Θεσσαλονίκη 2018: Το «La Flor» του Μαριάνο Γινάς είναι ένα 14ωρο κινηματογραφικό masterclass

ΦΕΣΤΙΒΑΛ / ΒΡΑΒΕΙΑ 05 NOV  /  Δημήτρης Δημητρακόπουλος

Μεταπηδώντας από το b-movie στο μιούζικαλ και από το πειραματικό σινεμά στα spy movies των 70ς, το «La Flor» του Μαριάνο Γινάς είναι ένα απαιτητικό αλλά εξαιρετικά πολυσύνθετο φιλμ που προσπαθεί να εξηγήσει με τους δικούς του όρους τι θα πει «σινεμά».

Με συνολική διάρκεια 14 ώρες, με πολλαπλά φιλμικά είδη να δημιουργούν ένα αφηγηματικό κολάζ που ρεμιξάρει φαινομενικά αταίριαστα ύφη και στιλ και με μία δομή που ξεπερνά την πεπατημένη επιχειρώντας να ανοίξει νέους δρόμους στην κινηματογραφική αφήγηση, η πιο δύσκολη ερώτηση είναι τελικά μία. Τι είναι το «La Flor»; Η ερώτηση δε είναι τόσο σύνθετη να απαντηθεί που ο ίδιος ο σκηνοθέτης, o δημιουργικά ανήσυχος παραγωγός, ηθοποιός και σεναριογράφος Μαριάνο Γινάς, ανοίγει το φιλμ προσπαθώντας με τα δικά του λόγια να εξηγήσει τι πρόκειται να ακολουθήσει. Ο Γινάς μάλιστα επιστρέφει ξανά μέσα στην αφήγηση για να ενημερώσει για επερχόμενα διαλείμματα, να ενημερώσει για το πόσος χρόνος προβολής απομένει ακόμα και, φυσικά, για να ευχαριστήσει το κοινό για την προβολή του. Το ερώτημα όμως παραμένει. Τι είναι το «La Flor»;

Καταρχάς, το επικό (τόσο σε διάρκεια όσο και σε εύρος) φιλμ του Μαριάνο Γινάς είναι ένα σπονδυλωτό δημιούργημα που μεταπηδά από το B-movie στο musical και από τις ταινίες με κατασκόπους στο πειραματικό σινεμά αλλάζοντας γλώσσα, ρυθμό και κινηματογραφική προσέγγιση κατά τη διάρκειά του. Επιπλέον, αποτελείται από έξι διαφορετικά επεισόδια, από τα οποία μόνο ένα έχει σαφή αρχή, μέση και τέλος. Τα τέσσερα από τα επεισόδια ξεκινούν για να εγκαταλειφθούν πριν την ολοκλήρωσή τους, ενώ το τελευταίο επεισόδιο ξεκινά κάπου από την μέση για να ολοκληρώσει μαζί με το τέλος του και την ίδια την ταινία. Αυτή η δομή, όπως εξηγεί σχηματικά και ο Γινάς, δημιουργεί ένα «λουλούδι», το οποίο χαρίζει και τον τίτλο του σε όλη την ταινία. Υπάρχει όμως και ένα επιπλέον στοιχείο.

Το 59ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα διεξαχθεί φέτος από την 1η μέχρι και τις 11 Νοεμβρίου. Το Flix θα βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει τα πάντα, καθώς συμβαίνουν. Διαβάστε εδώ όσα χρειάζεται να ξέρετε για το φετινό Φεστιβάλ.

La Flor 607

Οι ίδιες τέσσερις ηθοποιοί πρωταγωνιστούν σε κάθε επεισόδιο της αφήγησης. Σχεδόν δηλαδή, καθώς το ένα επεισόδιο, ένα αυθάδες αλλά με πιστό στους κανόνες του βωβού σινεμά remake του «Εκδρομή στην Εξοχή» του Ζαν Ρενουάρ, αλλάζει τελείως πρωταγωνιστές. Οι τέσσερις γυναίκες αλλάζουν από επεισόδιο σε επεισόδιο ρόλους μεταβαλλόμενης έντασης, τραχύτητας ή ευαισθησίας, όσο μετατρέπονται σε επιστήμονες, κατασκόπους, μάγισσες, εκδικητικές τραγουδίστριες, ακόμα και ερωμένες του Καζανόβα, δημιουργώντας σταδιακά ένα συλλογικό προφίλ της παρουσίας της γυναίκας στο σινεμά, ακόμα και της απουσίας της.

Κατά κάποιον τρόπο αυτές οι τέσσερις γυναίκες είναι η ταινία, όχι απλά το στοιχείο που ενώνει την κάθε ιστορία αλλά μια δύναμη συνοχής που μεταφέρει δυναμικές, αλληλεπιδράσεις και αντιστροφές ρόλων από μέρος σε μέρος. Χωρίς εκείνες, το «La Flor» δε θα μπορούσε να οδηγηθεί σε ένα συνεκτικό σύνολο. Μπορεί το φιλμ του Γινάς να αποτελεί σχεδόν ένα ντελιριακό γράμμα αγάπης προς το σινεμά, γεμάτο αλλαγές στο ύφος και την υφή του και γεμάτο πάθος για την ίδια την δημιουργικότητα της μεγάλης οθόνης, είναι όμως η πίστη στις τέσσερις δυναμικές του πρωταγωνίστριες που διατηρεί αμετάβλητη την ροή της αφηγηματικής ενέργειας εξερευνώντας τις διαφορετικές πτυχές που αποκαλύπτει το genre κάθε κεφαλαίου.

La Flor 607

Στο πρώτο μέρος του φιλμικού έπους του Γινάς, το οποίο αποτελείται από ένα b-movie «σαν αυτά που έφτιαχναν παλιά με κλειστά μάτια οι Αμερικανοί και που πλέον δε γνωρίζουν πια πώς να κάνουν» και από ένα μιούζικαλ «με έναν αέρα μυστηρίου», όπως τονίζει ο ίδιος, η κατάρα μιας μούμιας αλλάζει αρχικά τις ζωές μερικών αρχαιολόγων για να λάβει στη συνέχεια την αφηγηματική σκυτάλη ένα ζευγάρι τραγουδιστών που ύστερα από μια ταραχώδη σχέση επανενώνεται για μια νέα ηχογράφηση. Αυτό φυσικά ανοίγει παλιά τραύματα ενώ, ταυτόχρονα, μια μυστηριώδης σέχτα αναζητά το μυστικό της αιώνιας ζωής με βάση την τοξίνη ενός σπάνιου είδους σκορπιού, ένα επιπλέον κλείσιμο του ματιού στο cult σινεμά που τόσο φαίνεται να απολαμβάνει ο Γινάς.

La Flor 607

Στο δεύτερο μέρος του, το φιλμ του Μαριάνο Γινάς βυθίζεται στο είδος των ταινιών με κατασκόπους, γεμίζοντας την αφήγηση με τραγικές αγάπες και απότομες ενηλικιώσεις, όσο παρακολουθεί τις μόνιμα γνώριμες, αλλά πάντοτε διαφορετικές ηρωίδες του σε μια περιπέτεια που μεταφέρεται μέσω συνεχών αφηγηματικών εγκιβωτισμών στις τέσσερις γωνίες του κόσμου, από «κάπου στη Νότια Αμερική» μέχρι το ψυχροπολεμικό Βερολίνο και από το ομιχλώδες Λονδίνο μέχρι την παγωμένη Μόσχα. Ο ίδιος ο Γινάς κάνει φυσικά και πάλι την εμφάνισή του για να υπενθυμίσει στο κοινό τόσο το αφηγηματικό κόλπο της ταινίας όσο και τα απαραίτητα διαλείμματα που έπονται, πάντα με κέφι, πάντα με δημιουργικότητα και μόνιμα με οπτική που μπορεί μεν να κοιτά με νοσταλγία την ιστορία του σινεμά, παραμένει ωστόσο φρέσκια και εξαιρετικά σύγχρονη.

La Flor 607

Στο τρίτο μέρος όμως, τα πράγματα γίνονται αλλιώς, αν μπορεί να χρησιμοποιηθεί βέβαια το «αλλιώς» σε μία ταινία που ποτέ δεν παραμένει στάσιμη. Αποτελούμενο από τα επεισόδια τέσσερα, πέντε και έξι, το τρίτο μέρος του «La Flor» είναι γεμάτο αυτοαναφορικότητα (το επεισόδιο τέσσερα σχολιάζει με meta τρόπο την Οδύσσεια των γυρισμάτων της παραγωγής ενώ φλερτάρει, όπως και το πρώτο επεισόδιο, με τα b-movies της δεκαετίας του 1970 και του 1980), κινηματογραφική νοσταλγία (το επεισόδιο πέντε ήταν ουσιαστικά μια ασπρόμαυρη βωβή ταινία) και επιπλέον διάθεση πειραματισμού, καθώς μεταβάλλει σταδιακά τις ηρωίδες του από ηθοποιούς που αναζητούν πάτημα σε αφαιρετικές φιγούρες που οδηγούνται σε έναν κάποιον προορισμό, καθώς το επεισόδιο έξι, πίσω από τα παραμορφωτικά του φίλτρα που θα εκτιμούσε σίγουρα ο Αλεξάντρ Σοκούροφ, δεν τους προσφέρει ούτε όνομα ούτε παρελθόν παρά εστιάζει στις μορφές, στην ισχύ της επιβίωσης, στην ίδια την ιδέα τους.

Και μπορεί όλα τα παραπάνω να ακούγονται πομπώδη και να είναι στον βαθμό που τους αναλογεί, αυτό που κάνει όμως την διαφορά, πέρα από την αναμφισβήτητη ικανότητα του Γινάς να εμφυσά κάθε απίθανο ήρωά του με ρεαλισμό, είναι το γεγονός ότι ποτέ δεν παύει να αναγνωρίζει και ο ίδιος την υπερβολή, την ειρωνεία και την cult φύση της δημιουργίας του. Το «La Flor» έχει και πλήρη επίγνωση της ιδιαιτερότητας και της μοναδικότητας της ταινίας του αλλά και μια ακαταμάχητη αίσθηση της δύναμης της γλώσσας, της κίνησης και του ρυθμού, με αποτέλεσμα να μην καταντά δήθεν ή ακαδημαϊκά ψυχρό αλλά να παραμένει μια ζωντανή δημιουργία που, μέσα από διαδοχικές αφηγηματικές εκπλήξεις, προκαλεί ανυπομονησία για την συνέχεια, βρίσκοντας συνεχώς νέους τόπους για να εξερευνήσει.

La Flor 607

Αυτό δε που προκαλεί το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που σταδιακά και οργανικά το «La Flor» δημιουργεί ένα ολοκληρωμένο προφίλ του ρόλου της γυναίκας στο σινεμά, το οποίο περιλαμβάνει τόσο την σκληρότητα όσο και την μελαγχολία, τόσο το προφανές όσο και το ύπουλα καινοτόμο. Το «La Flor» δεν είναι απλά ένα μάθημα κινηματογραφικής ιστορίας αλλά και ένα ταρακούνημα των ερμηνευτικών στερεοτύπων, η εξερεύνηση της δυναμικής αλληλεπίδρασης ανάμεσα στους γυναικείους ρόλους και η απόδειξη της δύναμης της παρουσίας (αλλά και της απουσίας) της γυναίκας στη μεγάλη οθόνη μέσα από ένα πλήθος διαφορετικών genre.

Κάποια στιγμή στο τέταρτο επεισόδιο, ο σκηνοθέτης-ήρωας του επεισοδίου αναφέρει πώς «κάποιοι θα πουν ότι επανεφηύρα τον τροχό. Ναι, επανεφηύρα τον τροχό». Και κατά κάποιον τρόπο αυτό ισχύει και για το «La Flor». Ναι, ο Γινάς δεν δημιουργεί κάτι καινούριο από το μηδέν, όμως είναι σαν να πλάθει από την αρχή το δικό του ιδιαίτερο κινηματογραφικό σύμπαν, ταξιδεύοντας μέσα στην ιστορία του μέσου και στήνοντας σταδιακά την δική του φιλμική ιστορία, σαν να δημιουργεί το σινεμά «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσίν» του. Η ταινία του είναι κάτι πολύ παραπάνω από ταινία ανθολογίας και το εύρος της μπορεί να ξεπεράσει τις αναπόφευκτες υποτονικές στιγμές της όλης αφήγησης (στο τέταρτο επεισόδιο, η κινηματογράφηση των δένδρων αποτελεί το ύστατο τρολάρισμα του σκηνοθέτη), οι οποίες όμως αναιρούνται με την αμέσως επόμενη αλλαγή του σκηνικού.

La Flor 607

Επιστρέφοντας λοιπόν στην αρχική ερώτηση, το «La Flor» είναι η περιεκτική αλλά ευρεία αναδρομή στην ιστορία του σινεμά, η προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας κινηματογραφικής γλώσσας μέσω πλήθους αφηγηματικών πειραματισμών και, περισσότερο από όλα, το ερμηνευτικό άθροισμα των τεσσάρων εξαιρετικών ηρωίδων, οι οποίες καταλήγουν τελικά να αποτελούν ένα πρόσωπο γεμάτο διαφορετικές εκφάνσεις, κρυφές και φανερές δυνάμεις και πολλαπλά χαρακτηριστικά. Αυτός είναι ο πραγματικός πλούτος της ταινίας.

Το 59ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης θα διεξαχθεί φέτος από την 1η μέχρι και τις 11 Νοεμβρίου. Το Flix θα βρίσκεται εκεί για να σας μεταφέρει τα πάντα, καθώς συμβαίνουν. Διαβάστε εδώ όσα χρειάζεται να ξέρετε για το φετινό Φεστιβάλ.

Συνεχίζοντας την πλοήγηση σας στο flix.gr, συμφωνείτε στην εγκατάσταση cookies στον υπολογιστή σας. Μάθετε περισσότερα.