Berlinale 2014: Στη συνέντευξη Τύπου για το «Μικρό Ψάρι» του Γιάννη Οικονομίδη

ΦΕΣΤΙΒΑΛ / ΒΡΑΒΕΙΑ 11 FEB 2014  /  Πόλυ Λυκούργου

Λίγα λεπτά μετά την πρώτη δημοσιογραφική προβολή της στην Berlinale, ο Γιάννης Οικονομίδης φέρνει «Το Μικρό Ψάρι» και όλη την ομάδα του, στην επίσημη συνέντευξη Τύπου της ταινίας.

Το Flix βρέθηκε στην επίσημη συνέντευξη Τύπου, όπου ο σκηνοθέτης Γιάννης Οικονομίδης, μαζί με τους παραγωγούς του Χρήστο Β. Κωνσταντακόπουλο (Faliro House) και Πάνο Παπαχατζή (Αργοναύτες Α.Ε.), αλλά και το πρωταγωνιστικό του καστ, Βαγγέλη Μουρίκη, Βίκυ Παπαδοπούλου και Πέτρο Ζερβό μίλησαν για όλα όσα έφεραν το «Μικρό Ψάρι» στο 64ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου.

Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για το «Μικρό Ψάρι» του Γιάννη Οικονομίδη.

Η ταινία έχει μια δική της φόρμα, είναι αργή, ήσυχη. Ποια ήταν η έμπνευση για το στιλ που της δώσατε;

Γιάννης Οικονομίδης: Είναι μία συγκεκριμένη φόρμα ταινιών που πάντα θαύμαζα. Ημουν γοητευμένος από την παράδοση του Ιαπωνικού κινηματογράφου. Ενα στιλ, δηλαδή, κάτι σαν τοιχογραφία από πολλά διαφορετικά είδη, πολύ έντονο λυρισμό και έντονη φόρτιση. Αυτή η στατικότητα και αυτή η ησυχία ήταν κάτι που προσπαθούσα να πετύχω και στις προηγούμενες ταινίες μας. Τώρα, προσπάθησα όλη η ταινία να είναι έτσι. Ενώ φλερτάρει με τη δυτική φόρμα αφήγησης, με κάποιο τρόπο μπαίνει από την πίσω πόρτα και το γιαπωνέζικο στιλ. Για αυτό διάλεξα κι αυτές τις τοποθεσίες που αποπνέουν συναισθηματισμό και ποίηση.

Εχει η ταινία να κάνει με την κρίση στην Ελλάδα;

Γιάννης Οικονομίδης: Κατά τη γνώμη μου μιλάει για την κρίση του Δυτικού πολιτισμού. Μέσα εκεί εντάσσεται και η Ελλάδα, που περνάει μία κρίση πιο εμφανή από τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτή η κρίση όμως δεν ξεδιπλώνεται στην ταινία με τη στενή έννοια - όπως θα περίμενε κάποιος να κάνει ένας Ελληνας σκηνοθέτης. Ο καμβάς της ταινίας είναι ο καμβάς ενός Δυτικού πολιτισμού σε ελεύθερη πτώση - όλα είναι για πούλημα, για κάψιμο. Παρακμή. Η Ελλάδα βρισκόταν σε κρίση εδώ και χρόνια. Ολες μου οι ταινίες μιλούσαν για την κρίση - μια γενικότερη κρίση, όχι τη στενά οικονομική. Ελπίζω στην ταινία να έχω καταφέρει να το δείξω αυτό, να το έχω αποδώσει σωστά.

Γιατί ξεκινάτε το φιλμ τόσο υπνωτικά, με τόσο αργούς ρυθμούς;

Γιάννης Οικονομίδης: Η έννοια του «αργού» ή του «γρήγορου» είναι σχετική. Κατά τη δική μου άποψη η ταινία δεν ξεκινάει αργά, ούτε το πρώτο μέρος είναι αργό. Ο κάθε δημιουργός έχει τη δική του αίσθηση του ρυθμού. Είναι ο χρόνος που χρειάζεται για να μας συστηθεί ο ήρωας, ο χώρος του, η μοναξιά του. Για να αισθανθείς και να νιώσεις στο σινεμά, καμιά φορά χρειάζεται να κάνεις και μία παύση. Κι εδώ εχουμε να κάνουμε με ένα δύσκολο ήρωα και μία δύσκολη ταινία που καταλήγει στο ζήτημα της αυτοδικίας. Κι αυτό για να δικαιωθεί με κάποιο τρόπο χρειάζεται στήριξη. Χρειάζεται να έχεις χρόνο για να μείνεις μαζί με τον ήρωα. Να τον καταλάβεις.

Είναι πολύ ήσυχη ταινία - μου θύμισε τα παλιά γαλλικά νουάρ, αλλά και ταινίες του Αγγελόπουλου...

Γιάννης Οικονομίδης: Μία σοβαρή πηγή της έμπνευσής μας ήταν το νουάρ του Ζαν Πιερ Μελβίλ. Του Θόδωρου Αγγελόπουλου, όχι δε θα το έλεγα. Στην ουσία το αστυνομικό, το γκάνγκστερ φιλμ είναι μία πρόφαση για να μιλήσει κανείς για ηθικά ζητήματα - σχέσεις, αξίες. Ισως και πολιτική. Οι ταινίες του Μελβίλ είναι πολιτικές. Το νουάρ είναι μια πρόφαση για να πεις χιλιάδες άλλα πράγματα.

Για να μπορέσετε να βρείτε τον ήρωα του Σταύρου, σας πρότεινε ο Οικονομίδης να δείτε άλλες νουάρ ταινίες ή δουλέψατε κατευθείαν με τις πρόβες;

Βαγγέλης Μουρίκης: Οχι δουλέψαμε παράλληλα. Ο κινηματογράφος που απασχολούσε τον Γιάννη ήταν κάτι που ο ίδιος κουβαλούσε - τον έφερνε στις πρόβες και έτσι έμμεσα απασχολούσε κι εμάς. Μας έδινε την ματιά στο έργο που ήθελε να κάνει. Δούλευα λοιπόν πάνω σε πράγματα που μου προσέφερε αλλά και εγώ έφερνα πράγματα που ήδη ήξερα.

Τι ήρθε πρώτο: αυτή η ιστορία που τη χώρεσες σε αυτή την φόρμα ή η ανάγκη να εκφραστείς μέσα από αυτή τη φόρμα, βρίσκοντας την αφορμή μίας ιστορίας; Επίσης παρόλο που η ταινία είναι αρκετά σκοτεινή, έχουμε λάθος που διακρίνουμε μία αισιοδοξία στο τέλος;

Γιάννης Οικονομίδης: Ναι σαφώς υπάρχει αισιοδοξία. Η ταινία τελειώνει με μία κατάφαση απέναντι στη ζωή και με μία αξιοπρέπεια. Δεν έχει φτηνή αισιοδοξία, με την έννοια του φτηνού happy end, αλλά η ταινία στηρίζει τον άνθρωπο. Μπορεί να είναι κτήνος αλλά είναι και άνθρωπος. Ο Σαίξπηρ λέει στον Αμλετ πως «ξέρουμε τι είμαστε αλλά δεν ξέρουμε και τι μπορούμε να γίνουμε». Αυτό κάνει κι ο Στράτος. Ισως και ο ίδιος να μη φανταζόταν ότι μπορούσε να κάνει κάτι ηθικό - στα δικά του επίπεδα. Ηθελα να κάνω μία γκανγκστερική ταινία με ήρωα έναν hitman στην σύγχρονη Ελλάδα. Αλλά τελικά κάθε σκηνοθέτης δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό του. Καταλήγουμε να εκφραζόμαστε με μία συγκεκριμμένη γλώσσα. Με το Βαγγέλη είδαμε πολλές ταινίες του είδους, αλλά τελικά κάναμε μία ταινία με όρους ελευθερίας (γιατί είχαμε και τους συγκεκριμμένους παραγωγούς να μας στηρίζουν και να κάνουμε την ταινία όπως θέλαμε). Ο τρόπος που δουλεύουμε μας επιτρέπει να είμαστε ευέλικτοι και να υιοθετούμε ό,τι πέσει στο τραπέζι. Κάνουμε πρόβες, ακολουθούμε αυτοσχεδιασμούς. Στο τέλος βγαίνει κάτι που δεν είναι οριοθετημένο: δεν ξέρω σε ποιο ακριβώς είδος ανήκει ούτε αυτή ούτε οι άλλες ταινίες μου.

2

Θα ήθελα να επανέλθω στην κρίση. Θέλω να ρωτήσω τους παραγωγούς: το φεστιβάλ φιλοξενεί πολλές ελληνικές ταινίες. Πώς μπορεί κανείς σήμερα να παράγει τόσες ταινίες στην Ελλάδα; Τι πόροι υπάρχουν;

Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος: Οι πόροι είναι σίγουρα λιγότεροι από τα προηγούμενα χρόνια. Υπάρχει το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου που βοηθάει. Αλλά στην Ελλάδα υπάρχουν θέματα πολύ σοβαρά και έτσι οι πόροι για το σινεμά περιορίζονται. Η κρίση, ωστόσο, έδωσε θέματα στους δημιουργούς να αναδείξουν, έκανε τους σκηνοθέτες πιο ανήσυχους και καθάρισε το τοπίο: όταν έχεις κρατικό δανεισμό φυσικά θα υπάρχουν άνθρωποι που μπαίνουν για αυτό και μόνο. Οταν κοπεί αυτή η συνεισφορά μένουν οι άνθρωποι που αγαπούν το σινεμά και είναι εδώ για να κάνουν ταινίες με θυσίες. Από αυτή την άποψη διανύουμε την καλύτερη περίοδο για τον κινηματογράφο στην Ελλάδα.

Είναι απαραίτητες οι συμπαραγωγές με άλλες χώρες και ξένες εταιρίες για να γίνει πλέον σινεμά στην Ελλάδα;

Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος: Απαραίτητη με την έννοια ότι δεν μπορείς να κάνεις ταινία στην Ελλάδα χωρίς ξένο παραγωγό, όχι. Αλλά αν έχεις έναν τέτοιο παραγωγό όπως τον Μάικλ Βέμπερ της Match Factory είναι ένα πιστοποιητικό ποιότητας. Ο ελληνικός κινηματογράφος τώρα αποκτά αναγνωρισιμότητα, οπότε όταν έχεις μία εταιρία δίπλα σου με αυτή την παράδοση, αυτό το όνομα και αυτούς τους πόρους, είναι πιο εύκολο να παρέχεις στους σκηνοθέτες περισσότερα εφόδια ώστε να φέρουν το όραμά τους στο πανί.

Γιάννης Οικονομίδης: Στο σχήμα της παραγωγής, εκτός από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου πολύ σημαντική βοήθεια σε εμάς ήταν το Υπουργείο Πολιτισμούς της Κύπρου και το Eurimages. Τους ευχαριστώ που μας επιτρέπουν σε δύσκολες εποχές να κάνουμε σινεμά.

Το ελληνικό σινεμά γνωρίζει επιτυχίες, αλλά φέρνει και κέρδος;

Πάνος Παπαχατζής: Κατά κάποιο τρόπο δεν είναι κερδοφόρο. Εξαρτάται , συνήθως από το είδος των ταινιών. Φυσικά ο στόχος είναι να κάνουμε ταινίες που θα βγει κέρδος.

Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος: Γενικά οι ταινίες που γίνονται αυτό τον καιρό δεν κάνουν καριέρα στην Ελλάδα αλλά στο εξωτερικό. Είναι μικρές ταινίες, δεν έχουν μεγάλες απαιτήσεις με την έννοια ότι θα φέρουν πίσω τα χρήματα που κόστισαν. Η συγκεκριμμένη ταινία είναι πιο μεγάλη αλλά είμαστε σίγουροι ότι θα κερδοφορήσει. Είναι ένα επόμενο βήμα το «Μικρό Ψάρι». Πολλές φορές στο ανεξάρτητο σινεμά και του εξωτερικού κάνεις μία ταινία γιατί θέλεις να προχωρήσει ο δημιουργός ή να φτάσει ένα θέμα στο πανί. Δεν βλέπουν πάντα τις ταινίες οι παραγωγοί κυνικά και με μοναδικό γνώμονα το εμπόριο. Ο ελληνικός κινηματογράφος είναι καλή επένδυση αν πας με τα μάτια σου ανοιχτά και κάνεις σωστές κινήσεις.

Μετά από το τέλος των γυρισμάτων, ποια εικόνα έχεις τώρα για τον Στράτο;

Βαγγέλης Μουρίκης: Τον συμπαθώ πολύ. Ειλικρινά. Μου αρέσει η ηθική του, οι απόψεις του, ο τρόπος που εκδικείται, που ξεπληρώνει το χρέος του. Μου αρέσει ο τρόπος που κινείται. Πιστεύω ότι είναι ένας βαθύς χαρακτήρας. Ενας μεγάλος χαρακτήρας. Τον πλησίασα με διαφορετικούς τρόπους - όποιους απαιτούσε ο χαρακτήρας για να μπορέσεις να τον δεις από πολλές πτυχές. Ημουν όμως με το Γιάννη και ένιωσα ασφαλής. Μας πήρε χρόνο αλλά τα βγάλαμε πέρα. Είμαστε όμως μία οικογένεια στην ταινία - ψάχναμε τα υλικά με τα οποία να τον χτίσουμε.

Κατά πόσο οι σεναριακές αλλαγές υπαγορεύτηκαν από εσάς τους σεναριογράφους ή τις απαίτησε ο χαρακτήρας, ο «Στράτος» ο ίδιος;

Γιάννης Οικονομίδης: Από τη στιγμή που είμαστε τόσο κοντά με τους ηθοποιούς η δουλειά βγαίνει από μόνη της. Με όλη την ομάδα είμαστε πολύ κοντά, πόσο μάλλον με τον ίδιο τον Βαγγέλη, ο οποίος ήταν και συνσεναριογράφος. Με τις πρόβες, με την εργασία, το σενάριο ξαναγράφεται και αναδιοργανώνεται μόνο του.

Εχεις κάνεις τρεις ταινίες, αυτή είναι η τέταρτη, η οποία πατάει πάνω στην κρίση ενώ είναι η πιο φωτεινή

Γιάννης Οικονομίδης: Θέλαμε αυτήν την αντίθεση: μια σκοτεινή ταινία που θα είναι φωτεινή. Οπτικά βρίσκεται κάτω από το ελληνικό φως, έχει χρώματα... Είναι μια ανάσα, μια διαύγεια που κρίναμε απαραίτητη για το ταξίδι της ιστορίας.

2 Πόπη Τσαπανίδου, Γιάννης Οικονομίδης, Βαγγέλης Μουρίκης, Βίκυ Παπαδοπούλου και Πέτρος Ζερβός

Περισσότερο «Μικρό Ψάρι»:

Μαθαίνετε τα πάντα για την Berlinale 2014, τη στιγμή που συμβαίνουν, στο ειδικό τμήμα του Flix που ανανεώνεται διαρκώς

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.