυτό το μοναδικό χάρισμα να διακρίνουν το μέλλον του rock ‘n roll!

hotel 607 Σκηνή από το «Vinyl»

hotel 607 2 Φωτογραφίες αρχείου από την κατάρρευση του Mercer Arts Center

Παρεμπιπτόντως, αυτός και η εταιρεία του παραπέμπουν περισσότερο στην αισθητική και στο μανιπουλάρισμα του Neil Bogart και της δικής του Casablanca Records - άλλωστε η εκ βαθέων εξομολόγηση προς τους τηλεθεατές ότι η American Century έστελνε στα καταστήματα τους δίσκους ήδη … “χρυσούς” και αυτά τους επέστρεφαν … “πλατινένιους" έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για να περιγράψει την εμπορική πολιτική της συγκεκριμένης ετικέτας που μεταξύ άλλων τύπωσε Kiss, Donna Summer, Cher, Village People και Parliament - παρά στον μπασμένο γερά στα δισκογραφικά κόλπα Martin Thau πού όχι μόνον ανακάλυψε στο Mercer Arts Center και μανατζάρισε αυτήν την σπαρταριστή εκδοχή των Rolling Stones … εσώκλειστων στο κλουβί με τις τρελές. αλλά έστησε και την εκλεκτική Red Star Records, την εταιρεία δηλαδή που από το ’77 έχει ως καμάρι της το ντεμπούτο φερώνυμο άλμπουμ των Suicide!

hotel 607 3

Οσο για το πραγματικό κτίριο δε που στέγαζε το αυθεντικό Mercer Arts Center, το πάλαι ποτέ ένδοξο Broadway Central Hotel στο Greenwich Village του Manhattan με χρονιά κτίσης το … 1870, όντως έγινε συντρίμμια τον Αύγουστο του ’73, με τραγικό απολογισμό τον θάνατο τεσσάρων ανθρώπων, αλλά οι New York Dolls δεν είχαν καμιά ανάμειξη σε αυτό μιας και ήταν ήδη ανεπιθύμητοι εκεί από τα τέλη της προηγούμενης χρονιάς για όλους τους λόγους που μπορεί να φανταστεί κανείς βλέποντας το παρακάτω βίντεο. Προτίμησα μάλιστα το συγκεκριμένο για δύο λόγους : αφ’ ενός μεν διότι πρόκειται για μία από τις πρώτες αν όχι η παρθενική, καθώς χρονολογείται από το ’73, τηλεοπτική αλλά και συνάμα ζωντανή εμφάνιση των New York Dolls καθώς η θρυλική πλην νεόκοπη τότε εκπομπή Midnight Special του NBC είχε κάνει την διαφορά καταργώντας το … playback, αφ’ ετέρου δε διότι φτάνοντας στο 2:12 πάγωσα - κυριολεκτικά και μεταφορικά - καθώς θα έπαιρνα όρκο ότι εκείνος ο τύπος στη δεύτερη σειρά που παρακολουθεί καθιστός είναι … ο Finestra!


Blank Generation [Richard Hell & The Voidoids]

Μπορεί οι New York Dolls να έμαθαν στα πανκιά της αντίπερα του Ατλαντικού όχθης να φτύνουν, να κοκορεύονται και να μουγκρίζουν αλλά ο πρώτος διδάξας στο πως να κάνουν το μαλλί καρφάκια και τα ρούχα ξέφτια και τίγκα στις παραμάνες ήταν κάποιος ονόματι Richard Hell! Απόκληρος από κούνια, ποιητής του δρόμου και μουσικός εκ του προχείρου βολτάριζε για καιρό στα στέκια της Νέας Υόρκης πότε με τον παλιό κολλητό του και άπαιχτο κιθαρωδό Tom Verlaine - υπό την επωνυμία Neon Boys αρχικά και, λόγω αλλαγής καταστατικού, Television στη συνέχεια - και πότε με τους Johnny Thunders και Jerry Nolan - αμφότεροι άρτι αποχωρήσαντες κακήν κακώς από τους New York Dolls, ως Heartbreakers - πριν καταλήξει στο απείρως ευκολότερο, ως προς την ευελιξία και την διαχείριση, σχήμα των Voidoids και ηχογραφήσει μαζί τους τον τιτλοφορημένο ως “(I Belong To The) Blank Generation" ύμνο του συγκεκριμένου χώρου που παίδευε επί μακρόν ΄ δις μάλιστα: για λογαριασμό αρχικά της μικρής τοπικής Ork το ’76 και της μικρομέγαλης τότε Sire έναν χρόνο αργότερα!


[Σημ. Βασισμένο σε ένα 45άρι που είχαν σκαρφιστεί ο πολυπράγμων Bob McFadden και ο μπητνίκος Rod McKuen με τίτλο "(I Belong To) The Beat Generation" και είχε εκδώσει η εταιρεία Brunswick το ’59 αποτέλεσε και αυτό με την σειρά του το πιθανότερο σημείο εκκίνησης για το “Passenger” (’77) του Iggy Pop!]


Σε αυτήν ακριβώς την εμβληματική φιγούρα αποδίδει κυρίως φόρο τιμής η σειρά μέσω του τζάνκι Kip Stevens, τον μπροστάρη δηλαδή των Nasty Bits που υποδύεται ο James Jagger, το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά που έκανε συνολικά ο Mick μετά της Jerry Hall και μέλος των Turbogeist. Με δυο ακόμα μέλη αυτών μάλιστα και υπό την επίβλεψη του και συμπαραγωγού εδώ μπαμπά Jagger ο υιός συνυπογράφει το τραγούδι “Rotten Apple” που πολύ γουστάρει η Jamie, που για την ώρα κρατάει μόνη της το νευραλγικό τμήμα προμηθειών της American Century σε … ναρκωτικά για κάθε περίπτωση αλλά σκοπεύει να ανέβει ψηλά. Μέχρι το τέλος αυτού του πρώτου επεισοδίου πάντως το πιο ψηλά που θα κατορθώσει να φτάσει είναι μερικούς πόντους πιο πάνω από το υπογάστριο του Kip!

Kip Stevens 607 Ο Kip Stevens

James Jagger 607 Κι ο James Jagger με το ίδιο T-Shirt

Οσον αφορά τώρα σ’ αυτή καθ’ αυτή την εμπλοκή του Μίστερ Χείλια στο Vinyl, που σημειωτέον είχε για αρχικό τίτλο το από αρκετές πλευρές πολύ πιο εύστοχο αλλά λιγότερο πιασάρικο The Long Play, με τίποτα δεν προεξοφλεί την ντε φάκτο εμφάνιση και των υπολοίπων (ή κάποιων από τους) Rolling Stones ή την χρήση τραγουδιών τους σε κάποιο από τα επόμενα εννέα επεισόδια - πάντως η παραγωγή φαίνεται να διαθέτει γερό μπάτζετ, οπότε όλα παίζουν…

Vinyl 607 C Mick & James Jagger

Αλλωστε, και σε αντίθετη ρότα από αυτή των Led Zeppelin, ο Keith είναι υπέρ το δέον πρόθυμος να συρθεί σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση. Αρκεί βέβαια να αφορά ρεπερτόριο μετά το ‘71 … Και μιας και το ‘φερε η κουβέντα : με τόσες πτήσεις που θα κάνει η κάμερα πάνω από τους δρόμους και τις οδούς της Νέας Υόρκης, δεν θα παρουσιαστεί η ευκαιρία να στριμωχτεί κάπου το ζοφερό μεγαλείο του «Doo Doo Doo Doo (Heartbreaker)» ; Ασε που κολλάει και χρονικά καθώς περιέχεται στο άλμπουμ Goat’s Head Soup που κυκλοφόρησε την επίμαχη χρονιά του ’73…


Για όσους τυχόν ενδιαφέρονται να μάθουν την γνώμη του ίδιου του Richard Hell για το Vinyl, μπορούν να την βρουν εδώ.

Ο Νίκος Πετρουλάκης, επί 3 δεκαετίες ραδιοφωνικός παραγωγός, (αρχι)συντάκτης θρυλικών μουσικών εντύπων και σήμερα αρθρογράφος του Flix, είναι ο άνθρωπος που έχει καταπιεί την πάπυρος λαρούς της μουσικής αλλά και της ευρύτερης ποπ κουλτούρας του 20ου αιώνα, εκείνος που παίζει τις ωραιότερες soul νότες της Αθήνας στα μπαράκια του κέντρου, ένας από τους μεγαλύτερους συλλέκτες βινυλίου στην Ελλάδα, κι ένας πραγματικός σινεφίλ και καρδιακός μας φίλος.

Το «Vinyl» προβάλλεται στην Ελλάδα αποκλειστικά από τα κανάλια novacinema, ταυτόχρονα με την Αμερική.

Περισσότερο Flixibility από τον Νίκο Πετρουλάκη

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.