Γεννημένος στην Κορέα, ο Αντόνιο υιοθετήθηκε από Αμερικανούς γονείς όταν ήταν πολύ μικρός και μεγάλωσε στη Λουιζιάνα. Τον συναντάμε 30 χρόνια μετά, ερωτευμένο με τη γυναίκα του Κάθι, αλλά και με την εξάχρονη της κόρη από προηγούμενο γάμο, Τζέσι, την οποία μεγαλώνει τρυφερά, αφοσιωμένα, υποδειγματικά. Η Κάθι είναι έγκυος κι η μικρή Τζέσι ζηλεύει: τώρα ο μπαμπάς θα αγαπάει το δικό του μωρό περισσότερο. Και θα την εγκαταλείψει όπως ο πατέρας της. Ο Αντόνιο, πράγματι, θα την εγκαταλείψει. Οχι όμως για λόγους που το μυαλουδάκι της μπορεί να χωρέσει, ή η ενήλικη κοινή λογική και δικαιοσύνη μπορούν να δικαιολογήσουν. Ο Αντόνιο πρέπει να εγκαταλείψει τη χώρα, γιατί η νομοθεσία που ψήφισε η κυβέρνηση Τραμπ για τους DREAMERS (τα παιδιά των μεταναστών) που ακυρώνει την αμερικανική τους υπηκοότητα και τους αναγκάζει σε απέλαση, δεν αναγνωρίζει ούτε τις υιοθεσίες από άλλες χώρες. Κι έτσι ξαφνικά, ένας άνθρωπος με ρίζες, μνήμες, οικογένεια, μέλλον στην Αμερική, πρέπει να επιστρέψει στην Κορέα. Μία χώρα που τον γέννησε, αλλά δεν είναι η πατρίδα του.

Ο Αμερικανοκορεάτης Τζάστιν Τσον («Gook», «Ms Purple») γράφει, σκηνοθετεί και πρωταγωνιστεί σε μία πολύ προσωπική ταινία για ένα κατεπείγον εθνικό θέμα. Διερευνά όλο το φάσμα των κοινωνικών προβλημάτων που βρήκαν πάτημα κι έκφανση στην Αμερική του Τραμπ: τον ρατσισμό που δεν ξεριζώθηκε ποτέ από τα σπλάχνα της χώρας (σύμβολο η πεθερά του, μία τυπική Αμερικανίδα του Νότου, που δεν εγκρίνει αυτόν τον διαφυλετικό γάμο), τη βία, τη διαφθορά, τον τσαμπουκά του αστυνομικού κράτους (ο πρώην σύζυγος της Κάθι, είναι αστυνομικός), την οικονομική κρίση που δεν σε αφήνει να σηκώσεις τίμιο κεφάλι (ο Αντόνιο παλεύει έτσι κι αλλιώς να στρώσει την επιχείρησή του, όταν έρχεται αντιμέτωπος με τα παράλογα δικαστικά έξοδα της απέλασης).

Η επιλογή να οδηγήσει τον θεατή στην σωστή πλευρά του πολιτικού διαλόγου, μέσα από την συναισθηματική κατανόηση του προβλήματος, αρχικά λειτουργεί κι απογειώνει την ταινία. Μία ταινία που ξεκινά όπως τα υπέροχα indie δράματα των 90ς: κάμερα στο χέρι που συλλαμβάνει ακέραια την απλή καθημερινότητα, πιστευτοί καλοδουλεμένοι διάλογοι που συνδέουν άμεσα τον θεατή με τους ήρωες, αλλά και μεγαλόπνοο στυλιζάρισμα: ονειρική φωτογραφία, σκηνοθετικός λυρισμός, συγκίνηση.

Η κάμερα του Τσον καταγράφει μαγικά, τα μικρά τίποτα της ζωής (μάς θύμισε το «Ιn America» του Τζιμ Σέρινταν). Πώς ο μπαμπάς θα σε ανεβάσει συνωμοτικά στη μηχανή του και θα σου επιτρέψει μια κοπάνα από το σχολείο για να περάσετε την μέρα μαζί. Πώς τα σφιχτά σου χεράκια γύρω από τη μέση του, η τούλινη φουστίτσα που ανεμίζει από την ταχύτητα και το χαμόγελο που τόσο-όσο διακρίνεται μέσα από το κράνος σου, φανερώνουν ωμή χαρά, εμπιστοσύνη, αγάπη. Πώς η μαμά θα του τραγουδήσει (η Αλίσια Βικάντερ δεν έχει υπάρξει καλύτερη) γλυκά, ντροπαλά το «Blue Bayou» του Ρόι Ορμπισον (ο τίτλος της ταινίας) σ' ένα πάρτι. Πώς θα την κοιτάξει. Θολά από έρωτα, αλλά και τόσο ξεκάθαρα: αυτή η γυναίκα είναι το σπίτι του.

Δυστυχώς όμως, ο Τσον παρασύρεται από τις καλές του προθέσεις και παραδίδει την ταινία σ' έναν αμετροεπή μελοδραματισμό. Σεναριακά, θέλει να πει κι άλλα, θέλει να τα πει όλα: η αδικία δεν είναι μόνο πολιτική, μπορεί να προέρχεται κι από μία ξαφνική αρρώστια. Η ασιατική δύναμη δεν φαίνεται μόνο στην υπερηφάνια των μεταναστών, έχει γεννηθεί κι από τις ιστορικές τους κακουχίες. Η διαφορετικότητα του ήρωα δεν είναι μόνο το δέρμα του, αλλά και το ατίθασο, παράνομο νεανικό παρελθόν του. Το ποινικό μητρώο του έχει εξήγηση, και ευκαιρία να εξετάσουμε πώς μπορείς να πέσεις σε κακοποιητικές υιοθεσίες. Ας βάλουμε και μια φροϋδική αναφορά, τον υποσυνείδητο πόνο για τη βιολογική μητέρα που μάς εγκατέλειψε.

Σκηνοθετικά, επίσης, το μελό παραλλήρημα υπογραμμίζει όσα είχαμε ήδη τόσο γλυκά αισθανθεί, μπουκώνοντας, κουράζοντας και δοκιμάζοντας την υπομονή μας. Ο σπαραγμός του αποχωρισμού, όταν απροκάλυπτα εκβιάζεται, σταματά να συγκινεί. Ο λυρισμός των εικόνων, τώρα φαντάζει ναρκισσιστικός. Η ίδια η ιστορία σε χάνει.

Οι μπλε βάλτοι μπορούν να είναι τόποι ονειρικοί - πας εκεί την μικρή σου κόρη, τους ονομάζεις «το δικό σας μυστικό μέρος», και κάπως έτσι πλάθεις τις παιδικές της μνήμες. Κοιτάς τα νούφαρα κι αναγνωρίζεις τον εαυτό σου - λουλούδια που επιπλέουν και κολυμπούν με το ρεύμα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ρίζα. Οι μπλε βάλτοι είναι κάθαρση. Βουτάς στο νερό τους, ξεπλένεσαι, αναβαπτίζεσαι.

Οι βάλτοι όμως, αν δεν προσέξεις, μπορούν και να σε τελματώσουν, να σε πνίξουν. Κι ο Τσον κάπως έτσι καταλήγει στον κινηματογραφικό του βάλτο - από λαχτάρα να εξερευνήσει κάθε γωνιά του βυθού του, από υπερβολική εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, από αλαζονεία, βούλιαξε την ταινία στην κινούμενη άμμο.