Ο κινηματογράφος αποχαιρετά μια από τις χαρακτηριστικές παρουσίες της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Η Εύα Μαρί Σεντ πέθανε την Τρίτη στο σπίτι της στο Λος Αντζελες, σε ηλικία 102 ετών, αφήνοντας πίσω της μια καριέρα που απλώθηκε σε περισσότερες από επτά δεκαετίες και πέρασε με την ίδια άνεση από τη μεγάλη οθόνη στην τηλεόραση και το θέατρο. Για το κοινό, το όνομά της θα παραμείνει άρρηκτα δεμένο τόσο με το «Λιμάνι της Αγωνίας» του Ελία Καζάν, που της χάρισε το Οσκαρ Β΄ Γυναικείου Ρόλου, όσο και με τη «Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» του Αλφρεντ Χίτσκοκ, όπου έγινε η ιδανική κινηματογραφική ενσάρκωση της μυστηριώδους ξανθιάς που μπορούσε να κλέψει μια σκηνή μόνο με ένα βλέμμα.
Η Εύα Μαρί Σεντ κέρδισε το Οσκαρ το 1955 για την ερμηνεία της ως Εντι Ντόιλ στο «Λιμάνι της Αγωνίας», στο πλευρό του Μάρλον Μπράντο, σε μια ταινία που σάρωσε στα βραβεία, κερδίζοντας συνολικά οκτώ Οσκαρ. Η επιλογή της από τον Ελία Καζάν ήταν ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ο ρόλος είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον αρκετών πιο έμπειρων ηθοποιών. Η Σεντ κατάφερε, ωστόσο, να προσδώσει στην Εντι μια τρυφερότητα που λειτουργούσε ως αντίβαρο στη σκληρότητα του κόσμου της ταινίας.
Στο «Λιμάνι της Αγωνίας»
Στη «Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων»
Μόλις τέσσερα χρόνια αργότερα, η καριέρα της θα συνδεόταν με ένα ακόμη κινηματογραφικό ορόσημο. Στη «Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» του Αλφρεντ Χίτσκοκ, η Σεντ υποδύθηκε την Εύα Κένταλ, μια γοητευτική γυναίκα που εμφανίζεται αρχικά ως μυστηριώδης σύμμαχος του Ρότζερ Θόρνχιλ, τον οποίο έπαιζε ο Κάρι Γκραντ, για να αποκαλυφθεί σταδιακά ως μια πολύ πιο σύνθετη παρουσία. Η ερμηνεία της απέφευγε το στερεότυπο της γυναίκας που περιμένει να τη σώσει ο ήρωας, καθώς η Εύα Κένταλ γνώριζε πώς να χειρίζεται τους αντιπάλους της και συχνά βρισκόταν αρκετά βήματα μπροστά από τον Θόρνχιλ. Η ψυχρή κομψότητα, η σεξουαλική αυτοπεποίθηση και η αίσθηση κινδύνου που συνδύασε η Σεντ έκαναν τον ρόλο έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους γυναικείους χαρακτήρες στο σύμπαν του Χίτσκοκ.
Πριν από την κινηματογραφική της καταξίωση, είχε ήδη διαμορφώσει μια σημαντική πορεία στην τηλεόραση. Ξεκίνησε με μικρούς ρόλους και συμμετοχές σε εκπομπές όπως το «Camp Hoop La» και το «One Man’s Family», ενώ σύντομα βρήκε χώρο σε σημαντικές δραματικές ανθολογίες της εποχής, μεταξύ των οποίων τα «Philco Playhouse», «Robert Montgomery Presents» και «Studio One». Η δουλειά της στο «The Trip to Bountiful» του Χόρτον Φουτ, όπου συμπρωταγωνίστησε με τη Λίλιαν Γκις, αποτέλεσε ακόμη ένα καθοριστικό βήμα, καθώς η παραγωγή μεταφέρθηκε αργότερα στο Μπρόντγουεϊ. Εκεί η ερμηνεία της προσέλκυσε την προσοχή του Ελία Καζάν και ουσιαστικά άνοιξε τον δρόμο για το «On the Waterfront».
Μετά την τεράστια επιτυχία του «Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων», η Σεντ απέφυγε να εγκλωβιστεί αποκλειστικά στο σύστημα των μεγάλων στούντιο και συνέχισε να επιλέγει διαφορετικούς δρόμους. Εμφανίστηκε στις ταινίες «Exodus» και «All Fall Down», με τη δεύτερη να θεωρείται μία από τις πιο δυνατές δραματικές δουλειές της, ενώ ακολούθησαν το «The Sandpiper» με την Ελίζαμπεθ Τέιλορ και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον, το «The Russians Are Coming the Russians Are Coming», το «Loving» με τον Τζορτζ Σίγκαλ, καθώς και τα «36 Hours» και «Grand Prix». Παράλληλα, επέστρεφε συχνά στο θέατρο, με εμφανίσεις στο Μπρόντγουεϊ και σε σημαντικές θεατρικές παραγωγές, αποδεικνύοντας πως η καριέρα της δεν περιορίστηκε ποτέ σε ένα μόνο μέσο.
Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, η τηλεόραση έγινε ολοένα σημαντικότερο κομμάτι της επαγγελματικής της ζωής. Συμμετείχε σε τηλεταινίες και σειρές, ενώ αργότερα απέκτησε έναν επαναλαμβανόμενο ρόλο στο «Moonlighting», όπου υποδύθηκε τη μητέρα της Σίμπιλ Σέπερντ. Η αναγνώριση ήρθε τελικά και από την Ακαδημία Τηλεόρασης, καθώς το 1990 κέρδισε το Emmy Β΄ Γυναικείου Ρόλου για τη μίνι σειρά «People Like Us», ύστερα από τέσσερις προηγούμενες υποψηφιότητες. Το γεγονός αυτό συμπλήρωσε μια καριέρα που είχε ήδη καταφέρει να ισορροπήσει ανάμεσα στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το θέατρο.
Η Σεντ δεν εγκατέλειψε ποτέ εντελώς τη μεγάλη οθόνη. Τη δεκαετία του 1990 εμφανίστηκε σε αρκετές τηλεταινίες, ενώ από τη νέα χιλιετία συμμετείχε σε παραγωγές όπως τα «I Dreamed of Africa», «Because of Winn-Dixie» και «Don’t Come Knocking». Το 2006 βρέθηκε στο «Superman Returns», υποδυόμενη τη Μάρθα Κεντ, ενώ η τελευταία κινηματογραφική εμφάνισή της ήρθε το 2014 στο «Winter’s Tale» του Ακίβα Γκόλντσμαν. Η σχέση της με το «Στη Σκιά των Τεσσάρων Γιγάντων» παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρή μέχρι το τέλος, με την ίδια να παρουσιάζει το 2000 το ντοκιμαντέρ «The Making of North by Northwest», ενώ το 2009 επέστρεψε στα Οσκαρ για να παρουσιάσει το βραβείο Β΄ Γυναικείου Ρόλου, 55 χρόνια μετά τη δική της βράβευση.
Γεννημένη στο Νιούαρκ του Νιου Τζέρσεϊ, η Εύα Μαρί Σεντ ξεκίνησε αρχικά με την προοπτική να γίνει δασκάλα, όμως οι σπουδές της στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο Μπόουλινγκ Γκριν την έφεραν κοντά στην υποκριτική και τελικά την οδήγησαν στο ραδιόφωνο. Το πρώτο της επαγγελματικό εισόδημα ήταν μόλις δέκα δολάρια, ενώ παράλληλα εργάστηκε ως μοντέλο και συμμετείχε σε ραδιοφωνικές σειρές. Αργότερα φοίτησε στο Actors Studio και εξελίχθηκε σε μία από τις ηθοποιούς που κατάφεραν να συνδέσουν δύο διαφορετικές εποχές της αμερικανικής οπτικοακουστικής ιστορίας. Η παρουσία της τιμήθηκε με δύο ξεχωριστά αστέρια στη Λεωφόρο της Δόξας του Χόλιγουντ, ένα για τον κινηματογράφο και ένα για την τηλεόραση.
