Ιταλία, δεκαετία 1980. Ο Αρτουρ είναι ένας νεαρός Εγγλέζος που, για άγνωστους λόγους, έχει βρεθεί να μένει στην παραγκούπολη της Ταρκυνίας, της αρχαία πόλης στην επαρχία του Βιτέρμπο - διάσημης για την Ετρουσκική Νεκρόπολη και τους πανάρχαιους τάφους της. Είχε κάποτε εκεί ακολουθήσει τον έρωτα της ζωής του, την Βιεναμίνα, η οποία δεν υπάρχει πια. Είναι νεκρή, παρόλο που η μητέρα της Φλώρα, ξεχασμένη τραγουδίστρια της όπερας και ξεπεσμένη αριστοκράτισσα, δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ την ελπίδα ότι το κορίτσι της θα επιστρέψει. Κάπως έτσι κι ο Αρτουρ δεν επέστρεψε. Ούτε στο Λονδίνο, ούτε στο σώμα του. Ούτε στους ζωντανούς. Εμεινε να αιωρείται στο μεταίχμιο του πεπρωμένου.

Να κυνηγάει χίμαιρες. Ο Αρτουρ έχει οράματα, που του υποδεικνύουν που είναι κρυμμένο το παρελθόν. Στην πραγματικότητα, αυτό λειτουργεί κυνικά: οδηγεί τον ίδιο και την συμμορία του από ντόπιους tombaroli (τυμβωρύχους) σε αρχαίους τύμβους με ανεκτίμητους θησαυρούς, που κάποτε θάφτηκαν για να συνοδεύουν/προστατεύουν τους νεκρούς στην επόμενη ζωή.

Η συμμορία ζει σε ένα κοινόβιο - επιβιώνουν, πουλώντας τα λάφυρα κάθε πλιάτσικου σε αρχαιοκάπηλους Ευρωπαίους. Ο Αρτουρ όμως ζει για να ψάχνει όσα χάθηκαν. Ακολουθεί το κόκκινο νήμα που τον ενώνει με την Βιεναμίνα του στα όνειρά του. Εναν μίτο της Αριάδνης, που τον παρασύρει σε πολύπλοκους διαδρόμους της φαντασίας, σε κρυφά δωμάτια της διαίσθησης, στο λίμπο μεταξύ της γης και του Αδη, της ζωής και του θανάτου. Οσο οι σύντροφοί του σκάβουν ψάχνοντας πλούτη, εκείνος ψάχνει για νόημα. Και για την αγάπη του.

Η Αλίτσε Ρορβάχερ, με αυτό εδώ το μεταφυσικό κινηματογραφικό ποίημα, ολοκληρώνει την τριλογία της (μετά τα «Θαύματα» και τον «Ευτυχισμένο Λάζαρο») για όσα μάς συνδέουν με το παρελθόν. Κι όποιος αφεθεί στις σειρήνες του μύθου της και την ακολουθήσει με εμπιστοσύνη σε αυτή την αλληγορική εκσκαφή, ανακαλύπτει έναν πραγματικό θησαυρό.

Χρησιμοποιώντας τρία φορμά στην κινηματογράφηση (Super 16mm, απλό 16mm και 35άρι) η Ρορβάχερ μετακινείται και η ίδια μέσα σε ένα δαίδαλο, σ’ ένα ατμοσφαιρικό λίμπο, παρασύροντας μας σε πολλαπλές διαστάσεις και πραγματικότητες. Ονειρικές και αιθέριες μέσα από στα οράματα του Αρτουρ, νοσταλγικές και συγκινητικές μέσα στις αναμνήσεις του, κυριολεκτικές και φανταχτερές μέσα στους τάφους με τα ευρήματα. 



Οσο ο χλωμός, σκελετωμένος ήρωας τριγυρίζει με το λευκό λινό κοστούμι του σαν φάντασμα (ή σαν το αρνητικό του μαυροντυμένου Μαστρογιάννη από το «8 1/2»), σαν κάποιος που συνεχώς επιστρέφει από τον κόσμο των νεκρών, η Ρορβάχερ ξεφεύγει από τους συμβολισμούς και σχολιάζει την νεορεαλιστική πραγματικότητα της χώρας της. Οι παράγκες της Ταρκυνίας ξηλώνονται για να μην χαλάνε την εικόνα του τουρισμού. Η οικονομική κρίση χτυπά και τις πάλαι ποτέ πλούσιες ντίβες στις βίλες τους που καταρρέουν. Η σύγχρονη γενιά των Ιταλών είναι αποκομμένη από τις ρίζες και την Ιστορία τους - θέλουν απλώς να την ξεπουλήσουν.

Ο Αρτουρ (ο Τζος Ο Κόνορ τον ερμηνεύει συγκλονιστικά, με θλιμμένη οργή και χλωμό παράπονο) είναι ο μόνος που εκτιμά την ομορφιά, την ψάχνει απεγνωσμένα. Χρειάζεται το παρελθόν για να καταλάβει το παρόν. Δεν τον τρομάζει ο θάνατος. Αντιθέτως, τον έλκει - με τον ίδιο κατακόκκινο μίτο.

Υπάρχει κάτι ελεγειακό, ένα θλιμμένο σχόλιο για την πεθαμένη Ιστορία, που ξεφτίζει από το συλλογικό DNA. Αλλά και κάτι γλυκό, τρυφερό, οριακά αισιόδοξο για το παρόν του κοινωνικού μας ιστού. Κι αυτό γιατί η Ρορβάχερ -με έναν τρόπο εξωτικά φελινικό- κατοικεί την ταινία με ομάδες, με κοινότητες, με συντρόφους: τη συμμορία των tombaroli που επιβιώνουν παραβατικά αλλά «μαζί», ή τις γυναίκες που μεταμορφώνουν έναν εγκαταλειμμένα σταθμό τρένου σε κοινόβιο και στεγάζουν με αλληλεγγύη τα παιδιά τους.

Πολλαπλές εθνικότητες, διαφορετικές γλώσσες, ποικίλες προφορές. Μία νίκη της πολυπολιτισμικότητας. Ενα κατεπείγον σχόλιο για το σήμερα. Η Ιταλία θα επιβιώσει με όλους τους κατοίκους της, από όπου κι αν αυτοί προήλθαν. Η Ευρώπη θα συνειδητοποιήσει ότι τα σύνορα δεν κρατάνε μακριά τις πανανθρώπινες τραγωδίες.

Αλλωστε όλοι είμαστε μετανάστες, περαστικοί, ταξιδιώτες σε αυτή τη ζωή με προορισμό την επόμενη. Και καταδικασμένοι να κυνηγάμε χίμαιρες ενδιάμεσα.